26/9/08

ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ


Δεν έχει ούτε καν σιωπή στα βουνά
Μόνο βροντή ξερή και στείρα χωρίς βροχή
Δεν έχει ούτε καν μοναξιά στα βουνά

Η τελευταία εποχή συνοψίζεται σε μιά μεγάλη νύχτα.
Είμαι φρουρός στο τελευταίο κάστρο, στο περιθώριο του χρόνου, στα σύνορα του χώρου.
Το τείχος είναι συμπαγές και ιερό. Αντικατοπτρίζει το φασματικό παραπέτασμα και συναρθρώνει το επέκεινα με τον εσώτερο εαυτό.


Περιπολώ στο πυκνό δάσος, στην σκοτεινή κοιλάδα, στην πηγή των παραισθήσεων.
Το μοναδικό μονοπάτι στην απροσπέλαστη γη μου είναι σπαρμένο μαύρα όνειρα και κακόβουλη μαγεία.
Δεν ανησυχώ μα παραμένω σε εγρήγορση.

Αρχαίες δυνάμεις με προστατεύουν.

Προσεγγίζω το απόλυτο στις παρυφές των μύθων.
Το σπαθί μου είναι αφιερωμένο στους Θεούς, που πολεμούν το σκοτάδι.
Επικαλούμαι τα επικά τραγούδια των προγόνων.

Αναπολώ το παρελθόν, χαίρομαι στην ομίχλη, ζω στη μελαγχολία.
Αναζητώ έναν πιό πνευματικό κόσμο κι όμως αρνούμαι το χαρμόσυνο μήνυμα των μυστηρίων.
Παραμένω άπιστος όταν οι άλλοι έχουν γίνει πιστοί.

Προσμένω ήσυχα το επερχόμενο τέλος στην καρδιά του μεγάλου Χειμώνα.
Σφίγγω στο χέρι μου το κέρας κι ας ξέρω πως κανείς δεν θ’ απαντήσει στο τελευταίο μου σάλπισμα ...


κι όλα θα σωριάζονται στη λήθη,
ώσπου η αλλαγή να συντρίψει
τα πάντα παρεχτός μονάχα την ομορφιά.



Η εισαγωγή: Στίχοι από το ποίημα THE WASTE LAND του T.S. Eliot.
Ο επίλογος: Στίχοι από το ποίημα ENVOI (1919) του Εzra Pound.
Ο πίνακας: Bearer (1973) του Jeffrey Jones.
Το κέρας: Σύμβολο της Φρουράς. Πάντοτε θαύμαζα τον Ρολάνδο και προσευχόμουν στον Χέιμνταλ.

Ένας ψηφιακός χρόνος War Flag: Όπως και στο παρελθόν, η σημαία κυματίζει γιά λίγους.

13/9/08

ROBERT EIARBIHAN HOWARD – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΙΜΜΕΡΙΑ

« ... Ο ΡΕΧ γεννήθηκε στο Τέξας το 1906, από παλιό Νοτιοδυτικό και Νότιο αίμα. Οι Χάουαρντ ήρθαν στη Γεωργία από την Αγγλία το 1735.
... Μεγάλο μέρος του αίματος του ΡΕΧ είναι Ιρλανδικό και περηφανεύεται πολύ γιά τις γνώσεις του στην Κελτική ιστορία και αρχαιολογία.
... Ο ΡΕΧ αποτελεί τυπική περίπτωση συναισθηματικού αναχρονισμού – εξιδανικεύει τη ζωή των βαρβάρων και των πιονιέρων.
... – λέει ότι θα προτιμούσε να είναι καλός επαγγελματίας πυγμάχος παρά καλός μυθιστοριογράφος !
... Έχει γνωρίσει από κοντά την τραχιά ζωή στις πόλεις που αναπτύχθηκαν με την ανακάλυψη του πετρελαίου και μισεί με πάθος τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται το Τέξας οι μεγάλες εταιρίες των Ανατολικών Πολιτειών.
... Τα φετίχ του είναι η δύναμη, η ευγένεια, η δικαιοσύνη και η ελευθερία. Καθετί πολιτισμένο, μαλακό, θηλυπρεπές ή τακτικό το μισεί με εκπληκτικό πάθος. Στην Αρχαία Ιστορία μισεί τη Ρώμη με όση ένταση τη σέβομαι εγώ.
…Είναι ποιητής με άγρια μεγάλη δύναμη. Αγαπά τόσο πολύ τη Γαλατική κληρονομιά του που έχει εκγαλατοποιήσει το μεσαίο του όνομα – από Erwin σε Eiarbihan – όπως οι φανατικοί στην Ιρλανδία εκγαλατοποιούνε τώρα τα δικά τους.
...Θα προτιμούσε να είναι Κέλτης βάρβαρος του 100 ή του 200 π.Χ. παρά πολιτισμένος σύγχρονος ...
»


Το πρωϊ της 11ης Ιουνίου του 1936, ο Ρόμπερτ Xάουαρντ αυτοκτόνησε αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως η χρόνια άρρωστη μητέρα του δεν επρόκειτο πιά να συνέλθει από την τελευταία, κωματώδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν.
Δεν αυτοκτόνησε, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι επικριτές του, επειδή δεν άντεξε τον θάνατό της αλλά αντιθέτως επειδή αποδεσμεύτηκε από την φροντίδα της.

« ...Δεν θέλω να ζήσω μέχρι να γίνω γέρος. Θέλω όταν έρθει η ώρα μου, να πεθάνω γρήγορα και ξαφνικά, στην πλήρη ανάπτυξη της δύναμης και της υγείας μου. »

Η αγαπημένη του μητέρα δεν θα τον χρειαζόταν πιά ούτε θα πονούσε γιά την απώλειά του. Επιτέλους, μπορούσε να ακολουθήσει την δική του πορεία, τον δρόμο της επιστροφής στην Κιμμέρια.
Ένοιωθε πάντα πως είχε γεννηθεί σε λάθος εποχή. Κέλτης πολεμιστής, που χάθηκε στο χρόνο, διεκδίκησε με μιά σφαίρα, πρόσβαση στον γενέθλιο κόσμο του: τον κόσμο των δυνατών ανδρών και των ωραίων γυναικών, της παρθένας φύσης και των βάρβαρων θεών.

Έφυγε και μας άφησε διαθήκη τα άγρια όνειρά του. Προσδοκίες ατέρμονης μάχης και γνήσιας ελευθερίας, γιά να ελπίζουμε κι εμείς, οι ψεύτικοι και οι δειλοί, σ’ έναν καλύτερο κόσμο, αληθινό και γενναίο.



Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (1906 - 1936): Αμερικανός συγγραφέας ιστοριών δράσης και περιπέτειας. Δημιουργός του Conan, του Kull και του Solomon Kane και πατέρας της Ηρωικής Φαντασίας.
«...Ο ΡΕΧ γεννήθηκε...»: Αναφορά στον ΡΕΧ από επιστολή του Χ.Φ.ΛΑΒΚΡΑΦΤ προς τον Φ.ΛΙ ΜΠΟΛΝΤΟΥΙΝ στις 16 Φεβ 1935.
«...Δεν θέλω να ζήσω...»: Από επιστολή του ROBERT E. HOWARD προς τον AUGUST DERLETH, έναν μήνα πριν την αυτοκτονία του.

2/9/08

ΙΔΑΛΓΟΣ ΤΗΣ ΧΙΜΑΙΡΑΣ


«Κοιμήσου εσύ, Σάντσο, είπε ο Δον Κιχώτης, γιατί γιά να κοιμάσαι ήρθες στον κόσμο ενώ εγώ γεννήθηκα γιά ν’ αγρυπνώ ... »

Αγρυπνά ο Δον Κιχώτης κι ονειρεύεται. Ονειρεύεται την Ιπποσύνη, την Υπέρτατη Αλήθεια και τη μαγεμένη Κυρά των Λογισμών του.
Δεν ζεί απλώς στον φανταστικό κόσμο των ιπποτικών μυθιστόρημάτων του αλλά επιδιώκει επίσης να αντικαταστήσει την πραγματικότητα με την υπέρλογη σφαίρα των οραμάτων του. Ανιδιοτελής αριστοκράτης νομίζει πως τα ιδανικά του ανώτερου ιδεαλισμού του μπορούν να συγκινήσουν τους κοινούς θνητούς, τους παρακατιανούς αγροίκους, που κυβερνάει το συμφέρον, η χρησιμότητα και η ανάγκη. Κι έτσι μια μέρα φοράει την σκουριασμένη πανοπλία του - δοξασμένη κληρονομιά των προγόνων του - και γίνεται ιππότης της Ελεεινής Μορφής.



Νομίζω πως δεν ήταν τυχαία η πρώτη μου συνάντηση με τον ξακουστό ιδαλγό, που έκτοτε θα ακολουθούσα στα μονοπάτια της εικονικής Ιπποσύνης. Τον είδα σε εικονογράφηση παιδικού βιβλίου πριν την περίφημη μάχη των ανεμόμυλων, στην αρχή ακόμη των περιπετειών του. Για καλό ή για κακό έβλεπα κι εγώ από μικρός τους ανεμόμυλους σαν γίγαντες κι αυτό φανέρωνε - αν μη τι άλλο - κάποια συγγένεια στις αντιλήψεις.

Με πήρε μαζί του όταν κατάλαβε πως ήμουν κι εγώ γεννημένος σε λάθος εποχή, πως κυνηγούσα σκιές από τα ίδια όνειρα, πως διάβαζα «...αλλόκοτες παλαβωμάρες, που βρίσκονται γραμμένες μέσα στα εξωφρενικά βιβλία της ιπποσύνης». Με δίδαξε την πίστη στο παράλογο, την μελέτη της ανώφελης θεωρίας, την μυστική θεολογία των τρελών. Με έχρισε ιππότη στο παρεκκλήσι του ανυπόστατου πύργου του.
 

Ο Δον Κιχώτης αντιπροσωπεύει τον ονειροπαρμένο τύπο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, τον τύπο του ανθρώπου, που αποτυγχάνει στην πρακτική αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Η πίστη μου στο πρόσωπό του είναι ξεκάθαρη άρνηση στην ηθική των εμπόρων και των χρηματιστών, είναι επίσης σταθερή δήλωση εμπιστοσύνης στους ονειροπόλους και τους ρομαντικούς όλων των εποχών.
Ακόμη και σήμερα συνεχίζει να με παρασέρνει στον παράδοξο κόσμο του, που προκαλεί μόνιμη σύγχιση ανάμεσα στα γεγονότα και τα ιδεώδη. Σώζομαι μόνον με τη βοήθεια του δεύτερου συντρόφου μου των όπλων. Γιατί κάθε φορά που ο παράφρονας φίλος μου με προκαλεί, ο αγέρωχος Ιππότης του Ντύρερ με συγκρατεί και με επαναφέρει στην ωμή πραγματικότητα. Έναν αιώνα παλαιότερος, ψυχρός και αποφασισμένος κοιτάζει τον ευγενή τρελό ειρωνικά. Και μου υπενθυμίζει σιωπηλά πως μόνον ο ορθός Λόγος και η ανένδοτη σκληρότητα κρατούν τον Θάνατο, τον Διάβολο και τους θρασείς πληβείους μακρυά.

Είναι λυπηρό, που ο ήρωάς μας πέθανε στο κρεβάτι του ήσυχα και σαν καλός χριστιανός, αφού πρώτα ξαναβρήκε τα λογικά του και καταράστηκε τα βιβλία της ιπποσύνης. Ίσως όμως και να είναι καλύτερα έτσι, γιατί πέθανε μόνον ο Αλόνσος Κιχάνο, ο γήινος εαυτός του. Αντίθετα ο μεγαλόπνευστος Ιππότης, ο Δον Κιχώτης συνεχίζει να αγρυπνά, να ονειρεύεται και να διαβαίνει στους αιώνες.

Πάντα θα τον θυμάμαι με συγκίνηση και θα τον τιμώ. Θα του αφιερώνω το ίδιο πάντα ποίημα... του Ουράνη, όχι του Καρυωτάκη. Κι ας κατακρίνει όσο θέλει ο δεύτερος στο δικό του αφιέρωμα τους παράφρονες «που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο» κι ας τους ζητάει να απαρνηθούν τις χίμαιρες και «την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!»
 

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ' αχαμνό του
το άλογο, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει,
και πίσω του, στο στωικό γαϊδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.

Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει,

με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια.

Στο πέρασμα τ’ ατσάλινου του σκιάχτρου από τις στράτες
του κόσμου, τις πολύβοες, οι άνθρωποι γυρνάνε,
τον δείχνει ο ένας τ’ αλλουνού κι ειρωνικά γελάνε...

Ω ποιητή! στο διάβα σου παρόμοια οι κοινοί

ανθρώποι χασκαρίζουνε. Ασε τους να γελάνε:
οι Δον Κιχώτες παν μπροστά - κι οι Σάντσοι ακολουθάνε.


Η φρουρά του Δον Κιχώτη είναι το Τάγμα της Χίμαιρας: των ονειροπαρμένων αναγνωστών, των κατά φαντασία ιπποτών, των ανύπαρχτων βασιλείων και των μάταιων πληγών. Στην πρώτη τους μύηση ορκίζονται να υπερασπίζονται τα ιπποτικά βιβλία από τους μαύρους μάγους, τους ιερείς και τους κοινούς ανθρώπους. Στη σημαία τους λάμπει το ισχνό, ξερακιανό του πρόσωπο και πάντα τραγουδάνε... οι Δον Κιχώτες παν μπροστά και οι Σάντσοι ακολουθάνε!

Γιατί οι Δον Κιχώτες μας οδηγούν στις ακρώρειες του πνεύματος. Γιατί στην έξαρση της φαντασίας συντηρείται η σπίθα της Ανάστασης.





Η εισαγωγή: Από το Δεύτερο Μέρος του Δον Κιχώτη, στο κεφάλαιο «Γιά την περιπέτεια με τους χοίρους...»
Το βιβλίο: Ο ΠΟΛΥΜΗΧΑΝΟΣ ΙΔΑΛΓΟΣ ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΝΤΣΑ του Μιχαήλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (1547-1616). Πρώτη έκδοση στις 16 Ιανουαρίου 1605. Το Δεύτερο Μέρος δημοσιεύτηκε το 1615. Μετάφραση του Κ. Καρθαίου.
Το ποίημα: Του Κώστα Ουράνη. Δημοσιεύτηκε στον ΝΟΥΜΑ τον Ιούνιο του 1920. Τον επόμενο μήνα δημοσιεύτηκε στο ίδιο έντυπο, το ποίημα ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ του Κώστα Καρυωτάκη.
Οι εικόνες: Σχέδια του Gustave Dore (1832-1883) από την γαλλική έκδοση του 1863, σε χαρακτικά του H. Pisan.
Ο μαύρος μάγος: Ο μάγος Φρεστώνας. Φανταστικό πρόσωπο, που ευθύνεται γιά την καταστροφή των ιπποτικών μυθιστορημάτων του Δον Κιχώτη. Στην πραγματικότητα ο ιερέας και ο κουρέας του χωριού του, που έχτισαν την πόρτα του γραφείου του γιά να μην έχει πρόσβαση στα βιβλία του.
Στην δική μου βιβλιοθήκη: Έχω χαραγμένους ρούνους προστασίας στην είσοδο και φύλακας παραμονεύει ο ξακουστός ιδαλγός...