22/12/09

NATALIS INVICTI

Εἴμαστε μεῖς ἅλλη γενιά, ἄλλο σπέρμα!
Χαλάσαμε πολὺ μιὰ νιὁτη πλέρια.
Τώρα, τοῦ ἡλιοῦ καθὼς μᾶς κρούει τὸ γέρμα,
στερνά, γιὰ πάντα σκώνουμε τὰ χέρια.
Κι ἀπέ, βαριὰ τὰ μπήγουμε μὲς στὰ ἔρμα
σπλάγχνα τῆς Γῆς καὶ στὰ φαρμακονέρια
τῆς Στόχασης: ψηλὰ γιὰ ν᾿ ἀνεβοῦμε,
πρέπει πολὺ βαθιὰ νὰ κατεβοῦμε.


Ξεπέσαμε βαθιά στη γη, μα πιo βαθιά δεν έχει. Τα οικόσημα έσβησαν, δίπλωσαν οι σημαίες, το αίμα έγινε νερό. Χωρίσαμε και χαθήκαμε, χάσαμε τα πάντα και δεν βρήκαμε τίποτα.
Άγνωστοι κι ανώνυμοι ακόμη και μεταξύ μας, άσκοπα περιφερόμαστε ανάμεσα στους άψυχους θνητούς. Μας καταδίκασαν σε γλυκερή ισότητα, συμπάθεια και διαρκή ειρήνη. Συνηθίσαμε στη σιωπή, δεσμώτες στη φυλακή της ύλης. Αλίμονο στους ηττημένους που ακμάζουν στην υποταγή.

Ποῦ πᾶμε; Ἀκούω πᾶσ᾿ ἄνοιξη τ᾿ ἀηδόνι
ὄλβια ζήση στὸ πάθος του νὰ βρίσκει.
Δὲν ἔχει χτὲς καὶ σήμερα. Ἡ Δωδώνη
κι ὁ Ἅγιος Τάφος βαθιά μας ὄρθιος μνήσκει.
Κι ἂν καταρρέουν οἱ πίστες, μεῖς αἰώνιοι
περνᾶμε ἀπ᾿ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο ἴσκιοι
καὶ στὴ ζωὴ ἀπ᾿ τὸ θάνατον! Ὄχι ὄντα,
εἴμαστε Ἰδέες, ποὺ ζοῦνε πολεμώντα.

Όμως μην μας λυπάστε. Γιατί στα όνειρά μας αποκηρύξαμε τη σάρκα και θωρακίσαμε με ατσάλι τις ψυχές. Κι αν εμείς ζήσαμε λαθραία σ’ έναν κόσμο που δεν μας άξιζε, άλλοι στο μέλλον θα μας αγαπήσουν και στη μνήμη μας θα εκδικηθούν.
Ο Θεός θα ξαναγεννηθεί και θα μας ευλογήσει. Και τότε οι σκιές μας από τον Άδη στις έμπυρες σφαίρες θα επιστρέψουν για να καθαρθούν και να σταλούν ξανά στη μάχη. Αιώνιος πόλεμος είναι ο νέος κόσμος που προσδοκούμε. Ζωή μέσα στο θάνατο, τιμή μέσα στη πίστη, φως μέσα στο σκοτάδι, θάνατος μέσα στο φως.

Να μας φοβάστε. Γιατί δεν είμαστε όντα ... είμαστε Ιδέες, που ζούνε πολεμώντα ...




Οι ημ/νίες: 22η Δεκεμβρίου, η κάθοδος του Ήλιου στο νοτιότερο σημείο της τροχιάς του. 25η Δεκεμβρίου, το τέλος του χειμερινού ηλιοστασίου και η αναγέννηση του Ανίκητου Θεού. Ο Ήλιος που ξαναγεννιέται είναι ο θεός των νέων στρατιών.
Η εικόνα: Golden Gate από το The Flower Book (1882/1905) του Edward Burne-Jones. Η είσοδος του Ήλιου στον Κόσμο.
Οι στίχοι: Από το επικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη, Ο Προσκυνητής (1919).

1/12/09

BLACK KNIGHT

Τέλειωσα το Σχολείο, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πολυτεχνείο, εκπλήρωσα τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, έπιασα δουλειά, παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια.

Είμαι στοργικός σύζυγος και πατέρας, τηρώ τις κοινωνικές συμβάσεις και σέβομαι τους κανόνες. Εξασκώ αξιόπιστα το επάγγελμά μου, εξοφλώ τους λογαριασμούς και πληρώνω τους φόρους. Είμαι ενεργός πολίτης, ψηφίζω στις εκλογές, υπακούω στους νόμους. Συμμετέχω στην οικονομία της αγοράς, είμαι εργατικός, παράγω προϊόντα και κερδίζω χρήματα, ενημερώνω βιβλιάρια σε τραπεζικές καταθέσεις, ψωνίζω στο σούπερ μάρκετ, καταναλώνω αγαθά και ανακυκλώνω τα σκουπίδια.

Είμαι ο στυλοβάτης αυτής της κοινωνίας, ο πειθήνιος πολίτης που στηρίζει το σύστημα, το πρότυπο του χειριστή που λειτουργεί τη μηχανή.


Κάθε βράδι πριν κοιμηθώ, ακονίζω δίπλα μου το αόρατο σπαθί.
Κάτω από το σάπιο δέρμα της υποταγής ο μαύρος ιππότης παρατηρεί, υπολογίζει, κάνει υπομονή. Στην καρδιά του σκοταδιού ονειρεύεται τον Ήλιο, στην άκρη της νύχτας οραματίζεται ένα νέο κόσμο... όταν ο στύλος θα κοπεί.




Ο πίνακας: Crusader, του αμερικανού ζωγράφου Justin Sweet.
Παραλλαγή στο ίδιο θέμα: ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ - Η ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΦΥΡΙ.

15/11/09

ΗΡΩΕΣ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

«Καλέ μου φίλε, αν ήταν ξεφεύγοντας από τον πόλεμο να μείνουμε για πάντα αγέραστοι κι αθάνατοι, ούτε κι εγώ θα πολεμούσα ανάμεσα στους πρώτους, ούτε κι εσένα θα σε ετοίμαζα για τη μάχη που δοξάζει τους άντρες. Τώρα όμως έτσι κι αλλιώς χίλιοι θάνατοι στέκονται από πάνω μας, που δεν μπορεί να τους ξεφύγει ούτε να γλυτώσει απ’ αυτούς ο άνθρωπος.
Ας πάμε λοιπόν να δώσουμε σε κάποιον δόξα ή κάποιος να δώσει σε μας.»

Αυτά λέει ο ισόθεος Σαρπηδόνας στον αγαπημένο του εξάδελφο Γλαύκο για να τον παρακινήσει μπροστά στο τείχος των Αχαιών. Και μέσα σε τρείς προτάσεις περιγράφει ξεκάθαρα το ηρωικό ιδεώδες.

Οι θνητοί, ήρωες βασιλιάδες αγαπούν τη χαρά της ζωής και θα επιδοκίμαζαν την άφθαρτη νεότητα και τη σωματική αθανασία. Όμως, περιπολώντας στα σύνορα του θανάτου παρατηρούν την τραγική ανθρώπινη φύση νηφάλια και καθαρά. Και κατανοούν πως κανείς δεν ξεφεύγει από το σκληρό πεπρωμένο των θνητών.
Αφού είμαστε καταραμένοι να γερνάμε, ας προσφέρουμε νέοι ακόμη και δυνατοί, το καθαρό αίμα μας στη γη. Αφού ο θάνατος μας παραμονεύει με χίλιους τρόπους, ας χαθούμε επιλέγοντας μόνοι μας το χρόνο, σε κάποια ωραία, πολεμική σκηνή.

Ο Σαρπηδόνας και ο Γλαύκος έπεσαν στη μάχη και κέρδισαν την αναγνώριση των αντρών. Πήραν κι έδωσαν δόξα στους ήρωες των Αχαιών και στο τέλος είχαν τον τιμημένο θάνατο που αποζητούσαν, πρώτα ο Σαρπηδόνας από τον Πάτροκλο, έπειτα ο Γλαύκος από τον Τελαμώνιο Αία.


Αντίθετα, εμείς γερνάμε και πεθαίνουμε με κάποιον από τους χίλιους, ατιμωτικούς θανάτους και κανείς δεν θα θυμάται στο μέλλον τη θηλυκή μας εποχή.
Θλίβομαι για τη κακή μας μοίρα. Οι ψυχές μας, αιώνια δυστυχισμένες θα περιφέρονται στον Άδη δίχως καμμιά ελπίδα να εξαγνιστούν στην ιερή μάχη, δίχως ποτέ να τιμήσουν το εξιλαστήριο σπαθί.




Το κείμενο: Ομήρου ΙΛΙΑΔΑ (Μ 322-328), σε μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή.
Οι φωτογραφίες: Μυκηναϊκά χάλκινα εγχειρίδια. Διακόσμηση παράστασης κυνηγιού λεόντων με χρυσό και άργυρο σε νιέλο, χρυσών λεόντων σε νιέλο και σπειρών από χρυσό και νιέλο (1600-1500 π.Χ.).

1/11/09

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Ταξίδευα μόνος κάπου προς τα Πυρηναία, του Αγίου Αλδεβαράν. Μαύρος ιππότης δίχως οικόσημο, χαμένος στις σκέψεις μου θαύμαζα το λειψό φεγγάρι στον σκοτεινό ουρανό. Η ανταύγεια μιάς φλόγας και η απόμακρη μουσική με παρέσυραν στον χερσότοπο έξω από το μονοπάτι. Κι εκεί, ανάμεσα στα ρείκια τις είδα ξαφνικά, σαν σε παράσταση στημένη γιά μένα μοναχά.

Στο κέντρο στέκει ο τραγόμορφος τροβαδούρος τραγουδώντας γιά την ωχρή Εκάτη και γύρω του οι μάγισσες χορεύουν κυκλικά με άσεμνες κινήσεις και γέλια τσιριχτά. Μαραμένες, φαλακρές γριές κι ανθοστολισμένες, νέες γυναίκες και μαζί τους στη σειρά, οι τρείς στρίγκλες αδελφές να χοροπηδούν μπροστά.


Μόνο με τις χωρικές χορεύουν
– οι άντρες τους βρωμοκοπάν, του κουρέα
μυρωδιές. Και χορεύουν, και χορεύουν γύρω - γύρω μοναχές,
και οι τρείς μια παρέα – ώσπου της Λιλλίθ να έρθουν
και να φέρουν το αψέντι, οβρηγοί και χορευτές·
και θεριεύει – χα ! το γλέντι: τρείς εκείνοι, τρείς αυτές –
το πήδημα παίρνει και δίνει· τρείς γκαβότες με τον νάνο,
τρείς λοξές με τον σπανό, τρείς καντρίλιες με τον τράγο
– να το πρώτο το εννιά.


Η μουσική μεταφέρει καβάλα στις άγριες νότες, εικόνες από την κόλαση των χριστιανών. Δαιμονικές συγχορδίες, η δακτυλοθεσία του σατανά, ο διάβολος χρησιμοποιεί στην κατάλληλη διάταξη εκτός από τα δέκα δάχτυλα και την μυτερή του ουρά.

...Δεκατρία τα βιολιά και κανένας βιολιτζής· χορδές τρείς,
τρία τα δοξάρια – τρία και τα παλικάρια...


Να το δεύτερο το εννιά. Ποιόν τρομάζουν, ποιόν γητεύουν, γιά ποιόν άραγε χορεύουν. Ψάχνω μα δεν βλέπω πουθενά τον ντόπιο μάγο, τον τρελό του χωριού, τον τσιγγάνο σιδερά.

Η σπορά του σκοταδιού δεν με τρομάζει. Γιατί ο δάσκαλός μου ήταν φημισμένος δόκτορας, μάγιστρος κι αλχημιστής. Αυτός με δίδαξε τα σημεία προστασίας «...το σημάδι, που σκύβει μπροστά του το μαύρο κοπάδι». Απ’ αυτόν άκουσα πρώτη φορά για τις βουρκόφλογες της νύχτας της Βαλπούργης στα βουνά του Χαρτς.
Τα λόγια του πάντα θα με θωρακίζουν «...τη ζάλη θέλω, τη χαρά που μας ξεσκίζει, το μίσος που αγαπά, τη θλίψη που δροσίζει».

Μιά σταχτιά γάτα με κοιτάζει με κακία κι ένας άσχημος φρύνος κοάζει ενοχλητικά. Ζώα σιχαμερά... δίχως δεύτερη σκέψη τους δίνω μιά δυνατή κλωτσιά. Κάνω με το σπαθί μου το σημάδι του σταυρού κι απομακρύνομαι γελώντας σιγανά... να ξεφύγω πριν τριτώσουν τα εννιά...





Ο κυκλικός χορός: ΜΑΚΒΕΘ (1606), του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Πρώτη Πράξη, Σκηνή ΙΙΙ. Μετάφραση του Γ. Χειμωνά.
Η δακτυλοθεσία του σατανά: Από «Το Λεξικό των Χαζάρων» του Μίλοραντ Πάβιτς - το ανδρικό αντίτυπο.
Ο πίνακας: Witches’ Sabbath (1789), του Francisco de Goya y Lucientes.
Ο δάσκαλος: Ο λογοτεχνικός Φάουστ (1790), του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε.

15/10/09

WALHALLA

Τον Σεπτέμβριο του 9 μ.Χ. οι βάρβαροι Τεύτονες εξολόθρευσαν τρείς ρωμαϊκές λεγεώνες σε ενέδρα, στον Τευτοβούργειο Δρυμό. Αρχηγός τους ήταν ο ρωμαιοτραφής πρίγκιπας Αρμίνιος της φυλής των Χερούσκων. Μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτής της νίκης ήταν η μόνιμη διατήρηση της ανεξαρτησίας τους στα σκοτεινά δάση, εκτός των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Οι Γερμανοί θα επέστρεφαν αιώνες αργότερα σαν κατακτητές και αφού πρώτα κατέλυαν τον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό, τελικά θα γίνονταν οι ίδιοι φορείς και συνεχιστές του. Όμως ο Αρμίνιος δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως στη Γερμανία που υπερασπιζόταν, στο μακρυνό μέλλον, η μορφή του σμιλεμένη σε ρωμαϊκό άγαλμα θα πρόβαλλε στην κεντρική θέση αετώματος ελληνικού ναού.


Στα σύνορα του παλαιού ρωμαϊκού κόσμου, στην πλαγιά ενός λόφου που δεσπόζει στην κοιλάδα του Δούναβι κοντά στη Ρατισβόνη, βρίσκεται το Πάνθεον των Γερμανών. Ο αρχαιολάτρης και φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας, Λουδοβίκος ο Α΄ οραματίστηκε την ιδέα και ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στον κλασικιστή αρχιτέκτονα Λεοπόλδο Κλέντσε. Ο Λουδοβίκος απαίτησε το σχέδιο του κτιρίου να είναι σύμφωνο με τα πρότυπα των αρχαίων ελληνικών ναών κι έτσι ο Κλέντσε αντί για την επιτομή της γοτθικής αναβίωσης, δημιούργησε τον δικό του Παρθενώνα.


Ο συνδυασμός των δύο αντρών υπήρξε ιδανικός στα όρια αλληλεπικάλυψης της ιδεολογίας με την τέχνη. Ο βασιλιάς σαν αντιμίδας μεταστοιχείωνε τον χρυσό του σε μάρμαρα συλλέγοντας αρχαία έργα τέχνης ...«μοχθώντας βαρύ χρυσάφι ν’ ανταλλάξει με παλαιά λιθάρια». Κι ο αρχιτέκτονας πίστευε πως ...«δεν υπήρξε και δεν υπάρχει παρά μιά αρχιτεκτονική και δεν θα υπάρξει άλλη αρχιτεκτονική παρά μιά, δηλαδή εκείνη, που βρήκε την τελειοποίησή της στη μεγάλη ώρα της ελληνικής ιστορίας και παιδείας».


Πενήντα δύο δωρικοί κίονες στηρίζουν περιμετρικά τη Βαλχάλλα των Γερμανών. Στο βόρειο αέτωμα γύρω από τον μορφή του Αρμίνιου περιγράφονται σκηνές της Μάχης του Τευτοβούργειου Δρυμού. Στο νότιο αέτωμα κεντρική φιγούρα είναι η ενθρονισμένη Γερμανία και εκατέρωθεν της αποτίουν φόρο τιμής οι προσωποποιημένες μορφές των γερμανικών κρατιδίων.
Στα ενδότερα του ναού φιλοξενούνται οι μεγάλοι Γερμανοί όλων των εποχών: προτομές για όσους ήταν γνωστές οι προσωπογραφίες τους και επιγραφές ονομάτων για όσους δεν διασώθηκαν στοιχεία για την εξωτερική τους εμφάνιση.
Στην εσωτερική περιμετρική ζωοφόρο απεικονίζονται σκηνές από την αρχαία γερμανική ιστορία: την αρχική μετανάστευση, την θρησκευτική, πολιτική και οικονομική ζωή των πρώτων Γερμανών, τις εισβολές στο ρωμαϊκό κόσμο και τον εκχριστιανισμό τους. Επιπλέον, σε τρία εσωτερικά αετώματα γίνεται αναφορά σε μυθολογικά θέματα: τη δημιουργία των πρώτων ανθρώπων, τη χρυσή εποχή της Άσγκαρντ και το Λυκόφως των θεών.
Ολόγυρα, μαρμάρινες, φτερωτές Νίκες προστατεύουν τους ήρωες και νεοκλασικές Βαλκυρίες σαν καρυάτιδες υποβαστάζουν την οροφή.


Τον περασμένο Σεπτέμβριο πέρασα κι εγώ την είσοδο της Βαλχάλλα σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Μπαίνοντας ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή, λες κι ο ουρανός δυσανασχετούσε για την παραβίαση του ιερού χώρου. Ο Όντιν κάλπαζε στα γκρίζα σύννεφα οδηγώντας το Άγριο Κυνήγι και μιά δυνατή βροντή - σταλμένη σίγουρα από τον σφυροφόρο θεό - μου υπενθύμισε πως παρά τις αγαθές προθέσεις μου, παρέμενα ένας απλός περιηγητής.



Στάθηκα σκεπτικός μπροστά στις προτομές του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσσα και του Φρειδερίκου του ΙΙ, του Σίλλερ και του Γκαίτε, του Ντύρερ, του Μπαχ και του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Βίνκελμαν, του Σέλλιγκ και του Καντ. Αναρωτιόμουν τι πραγματικά ζητούσα εκεί, απόλεμος κι ασήμαντος στη μεγάλη σάλα των ηρώων. Έψαχνα μάταια τη Βαλκυρία μου ανάμεσα στα μάρμαρα να με κεράσει υδρόμελι...

Η βροχή συνέχιζε τον μονότονο ρυθμό της όταν αποχώρησα από τον Παρθενώνα των Γερμανών. Κατέβηκα τα 358 μαρμάρινα σκαλοπάτια προς τη βάση του λόφου νοιώθοντας καρφωμένο το βλέμμα του Αρμίνιου στην πλάτη μου και για μιά στιγμή αναθάρρησε μέσα μου ο ξεχασμένος signifer της I Germanica, της εποχής του αίματος και της νίκης.
Αποχαιρέτησα με θλίψη την επίγεια Βαλχάλλα. Έτσι κι αλλοιώς, με τον τρόπο της τωρινής, κοινότοπης ζωής μου, οι πύλες της ουράνιας Βαλχάλλα θα παραμείνουν ερμητικά κλειστές για μένα...




Η Βαλχάλλα των Γερμανών: Κορυφαίο έργο του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1830, στη δέκατη έβδομη επέτειο της μάχης της Λειψίας και ο ναός αποπερατώθηκε στο 1842. Οι εσωτερικές διαστάσεις της παραπέμπουν στις αντίστοιχες του Παρθενώνα. Όταν η Βαλχάλλα άνοιξε τις πύλες της στις 18 Οκτωβρίου του 1842, οι επισκέπτες αντίκρυσαν 96 προτομές και 64 εντοιχισμένες επιγραφές μεγάλων αντρών. Τα επόμενα χρόνια τοποθετήθηκαν περισσότερες προτομές, άλλες απαραίτητες (όπως του Βάγκνερ, το 1913) κι άλλες απαράδεκτες (χαρακτηριστικές της παρακμής των νεότερων Βαυαρών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο).
Οι φωτογραφίες: Από την πρόσφατη επίσκεψή μου στο Ρέγκενσμπουργκ (Ρατισβόνη), με τον κλασικιστή, φίλο και συμπολεμιστή Αλέξανδρο.
Ο Ludwig I (1786-1868): Του οίκου Wittelsbach, βασιλιάς της Βαυαρίας (1825-1848), πατέρας του Όθωνος της Ελλάδος και παππούς του «τελευταίου βασιλιά» Λουδοβίκου του Β΄. Φιλότεχνος και συλλέκτης από την νεότητά του έγραφε σε στίχους πως...«θα προτιμούσε αντί για κληρονόμος θρόνου να ήταν Έλληνας πολίτης». Το άγαλμά του καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη Βαλχάλλα των Γερμανών.
Ο Λέο φον Κλέντσε (1784-1864): Ο σπουδαιότερος αρχιτέκτονας του Μονάχου. Δημιουργός επίσης της Γλυπτοθήκης, των Προπυλαίων και της Στοάς της Δόξας. Κύριος εκπρόσωπος του Νεοκλασικισμού. Υπεύθυνος γιά το τελικό ρυμοτομικό σχέδιο της νεότερης Αθήνας και κατά κάποιο τρόπο σωτήρας της Ακρόπολης...
Στα εισαγωγικά: Στίχοι του Λουδοβίκου, που αγόρασε σε πλειστηριασμό τα γλυπτά από τα αετώματα του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Απόψεις του Κλέντσε από τον Πρόλογο της Συλλογής των αρχιτεκτονικών σχεδίων του.
Η μάχη στον Τευτοβούργειο Δρυμό: Χάθηκαν τρείς λεγεώνες και εννιά μονάδες βοηθητικών. Την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο έπαρχος της Γαλατίας Poplius Quinctilius Varus, που από εσφαλμένη εκτίμηση παρασύρθηκε στην παγίδα του Αρμίνιου. Ο Αύγουστος αναφώνησε «Quinctili Vare, legions redde» όταν έμαθε την καταστροφή. Οι λεγεώνες που εξολοθρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της τριήμερης μάχης ήταν οι XVII, XVIII και XIX. Οι δύο χαμένοι αετοί ανακτήθηκαν από τον Γερμανικό, που νίκησε τον Αρμίνιο στο Ιδιασάβιδο πεδίο το 16 μ.Χ. Αργότερα ανακτήθηκε και ο τρίτος αετός, όταν ο Γάλβας νίκησε τους Χάττες και ο Γαβίνιος τους Χαούκους το 41 μ.Χ.

27/9/09

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Οι μεγάλοι φιλόσοφοι του παρελθόντος πίστευαν πως η σημαντικότερη αποστολή της πολιτικής ήταν η βελτίωση του ανθρώπου. Δίδασκαν πως η κατάκτηση της ανθρώπινης τελειότητας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον μέσω της επιβολής ενός απόλυτου προτύπου αρετής ενάντια στη σχετικότητα των πραγματικών συνθηκών. Ο ιδανικός πολιτισμός θα έπρεπε να αποτιμά την ποιότητα πάνω από την ποσότητα, την ευγένεια πάνω από τη δύναμη, τη δόξα πάνω από τη μακροζωία και την τιμή πάνω από τον πλούτο.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί το πολίτευμα της δημοκρατίας - δηλαδή της κυριαρχίας του λαού - δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις τους: προσάρμοζε μάλλον τους νόμους και τις ιδέες στις αλλαγές των περιστάσεων αντί να επιβάλλει τα πρότυπα και τα ιδεώδη στις περιστάσεις.
Όμως ακόμη κι εμείς, οι θαυμαστές της ηρωικής αριστοκρατίας, δεν υποτιμούμε την ποιότητα της κλασσικής, πολιτικής δημοκρατίας των Αθηνών.


Στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου ο πληθυσμός της Αττικής ήταν περίπου 350 χιλ άνθρωποι. Από αυτούς οι μισοί ήταν Αθηναίοι, 35 χιλ ήταν μέτοικοι και 140 χιλ ήταν δούλοι. Οι ενήλικοι Αθηναίοι άντρες, δηλαδή οι πραγματικοί πολίτες δεν ξεπερνούσαν τους 30 χιλιάδες.
Οι ελεύθεροι αυτοί άντρες αγαπούσαν την απλότητα και τη συμμετρία, πίστευαν στη λογική, λάτρευαν την ομορφιά, διέθεταν πολιτική παιδεία, κατείχαν την τέχνη του λόγου και διέπονταν από πνεύμα φυλετικής ανωτερότητας. Οι ίδιοι πολεμούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο υπομένοντας όπως λέει ο Περικλής τα πλήγματα του εχθρού με θάρρος κι αυτά των θεών με υπομονή.
Πολίτες - οπλίτες συνδύαζαν με μοναδικό τρόπο τον ορθό λόγο με την αιχμή της λόγχης και μόνον αυτοί, ένα ποσοστό μικρότερο από το ένα δέκατο του συνολικού πληθυσμού, αποφάσιζαν γιά τα κοινά και την τύχη όλων.

Οι αναλογίες δεν έχουν αλλάξει στον σύγχρονο κόσμο όσο κι αν επιτηδευμένα προσχήματα διαστρέφουν την πραγματικότητα. Ούτε οι γεννημένοι δούλοι έγιναν ποτέ αληθινά ελεύθεροι, ούτε οι μετανάστες απέκτησαν καθαρή καταγωγή, ούτε και οι γυναίκες έγιναν βέβαια άντρες. Αντιθέτως, οι ελεύθεροι υποδουλώθηκαν, οι γηγενείς έγιναν ξένοι και οι άντρες ξέπεσαν στην θηλυπρέπεια.
Η αλόγιστη, γενική επέκταση της ιδιότητας του πολίτη είχε ως φυσική συνέπεια την υπονόμευση των αρίστων, την αλλοίωση των εννοιών και τελικά την οριστική διάλυση του πολιτεύματος. Η αρχαία πολιτική δημοκρατία δεν έχει πιά καμμιά ουσιαστική σχέση με την σύγχρονη, μαζική και αντιπροσωπευτική δημοκρατία των αμόρφωτων και των δειλών.

Η Ελλάδα όπως άλλωστε και η υπόλοιπη Ευρώπη είναι σήμερα ένας άγονος τόπος δίχως αίμα και τιμή. Κατοικεί εδώ το φάντασμα ενός κάποτε μεγάλου λαού σέρνοντας χρυσές αλυσίδες κατανάλωσης και καλοπέρασης. Είναι απροκάλυπτη πιά η ανικανότητα της πολιτικής ηγεσίας, του κρατικού μηχανισμού, των υπηρεσιών εκπαίδευσης και περίθαλψης, της αστυνομίας και του στρατού. Η ανεπάρκεια της παιδείας, η μαλθακότητα και η ανώφελη ευαισθησία της παρακμής συντηρούν την ξεπεσμένη δημοκρατία των χοντρών, των κλεφτών και των ηλιθίων.
Τυφλοί, ανάπηροι κι εκφυλισμένοι ακολουθούν υπνωτικά ο ένας τον άλλο προς το βάραθρο του χαμού.




Ο πίνακας: The Parable of the Blind (1568) του Pieter Bruegel.
Δύο ψηφιακά χρόνια: Η Σημαία κυματίζει πάνω στο τείχος της τελευταίας φρουράς.

12/9/09

ARGONATH

« Σε μεγάλα βάθρα θεμελειωμένα στα βαθιά νερά στέκονταν δυο μεγάλοι πέτρινοι βασιλιάδες: κι ακόμα, μόλο που τα μάτια τους δε διακρίνονταν και τα μέτωπά τους ήταν όλο ραγισματιές, κοίταζαν συνοφρυωμένοι το Βοριά. Το αριστερό χέρι του καθενός ήταν σηκωμένο με την παλάμη προς τα έξω σε μια κίνηση προειδοποίησης, στο δεξί χέρι τους κρατούσαν ένα πελέκι, στα κεφάλια τους είχαν σπασμένα κράνη και κορόνες. Κι ήταν ακόμα όλο μεγαλοπρέπεια και δύναμη, οι σιωπηλοί φρουροί ενός από καιρούς χαμένου βασιλειου. »

Μέχρι να κλείσει ο τελευταίος κύκλος οι γκρίζες, λαξεμένες μορφές των γιών του Έλεντιλ θα προστατεύουν το χαμένο Βασίλειο των Μύθων.
Όταν το Νούμενορ καταποντίστηκε, εννέα καράβια μετέφεραν τους Ντουνεντάιν που σώθηκαν, τον άρχοντα Έλεντιλ τον Υψηλό και τους γιούς του Ανάριον και Ισίλντουρ στις ακτές της Μέσης-γης. O Έλεντιλ ίδρυσε το βόρειο Βασίλειο της Άρνορ και οι γιοί του τη Γκόντορ στο νότο. Πολέμησαν ενωμένοι με τα Υψηλά Ξωτικά του Γκιλ-γκάλαντ ενάντια στον Μαύρο Άρχοντα και τον νίκησαν, αλλά μόνον ο Ισίλντουρ επέζησε. Αυτός έκοψε από το χέρι του Σάουρον το κυρίαρχο Δαχτυλίδι όμως αρνήθηκε να το παραδώσει στον Έλροντ ή να το καταστρέψει - όπως ήταν το σωστό - με αποτέλεσμα τα δεινά που ακολούθησαν στον πόλεμο του Δαχτυλιδιού.


Ο Ανάριον και ο Ισίλντουρ έγιναν με τα χρόνια πέτρινοι φρουροί.
Οι Στήλες των Βασιλέων λαξεύτηκαν το έτος 1340 της Τρίτης Εποχής για να οριοθετήσουν τα βόρεια σύνορα της Γκόντορ. Αναμεσά τους κατεβαίνει ο μεγάλος ποταμός Άντουϊν και χύνεται πίσω τους στην λίμνη Νεν Χιθόελ, που την κλείνουν ολόγυρα απόκρημνοι γκρίζοι λόφοι με δασωμένες πλαγιές και γυμνές κορυφές.
Εκεί, στα βάθη της οβάλ λίμνης κρύβεται πιά ολόκληρη η Μέση-γη, το Βάλινορ, η Ερέσσεα και το Νούμενορ των προγόνων. Στο κέντρο της ο Άραγκορν, τριακοστός ένατος κατευθείαν απόγονος του Ισίλντουρ, ονειρεύεται δίπλα στον Άξονα του Κόσμου.


Η γη του Άμαν και το Αβαλλόνε χάθηκαν από τους κύκλους της ύλης και η χώρα του Άστρου, η Αταλάντη βυθίστηκε στη σκοτεινή θάλασσα. Κι ο κόσμος πιά έχει κυρτώσει και μικρύνει και ζούμε στο λυκόφως του φθινοπώρου. Κι εμείς, οι απόγονοι των Εντάιν στον σύγχρονο κόσμο, παραμένουμε οι τελευταίοι ζηλωτές του σπαθιού, της τέχνης, της φαντασίας.
Οι Πύλες του Άργκοναθ ορίζουν το τελευταίο όριο της υποχώρησής μας. Πίσω τους περιπολούμε στο σκοτάδι και φρουρούμε τη φλόγα της εποχής του Ήλιου. Ηττημένοι και αδύναμοι μα αμετανόητοι επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά την ίδια προσευχή για θέληση, καρδιά και πνεύμα ...


Η θέληση ισχυρότερη, η καρδιά γενναιότερη,
Το πνεύμα πιο περήφανο, όσο σβήνει η δύναμή μας.






Το κείμενο της εισαγωγής: Του ΤΖ. Ρ. Ρ. ΤΟΛΚΙΝ (1892-1973). Από το πρώτο βιβλίο του Άρχοντα, Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού, σε μετάφραση της Ευγενίας Χατζηθανάση - Κόλλια.
Η εικόνα: Σχέδιο του Alan Lee γιά τα κινηματογραφικά σκηνικά του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών.
Η Μυθολογία: Ο Τόλκιν φιλοδοξούσε από την αρχή να δημιουργήσει μιά νέα Μυθολογία γιά τους Άγγλους. Η επιτυχία του ήταν πέρα από κάθε προσδοκία καθώς τελικά δημιούργησε μιά νέα Μυθολογία γιά όλους τους Ευρωπαίους.
Ο Βασιλιάς που αναμένει: Ο Ελέσαρ, ο γιός του Άραθορν του Οίκου του Βάλαντιλ, γιού του Ισίλντουρ, κληρονόμου του Έλεντιλ.
Η προσευχή: Ο Ηρωικός Κώδικας των Αγγλο-Σαξόνων. Οι περίφημοι στίχοι από το επικό, μεσαιωνικό ποίημα Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΛΝΤΟΝ. Έχει διασωθεί απόσπασμα, που περιγράφει τη μάχη κοντά στο Έσσεξ, το έτος 991, ανάμεσα στους Άγγλους του Μπέορτνοθ και τους Βίκινγκς του Άνλαφ.
Επίλογος, προς τιμήν του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα, που επαναμυθοποίησε τον Κόσμο.

27/8/09

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΝΗΣΙ

Τα καλοκαίρια συνηθίζω να ξεκουράζομαι διαβάζοντας κόμικς στον εξώστη της εξοχικής κατοικίας των γονιών μου. Περιεργάζομαι τις σελίδες προσπαθώντας να ανακαλέσω την ανεμελιά των μεγάλων καλοκαιριών από τις παιδικές μου αναμνήσεις. Δραπετεύω στο παρελθόν και ταυτόχρονα παρατηρώ την έξοχη θέα που ανοίγεται μπροστά μου. Ενώ οι εποχές αλλάζουν, η τοπογραφία της περιοχής παραμένει αναλλοίωτη ενισχύωντας την ψευδαίσθηση του παγωμένου χρόνου.
Ατενίζοντας τον ορίζοντα ανάμεσα στο πράσινο των πεύκων και το γαλάζιο της κλειστής θάλασσας, αναπόφευκτα στρέφω το βλέμμα μου στο μαύρο νησί.

Ο Τεντέν έφτασε εκεί πριν από πολλά χρόνια οικοδομώντας τον μύθο του. Στη Βόρεια Σκωτία, ανοιχτά από το παραθαλάσσιο χωριό Κιλτόχ, το Μαύρο Νησί κάλυπτε στην ομίχλη σημεία και τέρατα. Ο ερειπωμένος πύργος του Μπεν Μορ έκρυβε μέσα από τα τείχη του παραχαράκτες κακοποιούς, τη μηχανή του χρήματος κι έναν παράταιρο γορίλα. Τελικά, ο έφηβος ρεπόρτερ βρήκε τις απαντήσεις λύνοντας το μυστήριο, όμως εγώ διατηρώ βάσιμες απορίες παραμένοντας απλός θεατής στην αντικρυνή όχθη.

Είναι μάλλον ειρωνεία της τύχης πως αν κι έχω και στον πραγματικό κόσμο ταξιδέψει στις βραχώδεις ακτές της Βόρειας Σκωτίας (και σ’ ένα παρόμοιο νησάκι με ερειπωμένο αβαείο) δεν έχω ακόμη επισκεφτεί το γειτονικό στον εξώστη μου μικρό, μαύρο νησί. Ίσως, γιατί δεν θέλω να αποδεχτώ την κοινότυπη φυσική του πραγματικότητα έξω από τα χάρτινα, φανταστικά καρέ. Ίσως γιατί καμμιά φορά το βράδυ, ο αέρας που έρχεται από τη θάλασσα και φέρνει μαζί του παράξενους ήχους, διατηρεί την αυταπάτη ζωντανή.

Βεβαίως, έχω ακολουθήσει τον μικρό ήρωα σε όλες του τις περιπέτειες στη Γη και στη Σελήνη και γιά μένα η καθαρή γραμμή του Hergé κυκλώνει πάντα σταθερά και ομοιόμορφα τον Κόσμο, απλοποιώντας τον στο ουσιαστικό του περιεχόμενο.
Ευτυχώς, αντιγράφοντας το παράδειγμα του Τεντέν ενάντια στο βέλος του χρόνου, δεν «ενηλικιώθηκα» ποτέ.




O Ήρωας: Ο Tintin του Georges Remi (Hergé, 1907-1983). Πρώτη εμφάνιση στις 10 Ιανουαρίου 1929 - ενάντια στους Μπολσεβίκους. Από τότε διατηρεί σταθερά μιά σημαντική θέση στο Ευρωπαϊκό Φαντασιακό του εικοστού αιώνα.
Το κόμικ: Το Μαύρο Νησί. Η έβδομη κατά σειρά περιπέτεια του Τεντέν, ανάμεσα στο Σπασμένο Αυτί και Το Σκήπτρο του Οττοκάρ. Δημοσιεύτηκε ασπρόμαυρο γιά πρώτη φορά σε συνέχειες, στο περιοδικό Le Petit Vingtieme από τον Απρίλιο του 1937 έως τον Ιούνιο του 1938. Εκδόθηκε έγχρωμο με μικρές αλλαγές το 1943 και ξανασχεδιάστηκε με εκτεταμένες αλλαγές γιά την επανέκδοση του 1966.
Η φωτογραφία: Το δεύτερο καρρέ της σελ. 43 από το κόμικ, σε δική μου σκηνοθεσία. Ο Τεντέν και ο Μιλού στη βάρκα ΚΙ5 από την συλλογή των παιχνιδιών μου. Στον ορίζοντα το νησάκι Στρογγυλή.
Η Στρογγυλή: Το «Μαύρο Νησί» στα όρια του Μαλιακού κόλπου, στη δυτική πλευρά της Βόρειας Εύβοιας. Το μεγαλύτερο από τα Λιχαδονήσια.
Η περιήγηση στη Βόρεια Σκωτία: Με τον αδερφό μου, το Καλοκαίρι του 1997.
Οι εικόνες: Το επόμενο - τρίτο - καρρέ της σελ. 43 και το εξώφυλλο της τελικής, δεύτερης έγχρωμης έκδοσης του άλμπουμ.

10/8/09

ΛΕΥΚΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ, 1982

Ήταν Καλοκαίρι, ήμουν 16 χρονών και το Παγκόσμιο Κύπελο στην Ισπανία μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όλων, όχι όμως και το δικό μου. Αν και πρωταθλητής στη τσόχα του Subbuteo, σπάνια έπαιζα μπάλα στο χορτάρι και αδιαφορούσα τελείως γιά το ποδόσφαιρο.
Όλα άλλαξαν όταν ο ποδοσφαιρόφιλος και κοσμογυρισμένος, καπετάνιος θείος μου, με παρότρυνε να δώ έναν αγώνα της Βραζιλίας υποστηρίζοντας πως «...αυτοί δεν παίζουν όπως οι άλλοι...είναι τεχνίτες, μάγοι και χορευτές...».

Έτσι είδα το πρώτο μάτς ενάντια στους Σοβιετικούς, τρελάθηκα και μπήκα στο παιχνίδι. Ήταν 14 Ιουνίου όταν η νικητήρια βολίδα του Eder με πήρε γιά πάντα μαζί της στα δίχτυα της βραζιλιάνικης μανίας. Ταυτίστηκα με την ομάδα κι άρχισα να παρακολουθώ διεξοδικά τους αγώνες γιά να συγκρίνω παίχτες και τεχνικές και να μπορώ να αξιολογήσω πιθανούς αντιπάλους. Έμαθα μέσα σε λίγες μέρες όσα δεν γνώριζα για το ποδόσφαιρο όλα τα περασμένα χρόνια.

Η Βραζιλία μάγευε και νικούσε κι εγώ δεν έβλεπα πιά ποδοσφαιριστές που απλώς έτρεχαν και συνδυάζονταν αλλά αρχοντικούς υπεραθλητές, που πρόσφεραν τελετουργικό θέαμα υψηλών προδιαγραφών. Ο προπονητής Tele Santana τους έστελνε στο γήπεδο με ένα τόσο προφανές όσο και απόλυτο σχέδιο παιχνιδιού: επίθεση δίχως όρια, δίχως αναστολές. Κι εγώ τους θαύμαζα και νοερά έπαιζα μαζί τους με ένταση και πάθος, νοιώθοντας την άγρια έξαψη της υπεροχής.

Ώσπου, αναπάντεχα, διαψεύστηκαν οι προσδοκίες μου στις 5 Ιουλίου. Στο στάδιο Sarria της Barcelona παίχτηκε ένα παιχνίδι ενάντια στην Ιταλία, που όχι μόνο καταρράκωσε άμεσα το ηθικό μου, αλλά επίσης θα επηρέαζε τη στάση μου έμμεσα στο μέλλον σαν ένα ευρύτερο μάθημα γιά το βρώμικο γήπεδο της πραγματικής ζωής.

Στο 5΄ του αγώνα ο Ιταλός Rossi έβαλε το πρώτο γκολ προμηνύοντας τα δεινά που θα ακολουθούσαν. Στο 12΄ ο Socrates ανταπέδωσε αλλά ο Rossi σκόραρε ξανά στο 25΄. Στο δεύτερο ημίχρονο, μετά από απανωτές φάσεις και εναλλαγές ο Falcao ισοφάρισε γι’ ακόμη μιά φορά στο 68΄.
Η Βραζιλία θα προκρινόταν στον επόμενο γύρο αν με άμυνα διατηρούσε την ισοπαλία... όμως δεν υπήρχε σχέδιο υποχώρησης, μονάχα επίθεση και φαντασμαγορία. Ο καταραμένος Rossi στο 74΄ έκλεισε οριστικά την αυλαία.

Καρφωμένος μπροστά στην τηλεόραση, έμαθα εκείνο το απόγευμα, εκείνο το καλοκαίρι, πως μπορείς να είσαι ο καλύτερος κι όμως να χάνεις, πως μπορείς να χάνεις κι όμως να παραμένεις ο αγαπημένος.

Η ιστορία επαναλήφθηκε στο Μεξικό το 1986, με τον ίδιο προπονητή και σχεδόν την ίδια ομάδα, αφήνοντας παρόμοια πικρή γεύση.
Σήμερα εξακολουθώ να μην ενδιαφέρομαι για το ποδόσφαιρο. Όμως από τότε δεν έχασα επίσημο αγώνα της Βραζιλίας κι ας μην ήταν πιά λευκή κι ας μην έπαιζε μαγικά. Δεν διακρίνω πιά ξεχωριστά πρόσωπα, μόνον την ίδια κίτρινη φανέλα της εφηβικής μου εμμονής.
Κάθε τέσσερα χρόνια επιστρέφω σ’ εκείνη τη χρονιά, σταθερός εκεί, στην πρώτη σειρά των οπαδών, αμετανόητος πάντα και φανατικός, φωνάζοντας γιά τη νίκη.





Λευκή Βραζιλία: Ο πυρήνας της Εθνικής του 1982 ήταν λευκοί Βραζιλιάνοι. Ο Ζίκο, λευκός Πελέ.
Το μεγάλο παιχνίδι: BRAZIL - ITALY 2-3.
Η σύνθεση της Ομάδας: 1.VALDIR PERES, 2.LEANDRO, 3.OSCAR, 4.LUISINHO, 5.CEREZO, 6.JUNIOR, 8.SOCRATES, 9.SERGINHO, 10.ZICO, 11.EDER, 15.FALCAO.
Αναπληρωματικοί: 12.SERGIO, 22.CARLOS, 7.PAULO ISIDORO, 13.EDEVALDO, 14.JUNINHO, 16.EDINHO, 17.PEDRINHO, 18.BATISTA, 19.RENATO, 20.CARECA, 21.DIRCEU.
Οι προηγούμενοι αγώνες: Στον προκριματικό γύρο, τον Ιούνιο, στο έκτο γκρούπ: BRAZIL - USSR 2-1, BRAZIL - SCOTLAND 4-1, BRAZIL - NEW ZEALAND 4-0. Στον δεύτερο γύρο, στις 2 Ιουλίου, στο γκρούπ C: BRAZIL - ARGENTINA 3-1.
Οι φωτογραφίες: Με την σειρά που εμφανίζονται ZICO/FALCAO, ZICO, SOCRATES, FALCAO, EDER. Η Εθνική Βραζιλίας, 1982 FIFA World Cup.

15/7/09

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Νόμιζα πως θα την αντίκρυζα Βαλκυρία στην τελευταία μάχη των ουρανών και απρόσμενα τη συνάντησα νεαρή κυρία σε ένα κοινότυπο γραφείο στη γη. Ωραία και προσεκτική, έξυπνη κι ευγενική, καλλιεργημένη και θηλυκή. Όταν την αναγνώρισα, ασυναίσθητα αναθεώρησα την μεταφυσική του έρωτα και των φύλων και αποκήρυξα τις αιτιολογημένες διδαχές του Σοπεγχάουερ γιά τις γυναίκες. Κεραυνόπληκτος, απαρνήθηκα το πνευματικό δισκοπότηρο και ζήτησα έλεος στον μόνο αληθινό κόσμο των αισθήσεων.


Αχ!... ωραία κυρία δίχως έλεος...
Τι δεν θα έκανα γιά να μονοπωλήσω τις σκέψεις και τα αισθήματά σου. Η καρδιά μου σφίγγεται, το μυαλό θολώνει, το στομάχι πονάει. Σε επιθυμώ σφοδρά με τρόπο ευγενικό αλλά και τρόπο πρόστυχο και ταπεινωτικό. Λάμπει στα μάτια μου ο πόθος, ανάμεσα στα πόδια σου άπληστα να χωθώ.

Όμως, όπως δυστυχώς συνηθίζεται στις ιπποτικές ιστορίες και στα τραγούδια των τρουβαδούρων, η Κυρία ανήκει σε κάποιον άλλον. Κι ενώ εγώ πετώ στα σύννεφα αναζητώντας ευνοϊκούς οιωνούς καρποφορίας και συγκομιδής, ο άλλος πραγματικά την οργώνει και τη σπέρνει στη γη.

Μοναδική παρηγοριά βρίσκω στον καθαρό έρωτα του Δάντη και του Πετράρχη... ανάθεμα στην προβηγγιανή domna, στη Βεατρίκη και τη Λάουρα.
Κρύβομαι από τον ήλιο και προσεύχομαι στη θεά του φεγγαριού να με λυπηθεί και να με σώσει. Γιατί από μαύρος ιππότης των σπαθιών, μεταμορφώνομαι σιγά σιγά σε πολύχρωμο ζονγκλέρ της καρδιάς, ανάξιο λόγου και φαιδρό γελωτοποιό.




Η εικόνα: Έργο τoυ Michael William Kaluta. Από την εικονογράφιση του Never Say Die στο άλμπουμ Nativity In Black, Part II: A Tribute to Black Sabbath.
Η Βαλκυρία: Στην τελευταία μάχη, υπερβατική Δέσποινα των Λογισμών. Η γυναίκα του κειμένου, αναπάντεχη ενσάρκωσή της και δυνητική σωτηρία μου στη γη.

3/7/09

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΙ

«...Τι επιθυμείς πάνω απ’ όλα ;»
«Μπροστά στον ήλιο... που θα δύει πίσω από την κορυφή ενός λόφου, γεμάτος ευλαβική λατρεία... κοιτάζοντας πέρα την αστραφτερή θάλασσα, κάτω από ενα ψηλό ευγενικό πεύκο... να σκοτωθώ μονάχος».
...........
...Πέρα από τα ξερά ρείκια, πέρα από το ψηλό χορτάρι, πέρα από τα χαμηλά κλαδιά απλωνόταν η νυχτερινή θάλασσα. Αν και δεν είχε φεγγάρι, η θάλασσα αντικαθρέφτιζε το αχνό φως του ουρανού και τα νερά λαμπύριζαν μαύρα.
............
«Έχει πολλή ώρα ακόμα ώσπου να βγει ο ήλιος», μονολόγησε ο Ισάο, «και δεν μπορώ να περιμένω. Δεν υπάρχει λαμπερός δίσκος που ν’ ανατέλλει. Δεν υπάρχει κάποιο αρχοντικό πεύκο να με σκεπάσει με τον ίσκιο του. Ούτε θάλασσα ν’ αστράφτει».
...........
...Αμέσως μετά, με μια δυνατή κίνηση έμπηξε το μαχαίρι στο στομάχι του. Ακριβώς τη στιγμή που η λεπίδα έσκιζε τη σάρκα του, ο λαμπερός δίσκος του ήλιου τινάχτηκε ψηλά κι έγινε συντρίμμια πίσω από τα βλέφαρά του.
»


Το πρωϊ της 25ης Νοεμβρίου 1970 ο συγγραφέας Γιούκιο Μισίμα με την βοήθεια τεσσάρων συντρόφων του από την Εταιρία της Ασπίδας εισέβαλε στο Αρχηγείο του Στρατού, στην καρδιά του Τόκυο. Κρατώντας όμηρο έναν σημαντικό στρατηγό, εκφώνησε επαναστατικό λόγο στους συγκεντρωμένους στρατιώτες των Δυνάμεων Αυτοάμυνας ενάντια στο εκφυλισμένο, μεταπολεμικό Σύνταγμα της Ιαπωνίας και αμέσως μετά αυτοκτόνησε με τον τελετουργικό τρόπο σεπούκου των Σαμουράι. Το προηγούμενο βράδυ είχε υπογράψει το τελευταίο μέρος της μεγάλης, συγγραφικής τετραλογίας του.
Έφτασε έτσι ηθελημένα και ταιριαστά, νέος ακόμη και δυνατός, στο τέλος του διττού Δρόμου του Λόγιου και του Πολεμιστή.

«Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της ιαπωνικής ιστορίας: το χρυσάνθεμο και το ξίφος. Μετά τον πόλεμο η ισορροπία ανάμεσα στα δύο χάθηκε. Το ξίφος περιφρονείται από το 1945. Το ιδανικό μου είναι να αποκαταστήσω την ισορροπία. Να αναβιώσω την παράδοση των Σαμουράι, μέσα από τη λογοτεχνία μου και τη δράση μου. »

Ο Μισίμα όπως και ο λογοτεχνικός του ήρωας Ισάο, θα παρέδιδε ο ίδιος το μήνυμα της γης στον ουρανό με μιά αποφασιστική πράξη αγνότητας. Σύμφωνα με τα λόγια του, θα μεταμορφωνόταν σε αγγελιοφόρο δράκοντα, θεϊκό ανεμοστρόβιλο, να βυθιστεί μέσα στον ήλιο...
Ο Ήλιος και το Ατσάλι απέτρεψαν την καταδίκη της φθοράς. Τα πέντε σημάδια της παρακμής ενός αγγέλου πριν τον θάνατο, δεν πρόλαβαν να τον σφραγίσουν.

Ο τελευταίος Σαμουράι πλέει αιώνια πιά στη σεληνιακή Θάλασσα της Γονιμότητας πάνω ακόμη κι από τους Θεούς Ανέμους, που προστατεύουν τα ιαπωνικά νησιά.
Κι εγώ γράφω γι’ αυτόν μέσα στην ασφάλεια του δωματίου μελέτης στο σπίτι μου, μακρυά από κάθε κρίση ζωής και θανάτου, δίχως να έχω γνωρίσει την υπέρτατη αγάπη ούτε και τη χαρά του πολεμιστή. Παράταιρο μνημόσυνο γιά να ξορκίσω τη ντροπή μου...




Η εισαγωγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιούκιο Μισίμα, ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΑ ΑΛΟΓΑ, δεύτερο μέρος της τετραλογίας Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ (1965-1970).
Γιούκιο Μισίμα: Κιμιτάκε Χιραόκα (1925-1970). Ο σημαντικότερος λογοτέχνης της Ιαπωνίας του εικοστού αιώνα. Δυτικοτραφής, δανδής και αισθητιστής. Θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ και ταυτόχρονα υπέρμαχος του Μπουσίντο. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο προέρχεται από το όνομα του χιονιού και την πόλη Μισίμα, όπου και η καλύτερη θέα της χιονισμένης κορυφής του όρους Φούτζι.
Ο τίτλος: Από το ομώνυμο, αυτοβιογραφικό έργο του.
Η φωτογραφία: Ο συγγραφέας στο σπίτι του, στο Τόκυο (1966).
Η Εταιρία της Ασπίδας: Ο προσωπικός στρατός του Μισίμα. Παραστρατιωτική οργάνωση πανεπιστημιακών φοιτητών γιά την υπεράσπιση του κώδικα ηθικής των Σαμουράι.

15/6/09

ΓΛΥΠΤΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΟ

Η αισθητική είναι μιά ιδιαίτερη σχέση του εαυτού μας με τον κόσμο. Γιά να εκδηλωθεί πρέπει πρώτα να σπάσουμε τους πρακτικούς δεσμούς που μας συνδέουν με τα αντικείμενα της καθημερινότητας. Πριν καταφέρουμε να εκτιμήσουμε την ομορφιά τους πρέπει να πάψουμε να τα αποτιμούμε με το μέτρο της λειτουργικής τους ωφελιμότητας.
Όπως όλα τα χρηστικά αντικείμενα, τα αυτοκίνητα αξιολογούνται στις μέρες μας με γνώμονα την άνεση και την αξιοπιστία, την οικονομία και την ασφάλεια, την αντιρυπαντική τεχνολογία και την κοινωνική καταξίωση. Όλα βαρετά κριτήρια γιά πρακτικούς καταναλωτές, που δεν ταιριάζουν στις ουτοπιστικές κλίμακες των παρωχημένων μας πεποιθήσεων.

Συνήθως τα πράγματα που μας περιβάλλουν, χαρακτηρίζουν την ποιότητα των επιλογών μας και αποκαλύπτουν ιδιαίτερα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Στον υπερθετικό βαθμό, τα ιδιωτικά αυτοκίνητα σαν καθημερινά μέσα μετακίνησης είναι ένα είδος μηχανικής προέκτασης προσωπικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, γιά μένα η αυτοκίνηση προσφέρει δύο ειδών συγκινήσεις: Η πρώτη - που σχετίζεται με τις βασικές ζωικές ορμές - είναι η έντονη αίσθηση της απότομης επιτάχυνσης. Η δεύτερη - που άπτεται της έννοιας του ωραίου - είναι η χαρά της αισθητικής αξιολόγησης μιάς έντεχνης κατασκευής.


Γνωρίζω πως απέναντι στα παλαιότερα πράγματα παίρνουμε ευκολώτερα αισθητική στάση επειδή με το πέρασμα του χρόνου έχει εξασθενήσει η χρησιμότητά τους στις σύγχρονες ανάγκες μας. Όμως ο θαυμασμός μου γιά τα ωραία αυτοκίνητα προ του 1960 έχει μεταφυσικές αιτίες. Διακρίνω σε ορισμένα μοντέλα τόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που σίγουρα απηχούν την πρόσληψη υλικής μορφής, φασματικών προτύπων. Βλέπω μέσα στά σφυρηλατημένα σίδερα, βούληση και χαρακτήρα και την άγρια ευαισθησία των μηχανών. Όχι πιά αυτοκίνητα αλλά οχήματα ελευθερίας, καλλιτεχνικές δημιουργίες και βιομηχανικά γλυπτά από μέταλλο.

Θαυμάζω υπέρμετρα την λευκή Mercedes-Benz SSK του 1929, την μακρόστενη 8-λιτρη Bentley του 1930, την κόκκινη Aston Martin LM 18 του 1935. Λατρεύω την BMW 328 του 1937 και την Mercedes Targa Florio του 1924. Με συναρπάζουν η Jaguar XK120 και η πρώτη Porsche 356 του 1948. Πάνω απ’ όλα, ζηλεύω τα καταπληκτικά μπλε αυτοκίνητα του Ettore Bugatti της δεκαετίας του 20. Η αεροδυναμική Type 57 Αtlantic του 1936 σχεδόν μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Σχήματα και χρώματα συνδυάζονται μοναδικά ξυπνώντας μνήμες ξεχασμένων διαδρομών. Αν και χαμένος στην γκρίζα άσφαλτο του χρόνου, εξακολουθώ φαντασιακά να ιππεύω το αγωνιστικό μου μονοθέσιο, ζητώντας λύτρωση στη φυγή.
Αλίμονο! Μεταμορφώνομαι τότε σε φουτουριστικό Κένταυρο, αλχημικά ενωμένος στο σώμα με το δέρμα του καθίσματος και τα σίδερα της μηχανής.
Δίχως πνεύμα και ψυχή, προσμένω κατάργηση των ορίων λίγο πριν το τέλος της εποχής ...



Αισθητική: Η φιλοσοφική Καλολογία. Η συστηματική διερεύνηση της ποιότητας που ονομάζομε Ομορφιά.
Η φωτογραφία: Bugatti Type 35 (1924-1930).
Αγωνιστικό Μονοθέσιο: Το σιδερένιο μου άλογο AUTO UNION Type C (1936-7)

1/6/09

ΟΙ ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ ΛΥΚΟΙ

« ...αυτοί σαν λύκοι που τρων ωμά κρέατα
και κλείνουν ανείπωτη δύναμη μέσα τους,
και που σκοτώνοντας στα βουνά ελάφι μεγάλο με κέρατα
το τρώνε αρπαχτά
και όλων τα σαγόνια κοκκινίζουν από το αίμα
και ξεκινούν κοπαδιαστά να πιούν,
παίρνοντας λίγο λίγο με τις στενόμακρες γλώσσες τους
το σκοτεινό νερό
από βρύση που τρέχει μαύρο νερό,
καθώς ξερνούν το αίμα από το σκοτωμένο ζώο... »


Διαβάζω πολλά χρόνια την Ιλιάδα: από μικρός ξεφυλλίζοντας τις εντυπωσιακές εικόνες παιδικών εκδόσεων, αργότερα σαν μαθητής μελετώντας τις συμβατικές αναλύσεις του σχολείου, σήμερα ως διανοούμενος και ώριμος αναγνώστης ισορροπώντας ανάμεσα στη νόηση και το συναίσθημα. Πάντοτε με συναρπάζει με αμείωτη ένταση. Τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνω στις σελίδες της την προσωπική μου ηθική και αναβαπτίζω στην ομηρική θεώρηση του κόσμου τα απαρχαιωμένα μου πρότυπα.

Η Ιλιάδα ως ενιαίο έργο τέχνης είναι το θεμέλιο του Δυτικού Πολιτισμού. Μέσα από την τραγική της εξιστόρηση αποκαλύπτει διάφανα την σύνθετη αντίληψη των πολεμικών ανδρών γιά τον εαυτό τους, τους άλλους ανθρώπους, τη φύση και τους θεούς. Ως βαρυσήμαντο κείμενο οριοθετεί τις ουσιώδεις σχέσεις της ποίησης με το ευρύτερο πολιτισμικό της πλαίσιο. Πάνω απ’ όλα, στο βαθύτερο περιεχόμενό της μας διδάσκει την αποδοχή του παράλογου νοήματος της ζωής και του θανάτου.

Η αρχική πρόταση που παραθέτω, σηματοδοτεί την έναρξη της προετοιμασίας των Μυρμιδόνων πριν την επάνοδό τους στη μάχη. Όταν η τρωική φωτιά έφτασε στα καράβια των Αχαιών, η οσμή του αίματος ξύπνησε τους κοιμισμένους λύκους. Η Ιλιάδα ξεχειλίζει από τέτοιου ύφους σπαράγματα. Προσφέρουν αισθητική παιδεία και ταυτόχρονα αφυπνίζουν την ηρωική συνείδηση στο φοβερό σημείο σύμμειξης κτήνους και θεού...




Η εισαγωγή: Ομήρου ΙΛΙΑΣ, Π 156-162. Μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή.
Η εικόνα: Το εξώφυλλο του Paolo Rivera από το έκτο τεύχος της πρόσφατης, εικονογραφημένης σειράς της Marvel, THE ILLIAD (2008). Διασκευή των R. Thomas και M.A. Sepulveda.
Οι Μυρμιδόνες: Πενήντα ήταν τα καράβια τους και σε καθένα ήταν πενήντα άντρες. Πέντε ήταν οι αρχηγοί τους: ο Μενέσθιος, ο Εύδωρος, ο Πείσανδρος, ο Φοίνικας και ο Αλκιμέδοντας. Βασιλιάς όλων τους ήταν ο Αχιλλέας.

Πρόθεσή μου: Να επαναφέρω σποραδικά στην Πολεμική Σημαία, αποσπάσματα της Ιλιάδας.

15/5/09

ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

« ..... Και μετά θαρθεί ο Κάπρος της Κορνουάλλης και θα πατήσει το σβέρκο των βαρβάρων. Ο Κάπρος θα γίνει κύριος του Ωκεανού και αφέντης πάνω από τα δάση της Γαλατίας. Κι ο Κάπρος θα χαθεί αλλά δε θα χαθεί και το τέλος του θάναι για όλους ένα μυστήριο. Και το όνομα του Κάπρου θα είναι πάντα στα χείλη του λαού του και τα κατορθώματά του θάναι ψωμί και κρασί στο στόμα αυτών που δηγιούνται ιστορίες .....
..... Ώσπου ναρθεί ο Κάπρος για δεύτερη φορά από τη χώρα που δεν την ξέρει κανείς.....
»



Νωρίς εκείνο το πρωί θα βρίσκομαι στο αλσύλλιο ανάμεσα στους δύο λόφους, στο ερειπωμένο ερημητήριο δίπλα στο ξωκλήσι. Θα διασχίσω το δάσος με τις οξιές και θα φτάσω στη γυάλινη λίμνη πριν το πρώτο φως σκορπίσει την ομίχλη.
Εγώ ήμουν τότε ο τελευταίος, εγώ μονάχα ξέρω που έριξα το θρυλικό Σπαθί.
Θα περιμένω στην ακτή παρατηρώντας την επιφάνεια του διάφανου νερού να διακρίνω τη στιγμή, που ο κύκλος του μεγάλου χρόνου θα ολοκληρωθεί. Κι όταν η λίμνη μοιάζει με υδάτινο ουρανό πάνω στη γη, ένα χέρι με σιδερένιο γάντι μέσα από το νερό, όπως παλιά θα εμφανιστεί. Η Κυρά της Λίμνης θα επιστρέψει το Εξκάλιμπερ από τη μήτρα της ανυπαρξίας στο φως του κόσμου, στη νέα μας ζωή. Θα πιάσω με τα δύο χέρια τη λαβή και τρείς φορές στον άνεμο θα το βαφτίσω, στρέφοντας προς τη φλογισμένη ανατολή. Πάνω στο υγρό ατσάλι, ο πρώτος Ήλιος ανελέητος θα αποκαλυφθεί.
 


Έπειτα, πίσω στο ξέφωτο του δάσους θα γυρίσω, να το καρφώσω στον πέτρινο βωμό και τη θέση μου να πάρω στου Κάπρου τη σιωπηλή γραμμή. Και οι εκατόν πενήντα σύντροφοι της Παλαιάς Φρουράς θα είναι εκεί, άγιοι κι αμαρτωλοί από τον ουρανό κι από τη γη.
Πρώτα με σεβασμό θα προσφερθούν οι οφειλόμενες χοές. Το αίμα θα ποτίσει τη κόψη του Σπαθιού και θα κοκκινίσει τον βράχο στην υποδοχή. Μετά με κλωνάρια και καρπούς από πεύκα και βελανιδιές θα στολίσουμε τις πανοπλίες και θα καλύψουμε με μούρα και κάστανα κι άγρια σταφύλια τις ασπίδες. Τα πράσινα και χρυσαφιά λάβαρα του Μαύρου Άστρου θα υψωθούν και μανιασμένη θύελλα θα ξεσπάσει.
Και μέσα στη καταιγίδα θα σπάσουμε τις κούφιες πέτρες για να ξυπνήσουν οι κοιμισμένοι Δράκοι. Καιόμενος ανάμεσά τους, ο αναγεννημένος Κάπρος θα μας κεράσει άρτο και οίνο και η αρχαία συμφωνία θα σφραγιστεί.



Κι όταν τελειώσει η τελετή, θ’ανοίξουμε τις πύλες του καθαρτηρίου να ελευθερώσουμε τις έκπτωτες ψυχές. Όχι πιά αγνή αγάπη και γλυκερές μπαλάντες ούτε άγια δισκοπότηρα και κούφια ηθική. Θα ζήσουμε στ’ αλήθεια τούτη τη φορά για να δημιουργήσουμε με σκληρότητα τον Κόσμο από την αρχή.
Οι Ιππότες της Αυγής σιωπηλά θα καλπάσουν στην ανοιξιάτικη φωτιά του χορταριού, στα σκοτεινά όνειρα, στα ξεχασμένα έθιμα και στις φθαρμένες παραδόσεις.
Κι όταν θα ’χουμε σπείρει πιά μια νέα, υπεράνθρωπη φυλή, άξια να κατοικήσει τη γη, θα επιστρέψω στο δάσος με τις οξιές, λίγο πριν τη δύση. Μόνος μου στο λυκόφως, θα βυθιστώ στη γυάλινη λίμνη να ξαναδώσω πίσω το Σπαθί.

...Κι όλα αυτά είναι γραμμένα στο Βιβλίο των Ψευδοπροφητειών του Ιππότη του Ήλιου...




H εισαγωγή: Από την προφητεία του Μέρλιν στην Ιστορία του Πύργου και των Δράκων (Νέννιος, γύρω στο 800, Historia Britonum και Γοδεφρείδος του Μονμάουθ, 1125, Historia Regum Britanniae από την συλλογή Μεσαιωνικών Θρύλων της Ουαλλίας του Ν. Κούρκουλου).
Ο Κάπρος της Κορνουάλλης: REX QUONDAM REXQUE FUTURUS.
Οι Δράκοι: Σύμφωνα με την παράδοση ο Κόκκινος των Κελτών, ο Λευκός των Γερμανών.
Οι φωτογραφίες: Από την ταινία EXCALIBUR (1981) του John Boorman. Η καλύτερη μέχρι σήμερα απεικόνιση του Κύκλου της Στρογγυλής Τραπέζης στην έβδομη τέχνη. Μοναδικός συνδυασμός αισθητικής και ιδεολογίας.
Το Σπαθί κι ο Δράκος: Κληρονομιά των Σαρματών στον μεσαιωνικό κόσμο των ιπποτών διά μέσου των ρωμαϊκών λεγεώνων που στάθμευαν στη Βρετανία. Οι Σαρμάτες θυσίαζαν στο θεϊκό Σπαθί που κάρφωναν στη γη λατρεύοντας τον θεό του πολέμου. Σαρματική προέλευση είχαν πιθανά και τα μακρόστενα Draco λάβαρα του ρωμαϊκού ιππικού, που αρχικά χρησίμευαν γιά να δείχνουν τη φορά του ανέμου. Σαρμάτες υπηρετούσαν στον ρωμαϊκό στρατό της Βρετανίας έως και τα τέλη του 4ου αιώνα.
Ο Μπέντιβερ: Ο τελευταίος ιππότης που κράτησε κι έριξε στη θάλασσα το Εξκάλιμπερ.

1/5/09

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

« Ναι, ήμουν ένας βασιλιάς μυθικός,
Θρονιασμένος πάνω σ’ ένα βράχο ψηλό,
Σκήπτρο μου ήταν ένα κρίνο λυγερό,
Από άστρα λαμπερά ήταν η
κορόνα μου »

Ένας λευκός κύκνος σέρνει με χρυσή αλυσίδα μιά βάρκα στον ποταμό Εσκώ. Όρθιος στέκεται μέσα ο Λόενγκριν, ο γιός του Πάρσιφαλ των Ιπποτών του Δισκοπότηρου. Αντίθετα με την παράδοση, η βάρκα δεν πλευρίζει στις όχθες του ποταμού, στη μυθική Βραβάντη του 10ου αιώνα αλλά συνεχίζει την πορεία της στα ρεύματα του χρόνου. Σχεδόν εννιακόσια χρόνια αργότερα ο Ιππότης του Κύκνου φτάνει στους κήπους του παλατιού Λίντερχοφ, στο τεχνητό σπήλαιο της Αφροδίτης όπου ο Τάνχωυζερ κοιμάται ακόμη αμέριμνος στην αγκαλιά της Χόλντα.
Ο Λόενγκριν κι ο Τάνχωυζερ έχουν να εκτελέσουν ιερή αποστολή. Μαζί θα στέψουν το νεαρό πρίγκιπα της Βαυαρίας με τον μαύρο κύκνο, την άρπα και το καρφωμένο στο δένδρο σπαθί.


Ο Λούντβιχ έζησε στα μέσα του 19ου αιώνα, σε λάθος εποχή. Καταραμένος από μάγισσα, γεννήθηκε αντί ιππότης των παραμυθιών, γαλαζοαίματος της παρακμής. Περήφανος, ωραίος, αυτάρεσκος και επιβλητικός - με ύψος ένα και ενενήντα - στέφτηκε δεκαοκτώ χρονών βασιλιάς της Βαυαρίας. Οι ειδήμονες αργότερα θα τον αποκαλούσαν βασιλιά των παραμυθιών, βασιλιά κύκνο και τρελό βασιλιά, στην αρχή όμως της βασιλείας του θα τον μνημόνευαν ως ιεροφάντη της βαγκνερικής μουσικής.

Ο βασιλιάς αναζήτησε και συνάντησε τον Ριχάρδο Βάγκνερ αμέσως μετά τη στέψη του κι από τότε έγινε μόνιμος χορηγός και προστάτης του. Η διαφορά ηλικίας - ο συνθέτης ήταν τότε πενηνταενός - ευνόησε μιά έντονη, πλατωνική σχέση. Η αγάπη τους είχε στο φόντο της τη γερμανική μυθολογία και στα πρόσωπά τους ο νέος Ζήγκφριντ συνάντησε ξανά τον γέρο Βόταν μέσα σε λατρευτικές εκδηλώσεις φιλίας και αφοσίωσης. Ο δεύτερος επιφανής του έρωτας ήταν η κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερη, εξαδέλφη του Ελισάβετ των Βίτελσμπαχ, αυτοκράτειρα της Αυστρίας. Αδυνατώντας να έχει την ίδια, αρραβωνιάστηκε από απόγνωση την εικοσάχρονη αδερφή της Σοφία, αν και τελικά απέφυγε να την παντρευτεί. Ο γάμος όπως και η κοινωνία και η πολιτική δεν κολάκευαν την εξεζητημένη αισθητική του.

Ο Λούντβιχ ήταν ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος, ευαίσθητος και ρομαντικός. Η πραγματική διακυβέρνηση της χώρας δεν τον ενδιέφερε. Την ίδια εποχή που οι Πρώσοι του Μπίσμαρκ προωθούσαν την ένωση όλων των γερμανικών κρατών, ο ίδιος παρακολουθούσε παγερά αδιάφορος την εγκόσμια πολιτική. Η Βαυαρία πάντως πολέμησε στο πλευρό της Αυστρίας το καλοκαίρι του 1866 και κατατροπώθηκε μαζί της.
Ο βασιλιάς παρέμενε δεσμώτης των ονείρων του κι έψαχνε να βρεί τρόπους να τα επιβάλλει στην πραγματικότητα. Έτσι ανακάλυψε την τέχνη των πύργων. Το κάστρο Λίντερχοφ άρχισε να κατασκευάζεται το 1868, το Νόισβανστάιν το1869, το Χέρρενκήμζέε το 1878. Έκανε ο ίδιος τα σχέδια αυτών των μυθικών προμαχώνων στον κόσμο της φθοράς και χρησιμοποιούσε το κρατικό θησαυροφυλάκιο γιά να χρηματοδοτήσει την ανέγερσή τους.

Τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του κοιμόταν κατά την διάρκεια της ημέρας και ζούσε μόνον τη νύχτα. Ίππευε γιά ώρες στην καρδιά του σκοταδιού και αποσυρόταν με το φως της αυγής. Με άλογα, με έλκηθρα, με στοιχειωμένα τραίνα έτρεχε να ξεφύγει από τους κοινούς ανθρώπους και την τρέλα. Μαύρη αγνότητα και ανήθικη αγιοσύνη. Η αθωότητα και η ευτυχία δεν συμβιβάζονται με την καταραμένη τέχνη κι ο χρόνος είναι αδυσώπητος εχθρός της ομορφιάς.

« ...όποιος ψηλά στάθηκε στ’ ακρινά κορφοβούνια του κόσμου κι αγνάντεψε πέρα την καινούρια χώρα, της Νύχτας τα λημέρια – αληθινά δεν ξαναγυρίζει πίσω αυτός στου κόσμου τον σάλο, στη χώρα όπου σ’ αιώνια ταραχή φωλιάζει το Φως ... »


Ο Λούντβιχ ήταν πιά σαράντα χρονών και είχε γίνει βίαιος και μισάνθρωπος. Μισούσε την κοινοτοπία όσο και τους υπηκόους του κι έλεγε πως θα ήθελε ο λαός της Βαυαρίας να είχε ένα μόνον κεφάλι γιά να μπορούσε να το κόψει μεμιάς....

Τα κρατικά έσοδα συνέχιζαν να μετατρέπονται σε κάστρα και οι συνετοί τραπεζίτες και διαχειριστές του ανησυχούσαν γιά πιθανή χρεοκοπία. Οι γιατροί του Μονάχου με την σύμφωνη γνώμη των υπουργών της κυβέρνησης και της βασιλικής οικογένειας αποφάνθηκαν πως ο βασιλιάς ήταν φρενοβλαβής. Τον συνέλαβαν και τον απομόνωσαν στο ανάκτορο του Μπέργκ, στις όχθες της λίμνης Στάρνμπεργκ, μετατρέποντας μιά πτέρυγα του ανακτόρου σε νευρολογική κλινική.
Την δεύτερη μέρα του εγκλεισμού του, το απόγευμα μιάς βροχερής Κυριακής του Ιουνίου, ζήτησε να κάνει ένα περίπατο στον κήπο. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε στα ρηχά νερά της λίμνης αφού πρώτα έπνιξε τον γιατρό-δεσμοφύλακα που τον συνόδευε.

Ο τρελός βασιλιάς παραμένει στο πέρασμα των χρόνων, σκοτεινό είδωλο των ρομαντικών. Γεννήθηκε ψεύτικος ηγεμόνας του κόσμου τούτου αλλά χρίστηκε με τη στάση του αληθινός πρίγκιπας των θρύλων. Πραγματοποίησε τις αλλόκοτες επιθυμίες του κι έγινε ο τελευταίος βασιλιάς που εμείς αναγνωρίζουμε.
Γιατί ενώ εμείς επιθυμούμε μιά τελευταία έξοδο διαφυγής στην χώρα των ψευδαισθήσεων, αυτός αντίθετα οχύρωσε την είσοδο του μύθου στην άχαρη καθημερινότητα. Γιατί στο Βασίλειο των αισθητικών αξιών και γιά την Μεταφυσική του Ωραίου, αυτός θεμελίωσε τον Πύργο του Αναγεννημένου Κύκνου.

Στο κάστρο του Μοντσαλβάτ, ο Πάρσιφαλ πρωτοστατεί στην λειτουργία του Γκράαλ φορώντας τη μαύρη πανοπλία του. Στα ονόματα που επαναλαμβάνει πριν ξεσκεπάσει το Ιερό Δισκοπότηρο, αμέσως μετά τον Ριχάρδο Βάγκνερ, τελευταίον πάντα μνημονεύει τον Τρελό Βασιλιά.



Ο Βασιλιάς: Ludwig II (Ludwig Friedrich Wilhelm της δυναστείας των Βίτελσμπαχ, 1845-1886), γιός του Μαξιμιλιανού Β΄ Ιωσήφ της Βαυαρίας και ανηψιός του Όθωνα Α΄ της Ελλάδος. Η διακυβέρνηση της Βαυαρίας παραχωρήθηκε στον Όθωνα Α΄ Βίτελσμπαχ το 1180 από τον Σταυροφόρο Αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Μπαρμπαρόσα.
Οι φωτογραφίες: Ο Λούντβιχ στα 1867, μαύροι Κύκνοι στο νερό και στον αέρα, το κάστρο Neuschwanstein σε δική μου φωτογραφική αποτύπωση.
Το Neuschwanstein (New Swan Stone): Το τελευταίο κάστρο του Γκράαλ στον υλικό κόσμο.
Οι στίχοι της εισαγωγής: Της Μαύρης Αυτοκρατόρισσας Ελισάβετ (1837-1898), στη μνήμη του εξαδέλφου της Λουδοβίκου.
Οι στίχοι της Νύχτας: Του μεγάλου ποιητή Νovalis (1772-1801) από τους Ύμνους στη Νύχτα. Μετάφραση του Γ. Ν. Πολίτη.
Η κινηματογραφική ταινία: Του Λουκίνο Βισκόντι. ΛΟΥΝΤΒΙΧ (Το λυκόφως των Θεών, 1972).
Οι βασικές Όπερες αναφοράς: Του Ρίχαρντ Βάγκνερ. ΤΑΝΧΩΥΖΕΡ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 19 Οκτωβρίου 1845 στη Δρέσδη. ΛΟΕΝΓΚΡΙΝ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 28 Αυγούστου 1850 στη Βαϊμάρη. ΠΑΡΣΙΦΑΛ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 26 Ιουλίου 1882 στο Μπαϋρόυτ.
Η ανανέωση μιας υπόσχεσης: Το προσωπικό μου προσκύνημα στον πύργο του βασιλιά. Το πραγματοποίησα τελικά, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς.

16/4/09

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Στάθηκα γιά λίγο μπροστά από την δίφυλλη, ξύλινη πόρτα κι έβγαλα τη μάσκα της μεταμόρφωσης και το αστικό μου πανωφόρι. Ανέπνευσα ελεύθερα κι ένοιωσα την πανοπλία μου να τρέφεται ξανά με το σκοτάδι. Έπειτα μπήκα στο Ναό απρόσκλητος μα πρόθυμος και ταπεινός. Προχώρησα προς το ξυλόγλυπτο τέμπλο, έκανα με κατάνυξη το σημείο του σταυρού κι αποτραβήχτηκα αθόρυβα σε κάποιο απόμερο στασίδι.


Οι ιππότες με τους λευκούς μανδύες με κοίταξαν με προσμονή. Δεν είχα γνωστό οικόσημο ούτε ξεχώριζαν επίσημα στη μαύρη πανοπλία μου. Γιά μιά στιγμή ίσως να πίστεψαν πως ήμουν εγώ ο αναμενόμενος, εκείνος που αιώνες τώρα έχει χαθεί.

Όμως εγώ την Λόγχη του Πεπρωμένου ποτέ μου δεν αντίκρυσα. Δεν είμαι αθώος με αγνή καρδιά ούτε έγινα ποτέ σοφός μέσω του οίκτου. Δεν είμαι αυτός, που κάποτε ανύποπτος σκότωσε τον κύκνο. Και η όμορφη Κούντρυ εύκολα με τα καταραμένα κάλλη της, στον κήπο του Κλίνγκσορ θα μ’ είχε αποπλανήσει.

Οι φασματικοί ιππότες του σταυρού χάθηκαν πίσω από την Αγία Τράπεζα κι έμεινα μόνος με τις σκέψεις μου. Άκουγα αιθέρια μουσική στο ημίφως, σαν κάποια μακρυνή ορχήστρα να πρόβαρε την βαγκνερική μελωδία της Μαγείας της Μεγάλης Παρασκευής. Συλλογιζόμουν την αγρύπνια των όπλων μου στο ανυπόστατο παρεκκλήσι και τον άγιο Πάρσιφαλ με τη μαύρη πανοπλία. Οι Φύλακες του Γκράαλ ακόμη τον περιμένουν γιά να γιατρέψει την ανίερη πληγή.

Πέρασε η ώρα... πέρασαν τα χρόνια και η έρημη χώρα παραμένη άγονη και ξερή. Δίχως Μετάληψη και συγχώρεση φόρεσα πάλι τη μάσκα και το παλτό και βγήκα στο δρόμο, αντιμέτωπος με το εξωτερικό χάος και την εσωτερική σκοτεινιά. Ο αγώνας συνεχίζεται μέσα κι έξω, κάτω και πάνω, στη γη και τον ουρανό, μέχρι το τέλος του Χρόνου. Σε κάποια νέα Σκηνική Τελετουργία, ο Ήλιος μέσα στο Δισκοπότηρο θα ξαναγεννηθεί ...

Η φωτογραφία: Από την πρόσφατη επίσκεψή μου στην εκκλησία των Τευτόνων Ιπποτών στη Βιέννη.

Οι αναφορές: Παραπομπές στην μυθολογία του Γκράαλ.
Ο υπότιτλος: Moral Rearmament.

3/4/09

TEMPLE OF THE KING

Η χρονιά ήταν δύσκολη. Τρίτη Λυκείου στην μικρή πόλη που μεγάλωσα. Ο κοινωνικός περίγυρος και η οικογένεια περίμεναν να επιβεβαιώσω τις υψηλές μαθητικές επιδόσεις μου κι εγώ ανυπομονούσα να αφήσω πίσω μου τα καταπιεστικά στερεότυπα της επαρχίας.

Διάβαζα σκυφτός πάνω σε ένα μικρό γραφείο στο σπίτι των γονιών μου. Προετοιμαζόμουν εντατικά γιά τις τελικές εξετάσεις, που θα μου εξασφάλιζαν την είσοδο στο Πολυτεχνείο και την πολυπόθητη ελευθερία. Σχολείο το πρωϊ, φαγητό το μεσημέρι, διάβασμα και φροντιστήριο το απόγευμα, διάβασμα ξανά το βράδι και πάλι από την αρχή. Την μονοτονία έσπαγε μόνον η σκληρή μουσική στο παλιό πικάπ και τα χάδια της καλής μου συμμαθήτριας στα απόμερα σκοτάδια, τα σαββατόβραδα.

Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Έκθεση. Έλυνα εξισώσεις, αποστήθιζα τύπους, μελετούσα θεωρήματα και προετοίμαζα ασκήσεις. Ανέλυα θέματα ιδεών, σύνταξη προτάσεων, προλόγους και επιλόγους. Έγραφα και διάβαζα, διάβαζα και έγραφα. Και κάπου-κάπου, σήκωνα το κεφάλι κι έριχνα κλεφτές ματιές στο πόστερ που κρεμόταν δίπλα από το γραφείο μου: μιά μεγάλη φωτογραφία των Rainbow σε συναυλεία, με το ηλεκτρικό ουράνιο τόξο πίσω τους να φωτίζει τη σκηνή.

Έκλεινα τα μάτια από την κούραση κι άφηνα τη μουσική να επενδύσει τις σκέψεις μου. Το ουράνιο τόξο σχημάτιζε μιά πολύχρωμη πύλη διαφυγής στα σύνορα της φαντασίας μου. Πλησίαζε η μέρα που θα ξέφευγα προς το μέλλον.

One day, in the year of the fox
Came a time remembered well,
When the strong young man of the rising sun
Heard the tolling of the great black bell.
One day in the year of the fox,
When the bell began to ring,
It meant the time had come for one to go
To the temple of the king.



Τα βασικά στοιχεία της πρώτης μύησης ήταν ήδη εκεί κι ας μην τα αναγνώριζα τότε:

Η χρονιά της Αλεπούς που συμβόλιζε τον καιρό της πανουργίας και της εξαπάτησης. Ο Ήλιος στην ανατολή. Ο ήχος της μαύρης καμπάνας, που με καλούσε στο ναό του Βασιλιά. Το ίδιο το ουράνιο τόξο σαν αντανάκλαση της γέφυρας των ουρανών, που κάποτε θα με έφερνε στην Άσγκαρντ.

Από την Αλεπού θα ξεκινούσε η αναζήτηση γιά την αποκατάσταση του Λύκου. Θα ξέφευγα τελικά από όλους, όχι όμως κι από τον εαυτό μου...


Χρονολογία μετάβασης: 1982-1983.
Οι εικόνες: Φωτογραφία των Rainbow στη σκηνή, από το εξώφυλλο του Live, On Stage (1977). Το κάστρο της stratocaster σε εικονογράφηση του David Willardson, από το εξώφυλλο του πρώτου τους άλμπουμ, RITCHIE BLACKMORE ’S RAINBOW (1975).
Οι στίχοι: Του Ronnie James Dio. Από το Temple of the King, θρυλικό τραγούδι στην ιστορία της σκληρής μουσικής.

20/3/09

ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ

Στον Κήπο των Θεών πέρα από τον Ωκεανό, στα πέρατα της Δύσης, στη χώρα των Υπερβορείων, φυτρώνουν οι μαγικές μηλιές της αιώνιας ζωής. Οι χρυσοί καρποί τους είναι τα μήλα της αθανασίας και της παντοτινής νεότητας.

Τα πρώτα μήλα ήταν γαμήλιο δώρο της Γης προς την Ήρα. Οι σπόροι τους φυτεύτηκαν στον κήπο των Εσπερίδων και η Ήρα όρισε φύλακα ένα άγρυπνο φίδι με εκατό κεφάλια. Αργότερα, ο Ηρακλής σκότωσε το φίδι τοξεύοντάς το με βέλη βουτηγμένα στο δηλητηριώδες αίμα της Λερναίας Ύδρας και οι Εσπερίδες από τη λύπη τους μεταμορφώθηκαν σε δέντρα. Οι μηλιές έμειναν αφύλακτες κι όταν οι Ολύμπιοι ξεχάστηκαν, ο κήπος ξεθώριασε όπως και οι αθάνατοι στις αναμνήσεις των θνητών. Καθώς κυλούσαν οι αιώνες και στο Νότο εξαπλωνόταν η νέα θρησκεία των Χριστιανών, η Υπερβορέα απέμεινε ο τελευταίος προμαχώνας των Aρχαίων. Οι Ολύμπιοι αποσύρθηκαν στα ψηλά βουνά κι ο κήπος με τα μήλα πέρασε στην εποπτεία των Βόρειων Θεών.


Η Ίντουν της βλάστησης και της άνοιξης τον ανακάλυψε πρώτη, πριν ακόμη συναντήσει τον αγαπημένο της Μπράγκι, βάρδο των ουρανών. Μάζευε εκεί τα φρούτα στο μαγικό της καλάθι και τα μοίραζε στους άρχοντες της Άσγκαρντ. Με τα μήλα των Εσπερίδων οι Αίσιρ παρέμεναν νέοι, ωραίοι και αθάνατοι μέχρι την τελευταία μάχη του Λυκόφωτος.

Στην διεστραμμένη χριστιανική μυθολογία, η τροφή των παλαιών θεών προκάλεσε την πτώση των ανθρώπων. Το καταραμένο μήλο του Παραδείσου συνδέθηκε μέσω της Εύας με την ασχήμια, τον πόνο και τον θάνατο. Το φίδι δεν άλλαξε πολύ, όμως το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού δεν καρποφορούσε πιά αθανασία.

Γνωρίζοντας την αλήθεια, ο χριστιανός βασιλιάς των ιπποτών αποσύρθηκε ετοιμοθάνατος στον κόσμο της μετάβασης των αρχαίων. Τρείς μαυροφορεμένες βασίλισσες, που θύμιζαν τις κόρες του Έσπερου, τον μετέφεραν εκεί μ’ ένα πλοίο. Στο Άβαλον, το νησί με τις μηλιές της αιώνιας νεότητος, αναμένει από τότε το κάλεσμα της επιστροφής.


Ερπετά και θηλυκές μορφές τριγυρίζουν πάντα κοντά στα μήλα της χαράς και της ζωής. Μας εμποδίζουν και μας παρενοχλούν ή με υστερόβουλη αγάπη μας προσφέρουν και μεσολαβούν. Είναι άραγε αναγκαστικοί συμμέτοχοι της επιτυχίας, αναπόφευκτο τίμημα που πρέπει να πληρωθεί ή μέρος της κατάρας που μας ακολουθεί ;

Αναζητώ κι εγώ τον αμετάβλητο χρόνο. Όμως πέρα από τις υπερβατικές αρχές και τα ορατά σύμβολα διατηρώ τις εύλογες επιφυλάξεις μου. Ανάμεσα στο καλό και το κακό, παραμένω ανήθικος αισθητιστής και βλέπω επίχρυσα μήλα στα άγουρα στήθη και στα γλυκά χείλη, στους σάρκινους καρπούς, στο γυναικείο κορμί. Προσδοκώ βέβαια, μονάχα ψεύτικη αθανασία στον πόθο και την ηδονή.




Ο κήπος των Θεών: Στην πιό διαδεδομένη εκδοχή βρισκόταν στη μακρινή Δύση, δίπλα στους στύλους που ο Τιτάνας Άτλαντας κρατούσε στους ώμους του στηρίζοντας το θόλο του ουρανού. Ο Ηρακλής έφερε τρία χρυσά μήλα στις Μυκήνες ολοκληρώνοντας τους άθλους του. Η Αθηνά τα επέστρεψε αργότερα στον κήπο των Εσπερίδων.
Οι Εσπερίδες: Κόρες της Νύχτας. Η Αίγλη, η Ερύθεια και η Εσπερέθουσα. Κόρες του Έσπερου.
Το φίδι: Ο δράκος Λάδωνας, που γέννησαν ο Φόρκυς και η Κητώ. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, γέννημα της Έχιδνας και του Τυφώνα.
Η Ίντουν: Προσωποποίηση της αναζωογόνησης της Φύσης κατά την επιστροφή της άνοιξης.
Ο χριστιανός βασιλιάς των ιπποτών: Ο βασιλιάς Αρθούρος.
Ο πίνακας: Eve and the Serpent (1997) του Chris Achilleos.