25/12/19

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Αλίμονο! Ανυπεράσπιστος απέναντι στο ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου, με πικρή νοσταλγία, καταφεύγω συχνά τέτοιες μέρες, στις ιαματικές αναμνήσεις των Χριστουγέννων των παιδικών μου χρόνων. Στις αναμνήσεις αυτές, κάποτε βρίσκω παρηγοριά, ποτέ όμως λύτρωση.

Τα Χριστούγεννα, περνούσα το εορταστικό δεκαπενθήμερο των σχολικών διακοπών πάντοτε στην Αθήνα, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς από την πλευρά της μητέρας μου. Στη διάρκεια αυτής της ξέγνοιαστης περιόδου, μεγάλη χαρά μου έδινε η καθιερωμένη επίσκεψη στην λαμπερή καρδιά της πόλης. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, η στολισμένη Αθήνα έμοιαζε ακόμη εκθαμβωτική στα αθώα μάτια ενός πιτσιρικά από την άχαρη επαρχία.

Ο παππούς φόραγε τα καλά του, το καπέλο και το παλτό του, μ’ έπαιρνε από το χέρι και με το αστικό λεωφορείο κατεβαίναμε στο φωταγωγημένο κέντρο των Αθηνών. Πρώτος σταθμός ήταν η κεντρική αγορά για τις προμήθειες του γιορτινού τραπεζιού. Έπειτα ακολουθούσε περίπατος στις φανταχτερές βιτρίνες έως το μεγάλο πολυκατάστημα της εποχής, το εμβληματικό ΜΙΝΙΟΝ των παιχνιδιών. Εκεί, χάζευα θαμπωμένος για κάμποση ώρα στον όροφο με τα σκηνικά των παραμυθιών που στήνονταν επ’ ευκαιρία της προβολής της νέας, κάθε φορά, ταινίας του Ντίσνεϋ. Κι αργότερα, όταν τέλειωνε ο χρόνος που μου αναλογούσε, ακολουθούσα τον παππού στην τακτική του επίσκεψη στο γραφείο του αγαπημένου του υιού - και δικού μου θείου.


Λίγα οικοδομικά τετράγωνα πιο πέρα, ανεβαίναμε με το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο ενός πολυσύχναστου κτιρίου, κι αφού προσπερνούσαμε διάφορους καλοντυμένους υπαλλήλους διασχίζοντας μια πολύβουη αίθουσα, κάποια κομψή γραμματέας ανακοίνωνε την αιφνίδια παρουσία μας στο ιδιαίτερο γραφείο του προϊσταμένου συγγενή μας.
Το γεγονός όμως που μου κινούσε την περιέργεια, ήταν πως από τη στιγμή που μπαίναμε στον ανελκυστήρα, ο παππούς επαναλάμβανε μονολογώντας φωναχτά, σαν μαγική επωδό, τον κομπαστικό έπαινο: Σπουδαίε γιέ μου! γιέ μου Διευθυντή! γιέ μου Διοικητή!

Η αδιάκριτη επωδός που επαναλαμβανόταν κάθε φορά που επισκεπτόμασταν το γραφείο του θείου μου, μου φαινόταν από τότε εξεζητημένη και κάπως υπερβολική. Ο δάσκαλος παππούς μου ήταν συνήθως φειδωλός στους επαίνους και συγκρατημένος στους χαρακτηρισμούς, και σίγουρα δεν συνήθιζε υπνοβατικούς μονολόγους.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να μάθω την αλήθεια πίσω από την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Σε κάποια πρόσφατη ανταλλαγή αναμνήσεων με τον συνταξιούχο πλέον θείο μου, έλαβα επιτέλους την απάντηση στην παιδική μου απορία.

Ο παππούς είχε κατέβει στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ΄30, φτωχός νεαρός από τα αραιοκατοικημένα χωριά του ορεινού όγκου της Γκιώνας, στη Δωρίδα. Στερημένο χωριατόπαιδο που μόλις είχε αποφοιτήσει από το Διδασκαλείο του Αιγίου, έχοντας βιώσει την σχεδόν απόλυτη ένδεια, πωλούσε για να επιβιώσει μέχρι τον διορισμό του, προϊόντα μαναβικής. Λεμόνια, που κουβαλούσε μέσα στην μοναδική του πουκαμίσα, στο πεζοδρόμιο έξω ακριβώς από την πόρτα του επιβλητικού τραπεζικού ιδρύματος, που κατά μια σπάνια σύμπτωση με διδακτικούς συμβολισμούς, ο αριστούχος γιός του αργότερα θα καταλάμβανε τα ύπατα αξιώματα.

Προφανώς, ανεβαίνοντας με εκείνο το ασανσέρ, ο περήφανος παππούς μου ένοιωθε την μέθη της ταχείας ανόδου της επόμενης γενιάς προς την ανώτερη κοινωνική και οικονομική θέση που αξιοκρατικά και κατ’ εξαίρεση, μπορούσε να διεκδικήσει στα πλαίσια του αστικού φιλελευθερισμού.
Και μάλλον, αναλογιζόταν με δικαιολογημένη αυταρέσκεια, την αξία της δικής του συνεισφοράς...







Η φωτογραφία: Η πηγή. Στη βόρεια Φωκίδα, στην ορεινή Δωρίδα. Στο δάσος, στο βουνό, στον Μόρνο ποταμό.
Η κοινωνιολογική παρατήρηση: Η κοινωνική κινητικότητα υπήρξε ένα από τα επωφελή επακόλουθα της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς καταργήθηκε η εκ ταξικής καταγωγής, παράλογη κατάταξη των ανθρώπων. Παραμένει όμως ανοιχτό, το ζητούμενο της δίκαιης ιεραρχίας, που θα βασίζεται στην φυσική νομοτέλεια της βιολογίας και όχι στις χυδαίες αξιώσεις της τεχνητής οικονομοκρατίας.