17/1/10

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ, ΟΙ ΕΥΖΩΝΕΣ ΚΑΙ Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΜΑΣ

Εκ πρώτης όψεως, το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη βρίσκεται σε κοινή θέα, στην Πλατεία Συντάγματος, μπροστά στη Βουλή των νεοελλήνων. Βιαστικοί διαβάτες το προσπερνούν χωρίς να το προσέχουν, αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται ασταμάτητα στους γύρω δρόμους και σμήνη τουριστών το φωτογραφίζουν χαζεύοντας τους τσολιάδες. Ανάμεσα σε κοσμοπολίτικα ξενοδοχεία, καφετέριες και πολυκαταστήματα, μοιάζει σαν ξεχασμένο αξιοθέατο μιας άλλης εποχής: παράταιρο πολεμικό και ακίνητο στοιχείο στο μέσον μιας ειρηνόφιλης κοινωνίας, που σφύζει απο εμπορική κινητικότητα.
 
 
Για όσους όμως γνωρίζουν την αλήθεια, το Μνημείο παραμένει αθέατο στα σύνορα δύο Κόσμων. Ακριβώς πίσω του απλώνεται ο απέραντος λειμώνας των ασφοδελών, το ανήλιο λιβάδι των ψυχών. Ο Ήλιος, βυθισμένος στον μυθικό Ωκεανό, ποτέ δεν λάμπει εκεί όπου συρρέουν ο Αχέροντας κι ο Κωκυτός, η Στύγα κι ο Πυριφλεγέθοντας κι αρχίζει η επικράτεια των νεκρών. Το Μνημείο είναι μια μυστική πύλη προς εκείνο το ξεχωριστό πεδίο του λειμώνα όπου περιφέρονται οι ψυχές των πεσόντων στις μάχες των Ελλήνων. Οι σκιές τους διατηρούν τη μορφή που είχαν κατά την πτώση τους και τις ανοιχτές πληγές των χτυπημάτων. Φορούν τους θώρακες και τις πανοπλίες τους, τα κράνη και τις ματωμένες τους χλαίνες. Και σ' αυτούς δεν βασιλεύει ο Άδης και η Περσεφόνη αλλά ο κορυφαίος ήρωας, ο Αχιλλέας των Αχαιών.

Αν και μπροστά στη Βουλή, το ιερό Μνημείο των αγνώστων στρατιωτών, που για αιώνες σκοτώνονταν στα πεδία των μαχών για την Φυλή, την Πατρίδα και την Ελευθερία του Έθνους καμμιά σχέση δεν έχει με απατηλές έννοιες όπως η ισότητα και η δημοκρατία. Αντιθέτως, λόγω της ιδιαίτερης φύσης του αποτελεί εστία καθαρότητας, που αντιδιαστέλλεται προς το διαλυμένο σύγχρονο κράτος, το σάπιο πολιτικό σύστημα, την διεφθαρμένη άρχουσα τάξη και τους κακομαθημένους και απόλεμους πολίτες αυτής της χώρας.
 
Το Ηρώο φρουρούν δύο Εύζωνες τιμώντας, ακίνητοι και αμίλητοι, τις ψυχές των πεσόντων ενώ επιτηρούνται από έναν τρίτο παρατηρητή.
Πριν από λίγες ημέρες, στην Πλατεία Συντάγματος, κάποιοι ανισόρροποι αναρχικοί τοποθέτησαν βόμβα κοντά στον χώρο του Μνημείου. Όταν ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της βόμβας, οι δύο φρουροί αρνήθηκαν, με νεύμα των ματιών τους, να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και ο παρατηρητής πήγε και στάθηκε ανάμεσά τους. Οι τρείς νεαροί στρατιώτες από την επαρχία - που υπογραμμίζω πως υπηρετούσαν τη θητεία τους - έδειξαν με την ακλόνητη στάση τους πως ίσως και να μην έχουν όλα χαθεί.
Πριν από λίγες ημέρες, στην Πλατεία Συντάγματος, μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, τρείς Εύζωνες διέσωσαν ότι λιγοστό έχει απομείνει από την τιμή μας.
 





Σχόλιο στην επικαιρότητα: Επιβεβλημένη εξαίρεση στην συνήθη πρακτική των κειμένων της Πολεμικής Σημαίας.
Το γεγονός: Ωρολογιακός, εκρηκτικός μηχανισμός τοποθετημένος μέσα σε κάδο απορριμάτων, εξεράγη λίγο πριν από τις οκτώ το βράδυ του Σαββάτου, 9 Ιανουαρίου 2010, λίγα μέτρα από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Πριν την έκρηξη η περιοχή εκκενώθηκε όμως οι Εύζωνοι παρέμειναν στη θέση τους.
Οι Εύζωνοι: Επίλεκτες δυνάμεις του νεώτερου Ελληνικού Στρατού. Τα πρώτα τέσσερα Τάγματα οργανώθηκαν το 1867. Σύμβολο ανδρείας στη μάχη. Δυστυχώς, σήμερα εκτελούν μόνον καθήκοντα τελετουργικού χαρακτήρα.

1/1/10

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ

Αρχάγγελος Μιχαήλ: Σε νίκησα κι όμως λυπούμαι, που η δύναμη και η ομορφιά σου θα χαθεί. Άναβες το σκοτάδι πριν κόψω τα μελανά δεσμά με το σπαθί. Κάποτε για τον Ήλιο πολεμούσαμε μαζί.
Εωσφόρος: Αμετανόητος θα εκτίσω την ποινή. Η ακατάβλητη θέληση για δύναμη θα με καθοδηγεί. Η ομορφιά μου δεν θα ξεχαστεί και στο τέλος ξανά θα πολεμήσουμε μαζί.


Όπως είναι γνωστό, στην αρχή του Χρόνου ο Αρχάγγελος της Τάξης μονομάχησε με τον Αρχάγγελο του Κάλλους, υπερίσχυσε και τον γκρέμισε στην άβυσσο.
Ευτυχώς, λίγο πριν τη χαριστική βολή, ο νικητής συγχώνευσε στο πρόσωπό του τις αρετές του ηττημένου, συστηματοποιώντας την ωραιότητα μέσα στους αυστηρούς κώδικες των διατάξεων. Κατέστη με αυτόν τον τρόπο, στους αιώνες των αιώνων ο μοναδικός Πρόμαχος του Φωτός.
Όμως είναι γραφτό πως πριν την τελική πυρπόληση του σύμπαντος οι Αρχάγγελοι θα συμφιλιωθούν. Αριστερά και δεξιά του Χρυσού Άστρου θ’ ανάψουν ταυτόχρονα τους σβηστούς πυρσούς. Ο Εωσφόρος θα ενδυθεί την αστραφτερή μορφή του και πρώτος θα προτάξει το δαυλό. Ο Μιχαήλ έπειτα θα υψώσει τη δική του ανεστραμμένη δάδα αποκαθιστώντας τη συμμετρία.
Οι Αρχάγγελοι της Νίκης θα συναντηθούν στο μέσον κάτω από τον Ήλιο και μαζί θα θυσιάσουν τον ιερό Ταύρο. Οι σκιές στον Άδη θα ξεδιψάσουν με το αίμα του και η Στρατιά των Αθανάτων μέσα στη φωτιά θα μετενσαρκωθεί.

Αλίμονο τότε στους θνητούς! Γιατί οι Αθάνατοι ήταν στην αρχή η πανάκεια του Κόσμου αλλά στο τέλος θα είναι ο όλεθρός του.





Ο πίνακας: The Fall of the Rebel Angels (1666), του Ιταλού ζωγράφου Luca Giordano.
Το κείμενο: Αποκαλυπτική άσκηση συγκριτικής μυθολογίας. Οι δύο Αρχάγγελοι του Χριστιανισμού ως Cauti και Cautopati περιβάλλουν τον Ταυροκτόνο Μίθρα. Όλοι τους «δαίμονες» από ξενόφερτες θρησκείες, που κυρίως μέσω της τέχνης, ενσωματώθηκαν στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Παραμένω ασυγκίνητος ορθολογιστής.
Τα αγάλματα και το ανάγλυφο: Οι Δαδοφόροι ως ενσαρκώσεις του Μίθρα. Μαρμάρινη, αναθηματική παράσταση Ταυροκτονίας, αφιέρωμα απόστρατου Ρωμαίου λεγεωνάριου (της ΙΙ Augusta) στη Βρετανία.
Ο Ηράκλειτος: Διδάσκει πως «Η φωτιά όταν επέλθει θα κρίνει και θα καταλάβει τα πάντα» και πως «Οι αθάνατοι είναι θνητοί και οι θνητοί αθάνατοι. Αυτοί ζουν από το θάνατο εκείνων κι εκείνοι πεθαίνουν από τη ζωή αυτών».



22/12/09

NATALIS INVICTI

Εἴμαστε μεῖς ἅλλη γενιά, ἄλλο σπέρμα!
Χαλάσαμε πολὺ μιὰ νιὁτη πλέρια.
Τώρα, τοῦ ἡλιοῦ καθὼς μᾶς κρούει τὸ γέρμα,
στερνά, γιὰ πάντα σκώνουμε τὰ χέρια.
Κι ἀπέ, βαριὰ τὰ μπήγουμε μὲς στὰ ἔρμα
σπλάγχνα τῆς Γῆς καὶ στὰ φαρμακονέρια
τῆς Στόχασης: ψηλὰ γιὰ ν᾿ ἀνεβοῦμε,
πρέπει πολὺ βαθιὰ νὰ κατεβοῦμε.


Ξεπέσαμε βαθιά στη γη, μα πιo βαθιά δεν έχει. Τα οικόσημα έσβησαν, δίπλωσαν οι σημαίες, το αίμα έγινε νερό. Χωρίσαμε και χαθήκαμε, χάσαμε τα πάντα και δεν βρήκαμε τίποτα.
Άγνωστοι κι ανώνυμοι ακόμη και μεταξύ μας, άσκοπα περιφερόμαστε ανάμεσα στους άψυχους θνητούς. Μας καταδίκασαν σε γλυκερή ισότητα, συμπάθεια και διαρκή ειρήνη. Συνηθίσαμε στη σιωπή, δεσμώτες στη φυλακή της ύλης. Αλίμονο στους ηττημένους που ακμάζουν στην υποταγή.

Ποῦ πᾶμε; Ἀκούω πᾶσ᾿ ἄνοιξη τ᾿ ἀηδόνι
ὄλβια ζήση στὸ πάθος του νὰ βρίσκει.
Δὲν ἔχει χτὲς καὶ σήμερα. Ἡ Δωδώνη
κι ὁ Ἅγιος Τάφος βαθιά μας ὄρθιος μνήσκει.
Κι ἂν καταρρέουν οἱ πίστες, μεῖς αἰώνιοι
περνᾶμε ἀπ᾿ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο ἴσκιοι
καὶ στὴ ζωὴ ἀπ᾿ τὸ θάνατον! Ὄχι ὄντα,
εἴμαστε Ἰδέες, ποὺ ζοῦνε πολεμώντα.

Όμως μην μας λυπάστε. Γιατί στα όνειρά μας αποκηρύξαμε τη σάρκα και θωρακίσαμε με ατσάλι τις ψυχές. Κι αν εμείς ζήσαμε λαθραία σ’ έναν κόσμο που δεν μας άξιζε, άλλοι στο μέλλον θα μας αγαπήσουν και στη μνήμη μας θα εκδικηθούν.
Ο Θεός θα ξαναγεννηθεί και θα μας ευλογήσει. Και τότε οι σκιές μας από τον Άδη στις έμπυρες σφαίρες θα επιστρέψουν για να καθαρθούν και να σταλούν ξανά στη μάχη. Αιώνιος πόλεμος είναι ο νέος κόσμος που προσδοκούμε. Ζωή μέσα στο θάνατο, τιμή μέσα στη πίστη, φως μέσα στο σκοτάδι, θάνατος μέσα στο φως.

Να μας φοβάστε. Γιατί δεν είμαστε όντα ... είμαστε Ιδέες, που ζούνε πολεμώντα ...




Οι ημ/νίες: 22η Δεκεμβρίου, η κάθοδος του Ήλιου στο νοτιότερο σημείο της τροχιάς του. 25η Δεκεμβρίου, το τέλος του χειμερινού ηλιοστασίου και η αναγέννηση του Ανίκητου Θεού. Ο Ήλιος που ξαναγεννιέται είναι ο θεός των νέων στρατιών.
Η εικόνα: Golden Gate από το The Flower Book (1882/1905) του Edward Burne-Jones. Η είσοδος του Ήλιου στον Κόσμο.
Οι στίχοι: Από το επικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη, Ο Προσκυνητής (1919).

1/12/09

BLACK KNIGHT

Τέλειωσα το Σχολείο, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πολυτεχνείο, εκπλήρωσα τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, έπιασα δουλειά, παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια.

Είμαι στοργικός σύζυγος και πατέρας, τηρώ τις κοινωνικές συμβάσεις και σέβομαι τους κανόνες. Εξασκώ αξιόπιστα το επάγγελμά μου, εξοφλώ τους λογαριασμούς και πληρώνω τους φόρους. Είμαι ενεργός πολίτης, ψηφίζω στις εκλογές, υπακούω στους νόμους. Συμμετέχω στην οικονομία της αγοράς, είμαι εργατικός, παράγω προϊόντα και κερδίζω χρήματα, ενημερώνω βιβλιάρια σε τραπεζικές καταθέσεις, ψωνίζω στο σούπερ μάρκετ, καταναλώνω αγαθά και ανακυκλώνω τα σκουπίδια.

Είμαι ο στυλοβάτης αυτής της κοινωνίας, ο πειθήνιος πολίτης που στηρίζει το σύστημα, το πρότυπο του χειριστή που λειτουργεί τη μηχανή.


Κάθε βράδι πριν κοιμηθώ, ακονίζω δίπλα μου το αόρατο σπαθί.
Κάτω από το σάπιο δέρμα της υποταγής ο μαύρος ιππότης παρατηρεί, υπολογίζει, κάνει υπομονή. Στην καρδιά του σκοταδιού ονειρεύεται τον Ήλιο, στην άκρη της νύχτας οραματίζεται ένα νέο κόσμο... όταν ο στύλος θα κοπεί.




Ο πίνακας: Crusader, του αμερικανού ζωγράφου Justin Sweet.
Παραλλαγή στο ίδιο θέμα: ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ - Η ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΦΥΡΙ.

15/11/09

ΗΡΩΕΣ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

«Καλέ μου φίλε, αν ήταν ξεφεύγοντας από τον πόλεμο να μείνουμε για πάντα αγέραστοι κι αθάνατοι, ούτε κι εγώ θα πολεμούσα ανάμεσα στους πρώτους, ούτε κι εσένα θα σε ετοίμαζα για τη μάχη που δοξάζει τους άντρες. Τώρα όμως έτσι κι αλλιώς χίλιοι θάνατοι στέκονται από πάνω μας, που δεν μπορεί να τους ξεφύγει ούτε να γλυτώσει απ’ αυτούς ο άνθρωπος.
Ας πάμε λοιπόν να δώσουμε σε κάποιον δόξα ή κάποιος να δώσει σε μας.»

Αυτά λέει ο ισόθεος Σαρπηδόνας στον αγαπημένο του εξάδελφο Γλαύκο για να τον παρακινήσει μπροστά στο τείχος των Αχαιών. Και μέσα σε τρείς προτάσεις περιγράφει ξεκάθαρα το ηρωικό ιδεώδες.

Οι θνητοί, ήρωες βασιλιάδες αγαπούν τη χαρά της ζωής και θα επιδοκίμαζαν την άφθαρτη νεότητα και τη σωματική αθανασία. Όμως, περιπολώντας στα σύνορα του θανάτου παρατηρούν την τραγική ανθρώπινη φύση νηφάλια και καθαρά. Και κατανοούν πως κανείς δεν ξεφεύγει από το σκληρό πεπρωμένο των θνητών.
Αφού είμαστε καταραμένοι να γερνάμε, ας προσφέρουμε νέοι ακόμη και δυνατοί, το καθαρό αίμα μας στη γη. Αφού ο θάνατος μας παραμονεύει με χίλιους τρόπους, ας χαθούμε επιλέγοντας μόνοι μας το χρόνο, σε κάποια ωραία, πολεμική σκηνή.

Ο Σαρπηδόνας και ο Γλαύκος έπεσαν στη μάχη και κέρδισαν την αναγνώριση των αντρών. Πήραν κι έδωσαν δόξα στους ήρωες των Αχαιών και στο τέλος είχαν τον τιμημένο θάνατο που αποζητούσαν, πρώτα ο Σαρπηδόνας από τον Πάτροκλο, έπειτα ο Γλαύκος από τον Τελαμώνιο Αία.


Αντίθετα, εμείς γερνάμε και πεθαίνουμε με κάποιον από τους χίλιους, ατιμωτικούς θανάτους και κανείς δεν θα θυμάται στο μέλλον τη θηλυκή μας εποχή.
Θλίβομαι για τη κακή μας μοίρα. Οι ψυχές μας, αιώνια δυστυχισμένες θα περιφέρονται στον Άδη δίχως καμμιά ελπίδα να εξαγνιστούν στην ιερή μάχη, δίχως ποτέ να τιμήσουν το εξιλαστήριο σπαθί.




Το κείμενο: Ομήρου ΙΛΙΑΔΑ (Μ 322-328), σε μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή.
Οι φωτογραφίες: Μυκηναϊκά χάλκινα εγχειρίδια. Διακόσμηση παράστασης κυνηγιού λεόντων με χρυσό και άργυρο σε νιέλο, χρυσών λεόντων σε νιέλο και σπειρών από χρυσό και νιέλο (1600-1500 π.Χ.).

1/11/09

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Ταξίδευα μόνος κάπου προς τα Πυρηναία, του Αγίου Αλδεβαράν. Μαύρος ιππότης δίχως οικόσημο, χαμένος στις σκέψεις μου θαύμαζα το λειψό φεγγάρι στον σκοτεινό ουρανό. Η ανταύγεια μιάς φλόγας και η απόμακρη μουσική με παρέσυραν στον χερσότοπο έξω από το μονοπάτι. Κι εκεί, ανάμεσα στα ρείκια τις είδα ξαφνικά, σαν σε παράσταση στημένη γιά μένα μοναχά.

Στο κέντρο στέκει ο τραγόμορφος τροβαδούρος τραγουδώντας γιά την ωχρή Εκάτη και γύρω του οι μάγισσες χορεύουν κυκλικά με άσεμνες κινήσεις και γέλια τσιριχτά. Μαραμένες, φαλακρές γριές κι ανθοστολισμένες, νέες γυναίκες και μαζί τους στη σειρά, οι τρείς στρίγκλες αδελφές να χοροπηδούν μπροστά.


Μόνο με τις χωρικές χορεύουν
– οι άντρες τους βρωμοκοπάν, του κουρέα
μυρωδιές. Και χορεύουν, και χορεύουν γύρω - γύρω μοναχές,
και οι τρείς μια παρέα – ώσπου της Λιλλίθ να έρθουν
και να φέρουν το αψέντι, οβρηγοί και χορευτές·
και θεριεύει – χα ! το γλέντι: τρείς εκείνοι, τρείς αυτές –
το πήδημα παίρνει και δίνει· τρείς γκαβότες με τον νάνο,
τρείς λοξές με τον σπανό, τρείς καντρίλιες με τον τράγο
– να το πρώτο το εννιά.


Η μουσική μεταφέρει καβάλα στις άγριες νότες, εικόνες από την κόλαση των χριστιανών. Δαιμονικές συγχορδίες, η δακτυλοθεσία του σατανά, ο διάβολος χρησιμοποιεί στην κατάλληλη διάταξη εκτός από τα δέκα δάχτυλα και την μυτερή του ουρά.

...Δεκατρία τα βιολιά και κανένας βιολιτζής· χορδές τρείς,
τρία τα δοξάρια – τρία και τα παλικάρια...


Να το δεύτερο το εννιά. Ποιόν τρομάζουν, ποιόν γητεύουν, γιά ποιόν άραγε χορεύουν. Ψάχνω μα δεν βλέπω πουθενά τον ντόπιο μάγο, τον τρελό του χωριού, τον τσιγγάνο σιδερά.

Η σπορά του σκοταδιού δεν με τρομάζει. Γιατί ο δάσκαλός μου ήταν φημισμένος δόκτορας, μάγιστρος κι αλχημιστής. Αυτός με δίδαξε τα σημεία προστασίας «...το σημάδι, που σκύβει μπροστά του το μαύρο κοπάδι». Απ’ αυτόν άκουσα πρώτη φορά για τις βουρκόφλογες της νύχτας της Βαλπούργης στα βουνά του Χαρτς.
Τα λόγια του πάντα θα με θωρακίζουν «...τη ζάλη θέλω, τη χαρά που μας ξεσκίζει, το μίσος που αγαπά, τη θλίψη που δροσίζει».

Μιά σταχτιά γάτα με κοιτάζει με κακία κι ένας άσχημος φρύνος κοάζει ενοχλητικά. Ζώα σιχαμερά... δίχως δεύτερη σκέψη τους δίνω μιά δυνατή κλωτσιά. Κάνω με το σπαθί μου το σημάδι του σταυρού κι απομακρύνομαι γελώντας σιγανά... να ξεφύγω πριν τριτώσουν τα εννιά...





Ο κυκλικός χορός: ΜΑΚΒΕΘ (1606), του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Πρώτη Πράξη, Σκηνή ΙΙΙ. Μετάφραση του Γ. Χειμωνά.
Η δακτυλοθεσία του σατανά: Από «Το Λεξικό των Χαζάρων» του Μίλοραντ Πάβιτς - το ανδρικό αντίτυπο.
Ο πίνακας: Witches’ Sabbath (1789), του Francisco de Goya y Lucientes.
Ο δάσκαλος: Ο λογοτεχνικός Φάουστ (1790), του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε.

15/10/09

WALHALLA

Τον Σεπτέμβριο του 9 μ.Χ. οι βάρβαροι Τεύτονες εξολόθρευσαν τρείς ρωμαϊκές λεγεώνες σε ενέδρα, στον Τευτοβούργειο Δρυμό. Αρχηγός τους ήταν ο ρωμαιοτραφής πρίγκιπας Αρμίνιος της φυλής των Χερούσκων. Μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτής της νίκης ήταν η μόνιμη διατήρηση της ανεξαρτησίας τους στα σκοτεινά δάση, εκτός των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Οι Γερμανοί θα επέστρεφαν αιώνες αργότερα σαν κατακτητές και αφού πρώτα κατέλυαν τον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό, τελικά θα γίνονταν οι ίδιοι φορείς και συνεχιστές του. Όμως ο Αρμίνιος δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως στη Γερμανία που υπερασπιζόταν, στο μακρυνό μέλλον, η μορφή του σμιλεμένη σε ρωμαϊκό άγαλμα θα πρόβαλλε στην κεντρική θέση αετώματος ελληνικού ναού.


Στα σύνορα του παλαιού ρωμαϊκού κόσμου, στην πλαγιά ενός λόφου που δεσπόζει στην κοιλάδα του Δούναβι κοντά στη Ρατισβόνη, βρίσκεται το Πάνθεον των Γερμανών. Ο αρχαιολάτρης και φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας, Λουδοβίκος ο Α΄ οραματίστηκε την ιδέα και ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στον κλασικιστή αρχιτέκτονα Λεοπόλδο Κλέντσε. Ο Λουδοβίκος απαίτησε το σχέδιο του κτιρίου να είναι σύμφωνο με τα πρότυπα των αρχαίων ελληνικών ναών κι έτσι ο Κλέντσε αντί για την επιτομή της γοτθικής αναβίωσης, δημιούργησε τον δικό του Παρθενώνα.


Ο συνδυασμός των δύο αντρών υπήρξε ιδανικός στα όρια αλληλεπικάλυψης της ιδεολογίας με την τέχνη. Ο βασιλιάς σαν αντιμίδας μεταστοιχείωνε τον χρυσό του σε μάρμαρα συλλέγοντας αρχαία έργα τέχνης ...«μοχθώντας βαρύ χρυσάφι ν’ ανταλλάξει με παλαιά λιθάρια». Κι ο αρχιτέκτονας πίστευε πως ...«δεν υπήρξε και δεν υπάρχει παρά μιά αρχιτεκτονική και δεν θα υπάρξει άλλη αρχιτεκτονική παρά μιά, δηλαδή εκείνη, που βρήκε την τελειοποίησή της στη μεγάλη ώρα της ελληνικής ιστορίας και παιδείας».


Πενήντα δύο δωρικοί κίονες στηρίζουν περιμετρικά τη Βαλχάλλα των Γερμανών. Στο βόρειο αέτωμα γύρω από τον μορφή του Αρμίνιου περιγράφονται σκηνές της Μάχης του Τευτοβούργειου Δρυμού. Στο νότιο αέτωμα κεντρική φιγούρα είναι η ενθρονισμένη Γερμανία και εκατέρωθεν της αποτίουν φόρο τιμής οι προσωποποιημένες μορφές των γερμανικών κρατιδίων.
Στα ενδότερα του ναού φιλοξενούνται οι μεγάλοι Γερμανοί όλων των εποχών: προτομές για όσους ήταν γνωστές οι προσωπογραφίες τους και επιγραφές ονομάτων για όσους δεν διασώθηκαν στοιχεία για την εξωτερική τους εμφάνιση.
Στην εσωτερική περιμετρική ζωοφόρο απεικονίζονται σκηνές από την αρχαία γερμανική ιστορία: την αρχική μετανάστευση, την θρησκευτική, πολιτική και οικονομική ζωή των πρώτων Γερμανών, τις εισβολές στο ρωμαϊκό κόσμο και τον εκχριστιανισμό τους. Επιπλέον, σε τρία εσωτερικά αετώματα γίνεται αναφορά σε μυθολογικά θέματα: τη δημιουργία των πρώτων ανθρώπων, τη χρυσή εποχή της Άσγκαρντ και το Λυκόφως των θεών.
Ολόγυρα, μαρμάρινες, φτερωτές Νίκες προστατεύουν τους ήρωες και νεοκλασικές Βαλκυρίες σαν καρυάτιδες υποβαστάζουν την οροφή.


Τον περασμένο Σεπτέμβριο πέρασα κι εγώ την είσοδο της Βαλχάλλα σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Μπαίνοντας ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή, λες κι ο ουρανός δυσανασχετούσε για την παραβίαση του ιερού χώρου. Ο Όντιν κάλπαζε στα γκρίζα σύννεφα οδηγώντας το Άγριο Κυνήγι και μιά δυνατή βροντή - σταλμένη σίγουρα από τον σφυροφόρο θεό - μου υπενθύμισε πως παρά τις αγαθές προθέσεις μου, παρέμενα ένας απλός περιηγητής.



Στάθηκα σκεπτικός μπροστά στις προτομές του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσσα και του Φρειδερίκου του ΙΙ, του Σίλλερ και του Γκαίτε, του Ντύρερ, του Μπαχ και του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Βίνκελμαν, του Σέλλιγκ και του Καντ. Αναρωτιόμουν τι πραγματικά ζητούσα εκεί, απόλεμος κι ασήμαντος στη μεγάλη σάλα των ηρώων. Έψαχνα μάταια τη Βαλκυρία μου ανάμεσα στα μάρμαρα να με κεράσει υδρόμελι...

Η βροχή συνέχιζε τον μονότονο ρυθμό της όταν αποχώρησα από τον Παρθενώνα των Γερμανών. Κατέβηκα τα 358 μαρμάρινα σκαλοπάτια προς τη βάση του λόφου νοιώθοντας καρφωμένο το βλέμμα του Αρμίνιου στην πλάτη μου και για μιά στιγμή αναθάρρησε μέσα μου ο ξεχασμένος signifer της I Germanica, της εποχής του αίματος και της νίκης.
Αποχαιρέτησα με θλίψη την επίγεια Βαλχάλλα. Έτσι κι αλλοιώς, με τον τρόπο της τωρινής, κοινότοπης ζωής μου, οι πύλες της ουράνιας Βαλχάλλα θα παραμείνουν ερμητικά κλειστές για μένα...




Η Βαλχάλλα των Γερμανών: Κορυφαίο έργο του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1830, στη δέκατη έβδομη επέτειο της μάχης της Λειψίας και ο ναός αποπερατώθηκε στο 1842. Οι εσωτερικές διαστάσεις της παραπέμπουν στις αντίστοιχες του Παρθενώνα. Όταν η Βαλχάλλα άνοιξε τις πύλες της στις 18 Οκτωβρίου του 1842, οι επισκέπτες αντίκρυσαν 96 προτομές και 64 εντοιχισμένες επιγραφές μεγάλων αντρών. Τα επόμενα χρόνια τοποθετήθηκαν περισσότερες προτομές, άλλες απαραίτητες (όπως του Βάγκνερ, το 1913) κι άλλες απαράδεκτες (χαρακτηριστικές της παρακμής των νεότερων Βαυαρών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο).
Οι φωτογραφίες: Από την πρόσφατη επίσκεψή μου στο Ρέγκενσμπουργκ (Ρατισβόνη), με τον κλασικιστή, φίλο και συμπολεμιστή Αλέξανδρο.
Ο Ludwig I (1786-1868): Του οίκου Wittelsbach, βασιλιάς της Βαυαρίας (1825-1848), πατέρας του Όθωνος της Ελλάδος και παππούς του «τελευταίου βασιλιά» Λουδοβίκου του Β΄. Φιλότεχνος και συλλέκτης από την νεότητά του έγραφε σε στίχους πως...«θα προτιμούσε αντί για κληρονόμος θρόνου να ήταν Έλληνας πολίτης». Το άγαλμά του καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη Βαλχάλλα των Γερμανών.
Ο Λέο φον Κλέντσε (1784-1864): Ο σπουδαιότερος αρχιτέκτονας του Μονάχου. Δημιουργός επίσης της Γλυπτοθήκης, των Προπυλαίων και της Στοάς της Δόξας. Κύριος εκπρόσωπος του Νεοκλασικισμού. Υπεύθυνος γιά το τελικό ρυμοτομικό σχέδιο της νεότερης Αθήνας και κατά κάποιο τρόπο σωτήρας της Ακρόπολης...
Στα εισαγωγικά: Στίχοι του Λουδοβίκου, που αγόρασε σε πλειστηριασμό τα γλυπτά από τα αετώματα του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Απόψεις του Κλέντσε από τον Πρόλογο της Συλλογής των αρχιτεκτονικών σχεδίων του.
Η μάχη στον Τευτοβούργειο Δρυμό: Χάθηκαν τρείς λεγεώνες και εννιά μονάδες βοηθητικών. Την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο έπαρχος της Γαλατίας Poplius Quinctilius Varus, που από εσφαλμένη εκτίμηση παρασύρθηκε στην παγίδα του Αρμίνιου. Ο Αύγουστος αναφώνησε «Quinctili Vare, legions redde» όταν έμαθε την καταστροφή. Οι λεγεώνες που εξολοθρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της τριήμερης μάχης ήταν οι XVII, XVIII και XIX. Οι δύο χαμένοι αετοί ανακτήθηκαν από τον Γερμανικό, που νίκησε τον Αρμίνιο στο Ιδιασάβιδο πεδίο το 16 μ.Χ. Αργότερα ανακτήθηκε και ο τρίτος αετός, όταν ο Γάλβας νίκησε τους Χάττες και ο Γαβίνιος τους Χαούκους το 41 μ.Χ.