3/7/2009

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΙ

«...Τι επιθυμείς πάνω απ’ όλα ;»
«Μπροστά στον ήλιο... που θα δύει πίσω από την κορυφή ενός λόφου, γεμάτος ευλαβική λατρεία... κοιτάζοντας πέρα την αστραφτερή θάλασσα, κάτω από ενα ψηλό ευγενικό πεύκο... να σκοτωθώ μονάχος».
...........
...Πέρα από τα ξερά ρείκια, πέρα από το ψηλό χορτάρι, πέρα από τα χαμηλά κλαδιά απλωνόταν η νυχτερινή θάλασσα. Αν και δεν είχε φεγγάρι, η θάλασσα αντικαθρέφτιζε το αχνό φως του ουρανού και τα νερά λαμπύριζαν μαύρα.
............
«Έχει πολλή ώρα ακόμα ώσπου να βγει ο ήλιος», μονολόγησε ο Ισάο, «και δεν μπορώ να περιμένω. Δεν υπάρχει λαμπερός δίσκος που ν’ ανατέλλει. Δεν υπάρχει κάποιο αρχοντικό πεύκο να με σκεπάσει με τον ίσκιο του. Ούτε θάλασσα ν’ αστράφτει».
...........
...Αμέσως μετά, με μια δυνατή κίνηση έμπηξε το μαχαίρι στο στομάχι του. Ακριβώς τη στιγμή που η λεπίδα έσκιζε τη σάρκα του, ο λαμπερός δίσκος του ήλιου τινάχτηκε ψηλά κι έγινε συντρίμμια πίσω από τα βλέφαρά του.
»


Το πρωϊ της 25ης Νοεμβρίου 1970 ο συγγραφέας Γιούκιο Μισίμα με την βοήθεια τεσσάρων συντρόφων του από την Εταιρία της Ασπίδας εισέβαλε στο Αρχηγείο του Στρατού, στην καρδιά του Τόκυο. Κρατώντας όμηρο έναν σημαντικό στρατηγό, εκφώνησε επαναστατικό λόγο στους συγκεντρωμένους στρατιώτες των Δυνάμεων Αυτοάμυνας ενάντια στο εκφυλισμένο, μεταπολεμικό Σύνταγμα της Ιαπωνίας και αμέσως μετά αυτοκτόνησε με τον τελετουργικό τρόπο σεπούκου των Σαμουράι. Το προηγούμενο βράδυ είχε υπογράψει το τελευταίο μέρος της μεγάλης, συγγραφικής τετραλογίας του.
Έφτασε έτσι ηθελημένα και ταιριαστά, νέος ακόμη και δυνατός, στο τέλος του διττού Δρόμου του Λόγιου και του Πολεμιστή.

«Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της ιαπωνικής ιστορίας: το χρυσάνθεμο και το ξίφος. Μετά τον πόλεμο η ισορροπία ανάμεσα στα δύο χάθηκε. Το ξίφος περιφρονείται από το 1945. Το ιδανικό μου είναι να αποκαταστήσω την ισορροπία. Να αναβιώσω την παράδοση των Σαμουράι, μέσα από τη λογοτεχνία μου και τη δράση μου. »

Ο Μισίμα όπως και ο λογοτεχνικός του ήρωας Ισάο, θα παρέδιδε ο ίδιος το μήνυμα της γης στον ουρανό με μιά αποφασιστική πράξη αγνότητας. Σύμφωνα με τα λόγια του, θα μεταμορφωνόταν σε αγγελιοφόρο δράκοντα, θεϊκό ανεμοστρόβιλο, να βυθιστεί μέσα στον ήλιο...
Ο Ήλιος και το Ατσάλι απέτρεψαν την καταδίκη της φθοράς. Τα πέντε σημάδια της παρακμής ενός αγγέλου πριν τον θάνατο, δεν πρόλαβαν να τον σφραγίσουν.

Ο τελευταίος Σαμουράι πλέει αιώνια πιά στη σεληνιακή Θάλασσα της Γονιμότητας πάνω ακόμη κι από τους Θεούς Ανέμους, που προστατεύουν τα ιαπωνικά νησιά.
Κι εγώ γράφω γι’ αυτόν μέσα στην ασφάλεια του δωματίου μελέτης στο σπίτι μου, μακρυά από κάθε κρίση ζωής και θανάτου, δίχως να έχω γνωρίσει την υπέρτατη αγάπη ούτε και τη χαρά του πολεμιστή. Παράταιρο μνημόσυνο γιά να ξορκίσω τη ντροπή μου...




Η εισαγωγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιούκιο Μισίμα, ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΑ ΑΛΟΓΑ, δεύτερο μέρος της τετραλογίας Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ (1965-1970).
Γιούκιο Μισίμα: Κιμιτάκε Χιραόκα (1925-1970). Ο σημαντικότερος λογοτέχνης της Ιαπωνίας του εικοστού αιώνα. Δυτικοτραφής, δανδής και αισθητιστής. Θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ και ταυτόχρονα υπέρμαχος του Μπουσίντο. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο προέρχεται από το όνομα του χιονιού και την πόλη Μισίμα, όπου και η καλύτερη θέα της χιονισμένης κορυφής του όρους Φούτζι.
Ο τίτλος: Από το ομώνυμο, αυτοβιογραφικό έργο του.
Η φωτογραφία: Ο συγγραφέας στο σπίτι του, στο Τόκυο (1966).
Η Εταιρία της Ασπίδας: Ο προσωπικός στρατός του Μισίμα. Παραστρατιωτική οργάνωση πανεπιστημιακών φοιτητών γιά την υπεράσπιση του κώδικα ηθικής των Σαμουράι.

15/6/2009

ΓΛΥΠΤΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΟ

Η αισθητική είναι μιά ιδιαίτερη σχέση του εαυτού μας με τον κόσμο. Γιά να εκδηλωθεί πρέπει πρώτα να σπάσουμε τους πρακτικούς δεσμούς που μας συνδέουν με τα αντικείμενα της καθημερινότητας. Πριν καταφέρουμε να εκτιμήσουμε την ομορφιά τους πρέπει να πάψουμε να τα αποτιμούμε με το μέτρο της λειτουργικής τους ωφελιμότητας.
Όπως όλα τα χρηστικά αντικείμενα, τα αυτοκίνητα αξιολογούνται στις μέρες μας με γνώμονα την άνεση και την αξιοπιστία, την οικονομία και την ασφάλεια, την αντιρυπαντική τεχνολογία και την κοινωνική καταξίωση. Όλα βαρετά κριτήρια γιά πρακτικούς καταναλωτές, που δεν ταιριάζουν στις ουτοπιστικές κλίμακες των παρωχημένων μας πεποιθήσεων.

Συνήθως τα πράγματα που μας περιβάλλουν, χαρακτηρίζουν την ποιότητα των επιλογών μας και αποκαλύπτουν ιδιαίτερα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Στον υπερθετικό βαθμό, τα ιδιωτικά αυτοκίνητα σαν καθημερινά μέσα μετακίνησης είναι ένα είδος μηχανικής προέκτασης προσωπικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, γιά μένα η αυτοκίνηση προσφέρει δύο ειδών συγκινήσεις: Η πρώτη - που σχετίζεται με τις βασικές ζωικές ορμές - είναι η έντονη αίσθηση της απότομης επιτάχυνσης. Η δεύτερη - που άπτεται της έννοιας του ωραίου - είναι η χαρά της αισθητικής αξιολόγησης μιάς έντεχνης κατασκευής.


Γνωρίζω πως απέναντι στα παλαιότερα πράγματα παίρνουμε ευκολώτερα αισθητική στάση επειδή με το πέρασμα του χρόνου έχει εξασθενήσει η χρησιμότητά τους στις σύγχρονες ανάγκες μας. Όμως ο θαυμασμός μου γιά τα ωραία αυτοκίνητα προ του 1960 έχει μεταφυσικές αιτίες. Διακρίνω σε ορισμένα μοντέλα τόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που σίγουρα απηχούν την πρόσληψη υλικής μορφής, φασματικών προτύπων. Βλέπω μέσα στά σφυρηλατημένα σίδερα, βούληση και χαρακτήρα και την άγρια ευαισθησία των μηχανών. Όχι πιά αυτοκίνητα αλλά οχήματα ελευθερίας, καλλιτεχνικές δημιουργίες και βιομηχανικά γλυπτά από μέταλλο.

Θαυμάζω υπέρμετρα την λευκή Mercedes-Benz SSK του 1929, την μακρόστενη 8-λιτρη Bentley του 1930, την κόκκινη Aston Martin LM 18 του 1935. Λατρεύω την BMW 328 του 1937 και την Mercedes Targa Florio του 1924. Με συναρπάζουν η Jaguar XK120 και η πρώτη Porsche 356 του 1948. Πάνω απ’ όλα, ζηλεύω τα καταπληκτικά μπλε αυτοκίνητα του Ettore Bugatti της δεκαετίας του 20. Η αεροδυναμική Type 57 Αtlantic του 1936 σχεδόν μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Σχήματα και χρώματα συνδυάζονται μοναδικά ξυπνώντας μνήμες ξεχασμένων διαδρομών. Αν και χαμένος στην γκρίζα άσφαλτο του χρόνου, εξακολουθώ φαντασιακά να ιππεύω το αγωνιστικό μου μονοθέσιο, ζητώντας λύτρωση στη φυγή.
Αλίμονο! Μεταμορφώνομαι τότε σε φουτουριστικό Κένταυρο, αλχημικά ενωμένος στο σώμα με το δέρμα του καθίσματος και τα σίδερα της μηχανής.
Δίχως πνεύμα και ψυχή, προσμένω κατάργηση των ορίων λίγο πριν το τέλος της εποχής ...



Αισθητική: Η φιλοσοφική Καλολογία. Η συστηματική διερεύνηση της ποιότητας που ονομάζομε Ομορφιά.
Η φωτογραφία: Bugatti Type 35 (1924-1930).
Αγωνιστικό Μονοθέσιο: Το σιδερένιο μου άλογο AUTO UNION Type C (1936-7)

1/6/2009

ΟΙ ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ ΛΥΚΟΙ

« ...αυτοί σαν λύκοι που τρων ωμά κρέατα
και κλείνουν ανείπωτη δύναμη μέσα τους,
και που σκοτώνοντας στα βουνά ελάφι μεγάλο με κέρατα
το τρώνε αρπαχτά
και όλων τα σαγόνια κοκκινίζουν από το αίμα
και ξεκινούν κοπαδιαστά να πιούν,
παίρνοντας λίγο λίγο με τις στενόμακρες γλώσσες τους
το σκοτεινό νερό
από βρύση που τρέχει μαύρο νερό,
καθώς ξερνούν το αίμα από το σκοτωμένο ζώο... »


Διαβάζω πολλά χρόνια την Ιλιάδα: από μικρός ξεφυλλίζοντας τις εντυπωσιακές εικόνες παιδικών εκδόσεων, αργότερα σαν μαθητής μελετώντας τις συμβατικές αναλύσεις του σχολείου, σήμερα ως διανοούμενος και ώριμος αναγνώστης ισορροπώντας ανάμεσα στη νόηση και το συναίσθημα. Πάντοτε με συναρπάζει με αμείωτη ένταση. Τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνω στις σελίδες της την προσωπική μου ηθική και αναβαπτίζω στην ομηρική θεώρηση του κόσμου τα απαρχαιωμένα μου πρότυπα.

Η Ιλιάδα ως ενιαίο έργο τέχνης είναι το θεμέλιο του Δυτικού Πολιτισμού. Ως βαρυσήμαντο κείμενο οριοθετεί τις ουσιώδεις σχέσεις της ποίησης με το ευρύτερο πολιτισμικό της πλαίσιο. Μέσα από την τραγική της εξιστόρηση αποκαλύπτει διάφανα την σύνθετη αντίληψη των πολεμικών ανδρών γιά τον εαυτό τους, τους άλλους ανθρώπους, τη φύση και τους θεούς. Πάνω απ’ όλα, στο βαθύτερο περιεχόμενό της μας διδάσκει την αποδοχή του παράλογου νοήματος της ζωής και του θανάτου.

Η αρχική πρόταση που παραθέτω, σηματοδοτεί την έναρξη της προετοιμασίας των Μυρμιδόνων πριν την επάνοδό τους στη μάχη. Όταν η τρωική φωτιά έφτασε στα καράβια των Αχαιών, η οσμή του αίματος ξύπνησε τους κοιμισμένους λύκους.

Πρόθεσή μου είναι να επαναφέρω σποραδικά στην Πολεμική Σημαία τέτοιου ύφους αποσπάσματα. Προσφέρουν αισθητική παιδεία και ταυτόχρονα αφυπνίζουν την ηρωική συνείδηση στο φοβερό σημείο σύμμειξης κτήνους και θεού...




Η εισαγωγή: Ομήρου ΙΛΙΑΣ, Π 156-162. Μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή.
Η εικόνα: Το εξώφυλλο του Paolo Rivera από το έκτο τεύχος της πρόσφατης, εικονογραφημένης σειράς της Marvel, THE ILLIAD (2008). Διασκευή των R. Thomas και M.A. Sepulveda.
Οι Μυρμιδόνες: Πενήντα ήταν τα καράβια τους και σε καθένα ήταν πενήντα άντρες. Πέντε ήταν οι αρχηγοί τους: ο Μενέσθιος, ο Εύδωρος, ο Πείσανδρος, ο Φοίνικας και ο Αλκιμέδοντας. Βασιλιάς όλων τους ήταν ο Αχιλλέας.

15/5/2009

ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

« ..... Και μετά θαρθεί ο Κάπρος της Κορνουάλλης και θα πατήσει το σβέρκο των βαρβάρων. Ο Κάπρος θα γίνει κύριος του Ωκεανού και αφέντης πάνω από τα δάση της Γαλατίας. Κι ο Κάπρος θα χαθεί αλλά δε θα χαθεί και το τέλος του θάναι για όλους ένα μυστήριο. Και το όνομα του Κάπρου θα είναι πάντα στα χείλη του λαού του και τα κατορθώματά του θάναι ψωμί και κρασί στο στόμα αυτών που δηγιούνται ιστορίες .....
..... Ώσπου ναρθεί ο Κάπρος για δεύτερη φορά από τη χώρα που δεν την ξέρει κανείς.....
»


Νωρίς εκείνο το πρωί θα βρίσκομαι στο αλσύλλιο ανάμεσα στους δύο λόφους, στο ερειπωμένο ερημητήριο δίπλα στο ξωκλήσι. Θα διασχίσω το δάσος με τις οξιές και θα φτάσω στη γυάλινη λίμνη πριν το πρώτο φως σκορπίσει την ομίχλη.
Εγώ ήμουν τότε ο τελευταίος, εγώ μονάχα ξέρω που έριξα το θρυλικό Σπαθί.
Θα περιμένω στην ακτή παρατηρώντας την επιφάνεια του διάφανου νερού να διακρίνω τη στιγμή, που ο κύκλος του μεγάλου χρόνου θα ολοκληρωθεί. Κι όταν η λίμνη μοιάζει με υδάτινο ουρανό πάνω στη γη, ένα χέρι με σιδερένιο γάντι μέσα από το νερό, όπως παλιά θα εμφανιστεί. Η Κυρά της Λίμνης θα επιστρέψει το Εξκάλιμπερ από τη μήτρα της ανυπαρξίας στο φως του κόσμου, στη νέα μας ζωή. Θα πιάσω με τα δύο χέρια τη λαβή και τρείς φορές στον άνεμο θα το βαφτίσω, στρέφοντας προς τη φλογισμένη ανατολή. Πάνω στο υγρό ατσάλι, ο πρώτος Ήλιος ανελέητος θα αποκαλυφθεί.


Έπειτα, πίσω στο ξέφωτο του δάσους θα γυρίσω, να το καρφώσω στον πέτρινο βωμό και τη θέση μου να πάρω στου Κάπρου τη σιωπηλή γραμμή. Και οι εκατόν πενήντα σύντροφοι της Παλαιάς Φρουράς θα είναι εκεί, άγιοι κι αμαρτωλοί από τον ουρανό κι από τη γη.
Πρώτα με σεβασμό θα προσφερθούν οι οφειλόμενες χοές. Το αίμα θα ποτίσει τη κόψη του Σπαθιού και θα κοκκινίσει τον βράχο στην υποδοχή. Μετά με κλωνάρια και καρπούς από πεύκα και βελανιδιές θα στολίσουμε τις πανοπλίες και θα καλύψουμε με μούρα και κάστανα κι άγρια σταφύλια τις ασπίδες. Τα πράσινα και χρυσαφιά λάβαρα του Μαύρου Άστρου θα υψωθούν και μανιασμένη θύελλα θα ξεσπάσει.
Και μέσα στη καταιγίδα θα σπάσουμε τις κούφιες πέτρες γιά να ξυπνήσουν οι κοιμισμένοι Δράκοι. Καιόμενος ανάμεσά τους, ο αναγεννημένος Κάπρος θα μας κεράσει άρτο και οίνο και η αρχαία συμφωνία θα σφραγιστεί.


Κι όταν τελειώσει η τελετή, θ’ανοίξουμε τις πύλες του καθαρτηρίου να ελευθερώσουμε τις έκπτωτες ψυχές. Όχι πιά αγνή αγάπη και γλυκερές μπαλάντες ούτε άγια δισκοπότηρα και κούφια ηθική. Θα ζήσουμε στ’ αλήθεια τούτη τη φορά γιά να δημιουργήσουμε με σκληρότητα τον Κόσμο από την αρχή.
Οι Ιππότες της Αυγής σιωπηλά θα καλπάσουν στην ανοιξιάτικη φωτιά του χορταριού, στα σκοτεινά όνειρα, στα ξεχασμένα έθιμα και στις φθαρμένες παραδόσεις.
Κι όταν θα ’χουμε σπείρει πιά μιά νέα, υπεράνθρωπη φυλή, άξια να κατοικήσει τη γη, θα επιστρέψω στο δάσος με τις οξιές, λίγο πριν τη δύση. Μόνος μου στο λυκόφως, θα βυθιστώ στη γυάλινη λίμνη να ξαναδώσω πίσω το Σπαθί.

...Κι όλα αυτά είναι γραμμένα στο Βιβλίο των Ψευδοπροφητειών του Ιππότη του Ήλιου...




H εισαγωγή: Από την προφητεία του Μέρλιν στην Ιστορία του Πύργου και των Δράκων (Νέννιος, γύρω στο 800, Historia Britonum και Γοδεφρείδος του Μονμάουθ, 1125, Historia Regum Britanniae από την συλλογή Μεσαιωνικών Θρύλων της Ουαλλίας του Ν. Κούρκουλου).
Ο Κάπρος της Κορνουάλλης: REX QUONDAM REXQUE FUTURUS.
Οι Δράκοι: Σύμφωνα με την παράδοση ο Κόκκινος των Κελτών, ο Λευκός των Γερμανών.
Οι φωτογραφίες: Από την ταινία EXCALIBUR (1981) του John Boorman. Η καλύτερη μέχρι σήμερα απεικόνιση του Κύκλου της Στρογγυλής Τραπέζης στην έβδομη τέχνη. Μοναδικός συνδυασμός αισθητικής και ιδεολογίας.
Το Σπαθί κι ο Δράκος: Κληρονομιά των Σαρματών στον μεσαιωνικό κόσμο των ιπποτών διά μέσου των ρωμαϊκών λεγεώνων που στάθμευαν στη Βρετανία. Οι Σαρμάτες θυσίαζαν στο θεϊκό Σπαθί που κάρφωναν στη γη λατρεύοντας τον θεό του πολέμου. Σαρματική προέλευση είχαν πιθανά και τα μακρόστενα Draco λάβαρα του ρωμαϊκού ιππικού, που αρχικά χρησίμευαν γιά να δείχνουν τη φορά του ανέμου. Σαρμάτες υπηρετούσαν στον ρωμαϊκό στρατό της Βρετανίας έως και τα τέλη του 4ου αιώνα.
Ο Μπέντιβερ: Ο τελευταίος ιππότης που κράτησε κι έριξε στη θάλασσα το Εξκάλιμπερ.

1/5/2009

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

« Ναι, ήμουν ένας βασιλιάς μυθικός,
Θρονιασμένος πάνω σ’ ένα βράχο ψηλό,
Σκήπτρο μου ήταν ένα κρίνο λυγερό,
Από άστρα λαμπερά ήταν η
κορόνα μου »

Ένας λευκός κύκνος σέρνει με χρυσή αλυσίδα μιά βάρκα στον ποταμό Εσκώ. Όρθιος στέκεται μέσα ο Λόενγκριν, ο γιός του Πάρσιφαλ των Ιπποτών του Δισκοπότηρου. Αντίθετα με την παράδοση, η βάρκα δεν πλευρίζει στις όχθες του ποταμού, στη μυθική Βραβάντη του 10ου αιώνα αλλά συνεχίζει την πορεία της στα ρεύματα του χρόνου. Σχεδόν εννιακόσια χρόνια αργότερα ο Ιππότης του Κύκνου φτάνει στους κήπους του παλατιού Λίντερχοφ, στο τεχνητό σπήλαιο της Αφροδίτης όπου ο Τάνχωυζερ κοιμάται ακόμη αμέριμνος στην αγκαλιά της Χόλντα.
Ο Λόενγκριν κι ο Τάνχωυζερ έχουν να εκτελέσουν ιερή αποστολή. Μαζί θα στέψουν το νεαρό πρίγκιπα της Βαυαρίας με τον μαύρο κύκνο, την άρπα και το καρφωμένο στο δένδρο σπαθί.

Ο Λούντβιχ έζησε στα μέσα του 19ου αιώνα, σε λάθος εποχή. Καταραμένος από μάγισσα, γεννήθηκε αντί ιππότης των παραμυθιών, γαλαζοαίματος της παρακμής. Περήφανος, ωραίος, αυτάρεσκος και επιβλητικός - με ύψος ένα και ενενήντα - στέφτηκε δεκαοκτώ χρονών βασιλιάς της Βαυαρίας. Οι ειδήμονες αργότερα θα τον αποκαλούσαν βασιλιά των παραμυθιών, βασιλιά κύκνο και τρελό βασιλιά, στην αρχή όμως της βασιλείας του θα τον μνημόνευαν ως ιεροφάντη της βαγκνερικής μουσικής.

Ο βασιλιάς αναζήτησε και συνάντησε τον Ριχάρδο Βάγκνερ αμέσως μετά τη στέψη του κι από τότε έγινε μόνιμος χορηγός και προστάτης του. Η διαφορά ηλικίας - ο συνθέτης ήταν τότε πενηνταενός - ευνόησε μιά έντονη, πλατωνική σχέση. Η αγάπη τους είχε στο φόντο της τη γερμανική μυθολογία και στα πρόσωπά τους ο νέος Ζήγκφριντ συνάντησε ξανά τον γέρο Βόταν μέσα σε λατρευτικές εκδηλώσεις φιλίας και αφοσίωσης. Ο δεύτερος επιφανής του έρωτας ήταν η κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερη, εξαδέλφη του Ελισάβετ των Βίτελσμπαχ, αυτοκράτειρα της Αυστρίας. Αδυνατώντας να έχει την ίδια, αρραβωνιάστηκε από απόγνωση την εικοσάχρονη αδερφή της Σοφία, αν και τελικά απέφυγε να την παντρευτεί. Ο γάμος όπως και η κοινωνία και η πολιτική δεν κολάκευαν την εξεζητημένη αισθητική του,

Ο Λούντβιχ ήταν ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος, ευαίσθητος και ρομαντικός. Η πραγματική διακυβέρνηση της χώρας δεν τον ενδιέφερε. Την ίδια εποχή που οι Πρώσοι του Μπίσμαρκ προωθούσαν την ένωση όλων των γερμανικών κρατών, ο ίδιος παρακολουθούσε παγερά αδιάφορος την εγκόσμια πολιτική. Η Βαυαρία πάντως πολέμησε στο πλευρό της Αυστρίας το καλοκαίρι του 1866 και κατατροπώθηκε μαζί της.

Ο βασιλιάς παρέμενε δεσμώτης των ονείρων του κι έψαχνε να βρεί τρόπους να τα επιβάλλει στην πραγματικότητα. Έτσι ανακάλυψε την τέχνη των πύργων. Το κάστρο Λίντερχοφ άρχισε να κατασκευάζεται το 1868, το Νόισβανστάιν το1869, το Χέρρενκήμζέε το 1878. Έκανε ο ίδιος τα σχέδια αυτών των μυθικών προμαχώνων στον κόσμο της φθοράς και χρησιμοποιούσε το κρατικό θησαυροφυλάκιο γιά να χρηματοδοτήσει την ανέγερσή τους.

Τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του κοιμόταν κατά την διάρκεια της ημέρας και ζούσε μόνον τη νύχτα. Ίππευε γιά ώρες στην καρδιά του σκοταδιού και αποσυρόταν με το φως της αυγής. Με άλογα, με έλκηθρα, με στοιχειωμένα τραίνα έτρεχε να ξεφύγει από τους κοινούς ανθρώπους και την τρέλα. Μαύρη αγνότητα και ανήθικη αγιοσύνη. Η αθωότητα και η ευτυχία δεν συμβιβάζονται με την καταραμένη τέχνη κι ο χρόνος είναι αδυσώπητος εχθρός της ομορφιάς.

« ...όποιος ψηλά στάθηκε στ’ ακρινά κορφοβούνια του κόσμου κι αγνάντεψε πέρα την καινούρια χώρα, της Νύχτας τα λημέρια – αληθινά δεν ξαναγυρίζει πίσω αυτός στου κόσμου τον σάλο, στη χώρα όπου σ’ αιώνια ταραχή φωλιάζει το Φως ... »


Ο Λούντβιχ ήταν πιά σαράντα χρονών και είχε γίνει βίαιος και μισάνθρωπος. Μισούσε την κοινοτοπία όσο και τους υπηκόους του κι έλεγε πως θα ήθελε ο λαός της Βαυαρίας να είχε ένα μόνον κεφάλι γιά να μπορούσε να το κόψει μεμιάς....

Τα κρατικά έσοδα συνέχιζαν να μετατρέπονται σε κάστρα και οι συνετοί τραπεζίτες και διαχειριστές του ανησυχούσαν γιά πιθανή χρεοκοπία. Οι γιατροί του Μονάχου με την σύμφωνη γνώμη των υπουργών της κυβέρνησης και της βασιλικής οικογένειας αποφάνθηκαν πως ο βασιλιάς ήταν φρενοβλαβής. Τον συνέλαβαν και τον απομόνωσαν στο ανάκτορο του Μπέργκ, στις όχθες της λίμνης Στάρνμπεργκ, μετατρέποντας μιά πτέρυγα του ανακτόρου σε νευρολογική κλινική.
Την δεύτερη μέρα του εγκλεισμού του, το απόγευμα μιάς βροχερής Κυριακής του Ιουνίου, ζήτησε να κάνει ένα περίπατο στον κήπο. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε στα ρηχά νερά της λίμνης αφού πρώτα έπνιξε τον γιατρό-δεσμοφύλακα που τον συνόδευε.

Ο τρελός βασιλιάς παραμένει στο πέρασμα των χρόνων, σκοτεινό είδωλο των ρομαντικών. Γεννήθηκε ψεύτικος ηγεμόνας του κόσμου τούτου αλλά χρίστηκε με τη στάση του αληθινός πρίγκιπας των θρύλων. Πραγματοποίησε τις αλλόκοτες επιθυμίες του κι έγινε ο τελευταίος βασιλιάς που εμείς αναγνωρίζουμε.
Γιατί ενώ εμείς επιθυμούμε μιά τελευταία έξοδο διαφυγής στην χώρα των ψευδαισθήσεων, αυτός αντίθετα οχύρωσε την είσοδο του μύθου στην άχαρη καθημερινότητα. Γιατί στο Βασίλειο των αισθητικών αξιών και γιά την Μεταφυσική του Ωραίου, αυτός θεμελίωσε τον Πύργο του Αναγεννημένου Κύκνου.


Στο κάστρο του Μοντσαλβάτ, ο Πάρσιφαλ πρωτοστατεί στην λειτουργία του Γκράαλ φορώντας τη μαύρη πανοπλία του. Στα ονόματα που επαναλαμβάνει πριν ξεσκεπάσει το Ιερό Δισκοπότηρο, αμέσως μετά τον Ριχάρδο Βάγκνερ, τελευταίον πάντα μνημονεύει τον Τρελό Βασιλιά.




Ο Βασιλιάς: Ludwig II (Ludwig Friedrich Wilhelm της δυναστείας των Βίτελσμπαχ, 1845-1886), γιός του Μαξιμιλιανού Β΄ Ιωσήφ της Βαυαρίας και ανηψιός του Όθωνα Α΄ της Ελλάδος. Η διακυβέρνηση της Βαυαρίας παραχωρήθηκε στον Όθωνα Α΄ Βίτελσμπαχ το 1180 από τον Σταυροφόρο Αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Μπαρμπαρόσα.
Οι εικόνες: Ο Λούντβιχ στα 1867, το κάστρο Neuschwanstein στα 1890, μαύροι Κύκνοι στο νερό και στον αέρα.
Το Neuschwanstein (New Swan Stone): Το τελευταίο κάστρο του Γκράαλ στον υλικό κόσμο.
Οι στίχοι της εισαγωγής: Της Μαύρης Αυτοκρατόρισσας Ελισάβετ (1837-1898) στη μνήμη του εξαδέλφου της Λουδοβίκου.
Οι στίχοι της Νύχτας: Του μεγάλου ποιητή Νovalis (1772-1801) από τους Ύμνους στη Νύχτα. Μετάφραση του Γ. Ν. Πολίτη.
Η κινηματογραφική ταινία: Του Λουκίνο Βισκόντι. ΛΟΥΝΤΒΙΧ (Το λυκόφως των Θεών, 1972).
Οι βασικές Όπερες αναφοράς: Του Ρίχαρντ Βάγκνερ. ΤΑΝΧΩΥΖΕΡ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 19 Οκτωβρίου 1845 στη Δρέσδη. ΛΟΕΝΓΚΡΙΝ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 28 Αυγούστου 1850 στη Βαϊμάρη. ΠΑΡΣΙΦΑΛ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 26 Ιουλίου 1882 στο Μπαϋρόυτ.
Η ανανέωση μιας υπόσχεσης: Το προσωπικό μου προσκύνημα στον πύργο του βασιλιά.

16/4/2009

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Στάθηκα γιά λίγο μπροστά από την δίφυλλη, ξύλινη πόρτα κι έβγαλα τη μάσκα της μεταμόρφωσης και το αστικό μου πανωφόρι. Ανέπνευσα ελεύθερα κι ένοιωσα την πανοπλία μου να τρέφεται ξανά με το σκοτάδι. Έπειτα μπήκα στο Ναό απρόσκλητος μα πρόθυμος και ταπεινός. Προχώρησα προς το ξυλόγλυπτο τέμπλο, έκανα με κατάνυξη το σημείο του σταυρού κι αποτραβήχτηκα αθόρυβα σε κάποιο απόμερο στασίδι.


Οι ιππότες με τους λευκούς μανδύες με κοίταξαν με προσμονή. Δεν είχα γνωστό οικόσημο ούτε ξεχώριζαν επίσημα στη μαύρη πανοπλία μου. Γιά μιά στιγμή ίσως να πίστεψαν πως ήμουν εγώ ο αναμενόμενος, εκείνος που αιώνες τώρα έχει χαθεί.

Όμως εγώ την Λόγχη του Πεπρωμένου ποτέ μου δεν αντίκρυσα. Δεν είμαι αθώος με αγνή καρδιά ούτε έγινα ποτέ σοφός μέσω του οίκτου. Δεν είμαι αυτός, που κάποτε ανύποπτος σκότωσε τον κύκνο. Και η όμορφη Κούντρυ εύκολα με τα καταραμένα κάλλη της, στον κήπο του Κλίνγκσορ θα μ’ είχε αποπλανήσει.

Οι φασματικοί ιππότες του σταυρού χάθηκαν πίσω από την Αγία Τράπεζα κι έμεινα μόνος με τις σκέψεις μου. Άκουγα αιθέρια μουσική στο ημίφως, σαν κάποια μακρυνή ορχήστρα να πρόβαρε την βαγκνερική μελωδία της Μαγείας της Μεγάλης Παρασκευής. Συλλογιζόμουν την αγρύπνια των όπλων μου στο ανυπόστατο παρεκκλήσι και τον άγιο Πάρσιφαλ με τη μαύρη πανοπλία. Οι Φύλακες του Γκράαλ ακόμη τον περιμένουν γιά να γιατρέψει την ανίερη πληγή.

Πέρασε η ώρα... πέρασαν τα χρόνια και η έρημη χώρα παραμένη άγονη και ξερή. Δίχως Μετάληψη και συγχώρεση φόρεσα πάλι τη μάσκα και το παλτό και βγήκα στο δρόμο, αντιμέτωπος με το εξωτερικό χάος και την εσωτερική σκοτεινιά. Ο αγώνας συνεχίζεται μέσα κι έξω, κάτω και πάνω, στη γη και τον ουρανό, μέχρι το τέλος του Χρόνου. Σε κάποια νέα Σκηνική Τελετουργία, ο Ήλιος μέσα στο Δισκοπότηρο θα ξαναγεννηθεί ...

Η φωτογραφία: Από την πρόσφατη επίσκεψή μου στην εκκλησία των Τευτόνων Ιπποτών στη Βιέννη.

Οι αναφορές: Παραπομπές στην μυθολογία του Γκράαλ.
Ο υπότιτλος: Moral Rearmament.

3/4/2009

TEMPLE OF THE KING

Η χρονιά ήταν δύσκολη. Τρίτη Λυκείου στην μικρή πόλη που μεγάλωσα. Ο κοινωνικός περίγυρος και η οικογένεια περίμεναν να επιβεβαιώσω τις υψηλές μαθητικές επιδόσεις μου κι εγώ ανυπομονούσα να αφήσω πίσω μου τα καταπιεστικά στερεότυπα της επαρχίας.

Διάβαζα σκυφτός πάνω σε ένα μικρό γραφείο στο σπίτι των γονιών μου. Προετοιμαζόμουν εντατικά γιά τις τελικές εξετάσεις, που θα μου εξασφάλιζαν την είσοδο στο Πολυτεχνείο και την πολυπόθητη ελευθερία. Σχολείο το πρωϊ, φαγητό το μεσημέρι, διάβασμα και φροντιστήριο το απόγευμα, διάβασμα ξανά το βράδι και πάλι από την αρχή. Την μονοτονία έσπαγε μόνον η σκληρή μουσική στο παλιό πικάπ και τα χάδια της καλής μου συμμαθήτριας στα απόμερα σκοτάδια, τα σαββατόβραδα.

Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Έκθεση. Έλυνα εξισώσεις, αποστήθιζα τύπους, μελετούσα θεωρήματα και προετοίμαζα ασκήσεις. Ανέλυα θέματα ιδεών, σύνταξη προτάσεων, προλόγους και επιλόγους. Έγραφα και διάβαζα, διάβαζα και έγραφα. Και κάπου-κάπου, σήκωνα το κεφάλι κι έριχνα κλεφτές ματιές στο πόστερ που κρεμόταν δίπλα από το γραφείο μου: μιά μεγάλη φωτογραφία των Rainbow σε συναυλεία, με το ηλεκτρικό ουράνιο τόξο πίσω τους να φωτίζει τη σκηνή.

Έκλεινα τα μάτια από την κούραση κι άφηνα τη μουσική να επενδύσει τις σκέψεις μου. Το ουράνιο τόξο σχημάτιζε μιά πολύχρωμη πύλη διαφυγής στα σύνορα της φαντασίας μου. Πλησίαζε η μέρα που θα ξέφευγα προς το μέλλον.

One day, in the year of the fox
Came a time remembered well,
When the strong young man of the rising sun
Heard the tolling of the great black bell.
One day in the year of the fox,
When the bell began to ring,
It meant the time had come for one to go
To the temple of the king.



Τα βασικά στοιχεία της πρώτης μύησης ήταν ήδη εκεί κι ας μην τα αναγνώριζα τότε:

Η χρονιά της Αλεπούς που συμβόλιζε τον καιρό της πανουργίας και της εξαπάτησης. Ο Ήλιος στην ανατολή. Ο ήχος της μαύρης καμπάνας, που με καλούσε στο ναό του Βασιλιά. Το ίδιο το ουράνιο τόξο σαν αντανάκλαση της γέφυρας των ουρανών, που κάποτε θα με έφερνε στην Άσγκαρντ.

Από την Αλεπού θα ξεκινούσε η αναζήτηση γιά την αποκατάσταση του Λύκου. Θα ξέφευγα τελικά από όλους, όχι όμως κι από τον εαυτό μου...


Χρονολογία μετάβασης: 1982-1983.
Οι εικόνες: Φωτογραφία των Rainbow στη σκηνή, από το εξώφυλλο του Live, On Stage (1977). Το κάστρο της stratocaster σε εικονογράφηση του David Willardson, από το εξώφυλλο του πρώτου τους άλμπουμ, RITCHIE BLACKMORE ’S RAINBOW (1975).
Οι στίχοι: Του Ronnie James Dio. Από το Temple of the King, θρυλικό τραγούδι στην ιστορία της σκληρής μουσικής.