2/3/12

ΧΑΜΕΝΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

«Ταξιδιώτη, όταν περάσεις από κοντά μου, μη μου απευθύνεις, σε ικετεύω, την παραμικρή λέξη παρηγοριάς: θα λύγιζες το κουράγιο μου. Άσε με να πυρώνω το πείσμα μου στη φλόγα του μάρτυρα εθελοντή. Πήγαινε... μη τυχόν και σου εμπνεύσω τον οίκτο. Το μίσος είναι πιο αλλόκοτο απ’ ότι νομίζεις – το φέρσιμό του είναι ανεξήγητο, σαν τη σπασμένη εικόνα ενός ραβδιού χωμένου στο νερό. Όπως ακριβώς με βλέπεις, μπορώ ακόμα να κάνω επιδρομές μέχρι τα τείχη τ’ ουρανού, επικεφαλής μιας λεγεώνας δολοφόνων, και να γυρίσω πίσω στη θέση αυτή, για να συλλογιστώ, και πάλι, τα υπέροχα σχέδια της εκδίκησης.»

Παλαιότερα έτρεφα μέσα μου μια κρυφή αυταπάτη που με βοηθούσε να ασπάζομαι την ήπια ανωτερότητα ενός μυημένου Στωικού. Πίστευα πως κάτω από την κοινότυπη επιφάνεια, κατά βάθος ήμουνα μάρτυρας εθελοντής, ιππότης μοναχός, φανατικός εκδικητής. Και διαισθανόμουν πως αν το αποφάσιζα θα μπορούσα την ώρα της ανάγκης να σπάσω τα δεσμά του φυλακισμένου θηρίου.
Μονολογούσα κι αστειευόμουν πως πριν με πνίξει ο βάλτος της ευμάρειας θα είχα πάντα μια τελευταία επιλογή: τη Λεγεώνα των Ξένων. Legio Patria Nostra, το πολυεθνικό πρωτότυπο του ευρωπαϊκού στρατού, το τελικό καταφύγιο κάθε πολεμόχαρου τυχοδιώκτη. Αποφασιστική σωτηρία και λόγια του αέρα ενός καλομαθημένου νεαρού που συνήθιζε να κομπάζει εκ του ασφαλούς.

«Είναι ίσως και τα γηρατειά που ’ρχονται, προδοτικά, και σ’ απειλούν με τα χειρότερα. Δεν έχεις πια πολλή μουσική εντός σου για να κάνεις τη ζωή να χορέψει, αυτό είναι. Όλη η νιότη πήγε κιόλας να πεθάνει στην άκρη του κόσμου μες στη σιωπή της αλήθειας. Και πού να πας έξω, σας ρωτάω, όταν δεν έχεις πια εντός σου την αναγκαία δόση παραφροσύνης; Ένα χαροπάλεμα είναι η αλήθεια, που τελειωμό δεν έχει. Η αλήθεια τούτου του κόσμου είναι ο θάνατος. Πρέπει να διαλέξεις, ή το τέρμα ή το ψέμα. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να σκοτωθώ.» 

Έγινα πιά μεσήλικας, τίποτα δεν αλλάζει, οι αντιφάσεις έχουν εμπεδωθεί. Ακόμη κάθε βράδι διαβάζω Μπάυρον και Γκαίτε και κάθε πρωί φοράω τη γραβάτα μου και συναλλάσσομαι κανονικά με τους άθλιους ανθρωπάκους της εμπορευματικής κοινωνίας που με περικυκλώνει και με συντηρεί.
Ανακόλουθος και διχασμένος πείθω με ψέματα τον εαυτό μου πως κάποτε θα ξημερώσει εκείνη η μέρα, που η Φρουρά του Διαβόλου θα φτάσει στα τείχη του ουρανού. Και συνεχίζω να μεγαλώνω μέσα στη σιωπή, περιμένοντας έστω στο φως του τέλους να διακρίνω του χαμένου ορίζοντα τη γραμμή...




Το πρώτο απόσπασμα: Από τα ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ (1869) του Λωτρεαμόν (1846-1870).
Το δεύτερο απόσπασμα: Από το ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (1932) του Σελίν (1894 -1961).
Η εικόνα: Η πιo διάσημη φωτογραφία της Λεγεώνας των Ξένων (Bois-lEveque, 27 Σεπτεμβρίου 1917). Πέντε λεγεωνάριοι με το ανώτατο στρατιωτικό παράσημο ανδρείας: Lieutenant-Colonel Paul-Frédéric ROLLET (Γάλλος, ο Σημαιοφόρος, επονομαζόμενος και Πατέρας της Λεγεώνας), Adjudant-Chef Max-Emmanuel MADER (Γερμανός), Caporaux Andres AROCAS (Ισπανός), Caporaux Fortunato LEVA (Ιταλός), Caporaux Jaїme DIETA (Ισπανός).
Φιλολογική άσκηση: Η σύνταξη ενός ενιαίου κειμένου με την επιλεκτική ενσωμάτωση σκέψεων του Λωτρεαμόν και του Σελίν στην προσωπική μου εξομολόγηση.

1/2/12

«TΑNΙΑ»

«Άνοιξα κομμάτι τις όχθες. Τις ζάρες ισοπέδωσα. Μετά το πέρασμά μου, μπορείς να πάρεις ντορήδες, ταύρους, κριούς, πάπιους, σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου...
Σε γαμάω, Τάνια, έτσι που για πάντα να μείνεις γαμημένη.»

Παρανοώ και απατώμαι σπάνια, αλλά κατά περιόδους χάνω τα λογικά μου κι ερωτεύομαι. Και τότε στενοχωριέμαι γιατί οι αγαπημένες μου δέσποινες δεν εκτιμούν τα λίγα αλλά σοβαρά προτερήματα που εγώ αναγνωρίζω στον εαυτό μου αλλά αντιθέτως έλκονται από στοιχεία που είναι για μένα επουσιώδη κι ανάξια λόγου και προσοχής.


Το γυναικείο φύλο αποτελούσε πάντα για μένα μια παράλληλη ανθρωπότητα με διαφορετικές αρχές, ανόμοιες επιδιώξεις κι αλλοιώτικους θεούς. Δεν μπόρεσα ποτέ να τις καταλάβω ούτε να τους γίνω κατανοητός. Κι αν αναγκάστηκα κατά περιόδους να ψευδολογήσω και να υποκριθώ, πάντως στην παράλογη θεώρηση του κόσμου τους δεν συμβιβάστηκα και παραμένω ασυμμόρφωτος και αιρετικός.

Φιλόσοφοι, φυσιολόγοι και ψυχολόγοι συμφωνούν πως οι γυναίκες από τη φύση τους και για την διαιώνιση του είδους επιδιώκουν στη σχέση τους με τους άντρες, γονιμότητα και αποκλειστικότητα. Οι βασικές προσδοκίες τους για δύναμη και σταθερή προστασία είναι εύλογες και θεμιτές και για αιώνες πριν τον σύγχρονο εκφυλισμό ικανοποιούνταν ακίνδυνα μέσα στα ασφαλή πλαίσια της Πατριαρχίας.
Οι συνθήκες άλλαξαν στο νεωτερικό κόσμο της αναγκαστικής ισότητας. Στην εκθηλυσμένη κοινωνία που προέκυψε από το τέλος της πατριαρχικής ηθικής, οι γυναικείες επιδιώξεις επιβάλλονται πλέον ανεξέλεγκτα και επαναπροσδιορίζουν τις σχέσεις εξουσίας.

Εθισμένοι στην ηδονή της διείσδυσης και μακρόθυμοι ξεχνάμε συνήθως πως ενώ εμείς αντιμετωπίζουμε την σαρκική επαφή σαν παιχνίδι, οι γυναίκες προσφέρουν το κορμί τους με απότερο σκοπό τον έλεγχο και την καταστολή. Ξεχνάμε επίσης πως το διαχρονικό θηλυκό πρότυπο του ρωμαλέου σωματοφύλακα μεταφράζεται σήμερα στην κοινότυπη εκδοχή του προβλέψιμου οικογενειάρχη και δουλευτή...

Όσοι έχουμε επίγνωση της κατάστασης και γελάμε ειρωνικά με την κατάντια μας ας θυμόμαστε πάντως πως τα χειρότερα έπονται. Όντας ανεξέλεγκτος, ο γήινος και πεζός κόσμος των γυναικών αποδυναμώνει το πνεύμα και τη φαντασία φράζοντας την μοναδική μας πρόσβαση προς τις ανώτερες σφαίρες των ουρανών.

Αναρωτιέμαι τι ακόμη άραγε να μας επιφυλάσσει η θηλυκού γένους και γηραιά ειμαρμένη... Φοβούμαι πως παρά τον λογοτεχνικό κομπασμό του συγγραφέα της εισαγωγής μας, κανένας δεν κατάφερε ποτέ να γαμήσει την Τάνια έτσι, που για πάντα να μείνει γαμημένη...




Η φράση της εισαγωγής: Aπό το βιβλίο Ο Τροπικός του Καρκίνου (1934), του αμερικανού συγγραφέα Χένρι Μίλερ (1891-1980).
Η φωτογραφία: Bettie Page (1923-2008).
Στον αρχαίο κόσμο: Οι γυναίκες α) παντρεύονταν σε μικρή ηλικία - γιατί μικρές ακόμη και οι ασχημότερες ήταν τρυφερές και γαμεύσιμες, β) συμμορφώνονταν με βασικούς κανόνες συμπεριφοράς - γιατί υπάγονταν κατευθείαν από την εξουσία του πατέρα στην εξουσία του συζύγου και γ) δεν εμπλέκονταν στα σημαντικά θέματα του πολιτισμού - γιατί ο κύριος ρόλος τους ήταν μόνον το πρώτο στάδιο διαπαιδαγώγησης των παιδιών.


1/1/12

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ

Η ώρα περνούσε και είχα ήδη εξερευνήσει κάθε γωνιά του καθολικού δίχως αποτέλεσμα. Έψαχνα ανάμεσα σε οσίους, ιεράρχες και ευαγγελιστές, ανάμεσα σε αγίους, ασκητές, μάρτυρες και αναχωρητές. Δεν τον έβλεπα πουθενά κι άρχισα να ανησυχώ πως οι πληροφορίες μου ήταν λανθασμένες. Σκέφτηκα τότε τις τοιχογραφίες που βρίσκονταν στο απαγορευμένο Ιερό.

Το καθολικό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος είναι τρίκογχος, εγγεγραμμένος, σταυροειδής ναός αθωνικού τύπου και είναι η μεγαλύτερη εκκλησία των Μετεώρων. Ο κυρίως ναός οικοδομήθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα αλλά το ιερό Βήμα είναι παλαιότερο και ανάγεται στην εποχή της ίδρυσης της μονής, στα μέσα του 14ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες που το διακοσμούν ζωγραφίστηκαν το 1483. Στην πραγματικότητα το σημερινό ναόσχημο Ιερό ανοικοδομήθηκε το 1388 και ήταν αυτό κάποτε το καθολικό του Μεγάλου Μετεώρου: δικιόνιος σταυρικός εγγεγραμμένος με τρούλο ναός του Σωτήρος Χριστού.


Ζήτησα αρχικά από κάποιον επόπτη να μπω στον χώρο του Ιερού αλλά εκείνος με απέτρεψε λέγοντάς μου πως χρειαζόταν ειδική άδεια από τον ηγούμενο, που όμως εκείνη την ημέρα απουσίαζε. Έπειτα προσπάθησα ανεπιτυχώς να διακρίνω τις παραστάσεις παραμερίζοντας μόνος μου τα παραπετάσματα που κάλυπταν τις εισόδους. Και τελικά έπεισα ένα αγαθό παπαδοπαίδι πως ήμουν πιστός προσκυνητής που είχε έρθει από μακρυά...

Μέσα στο Ιερό στάθηκα απέναντί του με σεβασμό και προσοχή. Ως γνήσιος φιλότεχνος ανίχνευα στην τεχνοτροπία τις επιρροές της ιταλικής Αναγέννησης ενώ ταυτόχρονα ως ξεπεσμένος φρουρός του Ραφαήλ αναγνώριζα το φως, το ξίφος, τη φωτιά του Μιχαήλ. Ένοιωθα σαν να με ζέσταινε ο ήλιος ενός καλοκαιριάτικου μεσημεριού. Έκανα αυθόρμητα το σημείο του σταυρού και ρώτησα να μάθω για το Τέλος των Ημερών.

Ρώτησα για τον άγγελο με τη σφραγίδα του ζώντος Θεού και για τους τέσσερεις αγγέλους των ανέμων. Ρώτησα για τους εφτά αγγέλους με τις εφτά σάλπιγγες και για τον άγγελο με το χρυσό λιβανωτό. Ρώτησα για τους τέσσερεις αγγέλους της εξολόθρευσης και για τον άγγελο με το ηλιακό πρόσωπο και το ανοιχτό βιβλίο. Ρώτησα για τον άγγελο με το αιώνιο ευαγγέλιο. Και τελευταία ρώτησα για τους εφτά αγγέλους των έσχατων πληγών με τις εφτά χρυσές φιάλες.

Δεν μου απάντησε για κανέναν.
Με ρώτησε μόνον για τον Αποστάτη.

Αποχώρησα με περίσκεψη συλλογιζόμενος την προειδοποίηση στο ξεδιπλωμένο ειλητό που ο Αρχάγγελος της Τάξης πάντα προτάσσει σταθερά με το αριστερό του χέρι... «Ταις μη καθαραίς προστρέχουσι καρδίαις, εν τω καθαρώ του Θεού θείω δόμω, ασυμπαθώς μου την σπάθην εκτεινύω».





Ο Αρχάγγελος: Κατά την ταπεινή μου άποψη πρόκειται για τον ωραιότερο Μιχαήλ της μνημειώδους ζωγραφικής των βυζαντινών τοιχογραφιών. Σεβάστηκα την ιερότητα του χώρου και δεν τον φωτογράφησα. Σκάναρα πάντως την εικόνα για το κείμενο από σχετικό έντυπο αναφοράς.
Η Μονή του Μεγάλου Μετεώρου: Το πρώτο και μεγαλύτερο μοναστήρι των Μετεώρων. Βρίσκεται στην κορυφή κάθετου βράχου ύψους 433 μέτρων από το επίπεδο της περιοχής, στο βορειοδυτικό τμήμα της ομάδας των μετεωρίτικων βράχων.
Το Τέλος του Κόσμου: Όλοι οι άγγελοι των ερωτήσεων αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη.

1/12/11

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

«...Σ’ όλη μου τη ζωή έψαξα να ’βρω το μυστικό της ζωής. Δεν ήμουν ευτυχισμένος στα νιάτα μου, γιατί ήξερα πως τα νιάτα μου θα περνούσαν κι όταν έγινα ώριμος άντρας, δεν ήμουν ευτυχισμένος, γιατί ήξερα πως πλησίαζαν τα γεράματα. Κι έτσι αφιέρωσα τη ζωή μου, τη νιότη και την ωριμότητα και τα γεράματά μου, στην αναζήτηση του Μεγάλου Μυστικού. Πόθησα μια ζωή που η αφθονία της θα γέμιζε τους αιώνες, κορόιδευα τη ζωή που κρατούσε ογδόντα χειμώνες...»


Αναζητώ κι εγώ το Άγιο Σκεύος που περιέχει το αίμα του Χριστού, τo χαμένο σμαράγδι του Εωσφόρου, το γαλάζιο λουλούδι του Νοβάλις, το μάτι που ο Όντιν θυσίασε στη πηγή. Λαχταρώ το φως που καίει στις απόκρυφες συνταγές των αλχημιστών, στα μαγεμένα δάση των παραμυθιών, ανάμεσα στα πόδια των όμορφων γυναικών. Και ενίοτε επιστρέφω στην αρχή του χρόνου, στα αδιαφανή πεδία του εξώτερου διαστήματος, εκεί όπου το δέκατο τάγμα των αγγέλων ηττήθηκε στη Μητέρα των Μαχών.

Χρόνια γυρεύω το Μεγάλο Μυστικό ξετυλίγοντας ένα αόρατο νήμα που ενώνει φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους αντικείμενα, πρόσωπα και τοπία. Κι όμως ποτέ δεν βρέθηκα στο κατώφλι της ανταπόδοσης, ποτέ δεν πέρασα έστω τα πρόθυρα της αποδοχής. Γιατί ακροβατώ ανισόρροπα ανάμεσα στον κόσμο της κοινής πραγματικότητας και στην πνευματική τάξη των παλαιών θεών. Γιατί αναλώνω τον πολύτιμο χρόνο μου στον αναγκαστικό βιοπορισμό παραμελώντας τα ιερατικά μου καθήκοντα. Γιατί ενώ προσεύχομαι στην Ευλογημένη Δεσποινίδα ως αφηρημένη αρετή, μονάχα η λάγνα της πλευρά με συγκινεί.

Στο τέλος όλων των ιστοριών υπάρχει το Δισκοπότηρο. Γύρω του μαίνεται η σύγκρουση των αντιθέτων με σύμβολα και αλληγορίες. Μέσα σε ερειπωμένους γοτθικούς ναούς, φασματικοί Κιστερκιανοί μοναχοί με λευκά ράσα ευλογούν ιερά σπαθιά. Και η Σταυροφορία συνεχίζεται από τις ρίζες του Υγκντραζίλ έως τον δέκατο Έμπυρο Ουρανό, εκεί όπου σύμφωνα με τον Δάντη περιμένει τους ιππότες της αναζήτησης ο Άγιος Βερνάρδος του Κλαιρβώ.

Υπάρχει όμως ακόμη ελπίδα σωτηρίας; Οι αρχάγγελοι του Κάλλους και της Τάξης θα πολεμήσουν άραγε ξανά μαζί; Ποιόν αληθινά υπηρετεί το Δισκοπότηρο;
Οι μύστες διδάσκουν πως ο Θεός αποκαλύπτεται δίχως να γίνεται κατανοητός ενώ εγώ προσεγγίζω χωρίς πίστη τα μυστήρια επιζητώντας μόνον την κατανόηση. Κι αν και απρόσκλητος στη Μεγάλη Λειτουργία, διατηρώ την ψευδαίσθηση πως μου αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.





Το κείμενο της εισαγωγής: Του κορυφαίου Ιρλανδού ποιητή και συγγραφέα W.B.Yeats (1865-1939) σε μετάφραση Σπ. Ηλιόπουλου. Απόσπασμα του διηγήματος «Η Καρδιά της Άνοιξης» από τη συλλογή Το Μυστικό Ρόδο (The Secret Rose, 1897).
Οι εικόνες: Templar Cloister και The Holy Grail, από τη σειρά The Templars της Black Hawk Toy Soldier. Εκθέματα από την προσωπική μου συλλογή toy soldiers.


1/11/11

FONS ET ORIGO

Η Ευρώπη που προέκυψε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι μια πολιτική ένωση εμπόρων και τραπεζιτών. Κυριαρχείται από τους εξελιγμένους αντιπροσώπους της τρίτης και κατώτερης κοινωνικής τάξης της αρχετυπικής τριχοτόμησης της ευρωπαϊκής κοινωνίας.
Οι δικαστές-ιερείς και οι φρουροί-πολεμιστές της φυλετικής μας κοινότητας, αφού νικήθηκαν οριστικά στον τελευταίο μεγάλο «πόλεμο των λειτουργιών», υποβιβάστηκαν και πλέον είναι παροπλισμένοι και αμέτοχοι παρατηρητές.

Όμως ενάντια στον σύγχρονο κόσμο, εμείς αν και αναγνωρίζουμε την ήττα ούτε αποδεχόμαστε την ευθύνη ούτε της προσδίδουμε νομιμότητα. Μέσα στο σκοτάδι της ευρωπαϊκής νύχτας, με μνήμη και πεισμονή αναζητούμε σαν αντίδοτο τις αρχές των προγόνων. Η ιστορία της γλώσσας μας συνδέει με τις βασικές έννοιες και με τον τρόπο που εκείνοι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο. Κι επειδή οι παλαιότεροι Ινδοευρωπαίοι είναι οι Έλληνες, στοιχειώδεις ελληνικές λέξεις θα μας οδηγήσουν στην πηγή της Δεύτερης Λειτουργίας.


Οι ιστορικοί γλωσσολόγοι συμφωνούν πως οι πρωτο-ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν ανδροκρατούμενες. Όλες οι γλωσσικές μαρτυρίες υποδεικνύουν πως το προϊστορικό, κοινωνικό τους σύστημα ήταν πατριαρχικό, καθώς ακολουθούσαν την πατρογονική γραμμή γενεαλόγησης.

Άνδρας: Προέρχεται από το αρχαίο ανήρ, ανδρός. Το αρχαίο ουσιαστικό ανήρ αποτελούσε τιμητικό όρο που σήμαινε τον ελεύθερο άνθρωπο. Η λέξη άνθρωπος προέρχεται πιθανά από το αμάρτυρο *άνδρ-ωπος «αυτός που έχει ανδρική όψη». Το θέμα της λέξης ανάγεται στον ινδοευρωπαϊκό τύπο *ner που σημαίνει επίσης άνδρας αλλά και άνθρωπος.
Πολεμιστής: Προέρχεται από το θέμα του ρήματος πελεμίζω που σημαίνει «πάλλω το δόρυ, τραντάζω, δονώ», που με τη σειρά του ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *pel-a- «ωθώ, προσκρούω». Κατά άλλη άποψη προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό *plt- «αγώνας, πάλη, μάχη». Το «δόρυ» επίσης ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *dr-ew- «ξύλο» και στον Όμηρο έχει ήδη τη σημασία του αιχμηρού ξύλου.
Ήρωας: Προέρχεται από το αρχαίο ήρως. Η λέξη ήρως πιθανά συνδέεται με την αμάρτυρη ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ser- με τη σημασία «προστατεύω, προφυλάσσω», που συναντάται επίσης και σαν *(s)wer-.

Άνδρας - Πολεμιστής - Ήρωας
Άνθρωπος ελεύθερος. Άνδρας οπλισμένος που μάχεται.
Πολεμιστής, προστάτης της κοινότητας.

Διαβάζω επαναλαμβάνοντας υπνωτικά τις βασικές λέξεις, σαν μάντρα προσευχής προς τους πολεμικούς Θεούς του Ουρανού. Άνδρες, πολεμιστές και ήρωες θα περιμένουν για πολύ ακόμη στο περιθώριο της ιστορίας. Κι εγώ δεν έχω άλογο ούτε ταύρο να θυσιάσω στον ηλιακό Πρόμαχο. Ελπίζω μόνον πως κάποτε ο χρόνος θα ξαναγίνει κυκλικός.




Fons et origo: Οι απαρχές. Πηγή και προέλευση.
Ο πίνακας: Άτιτλο έργο (1997) του Jeffrey Jones (1944 - 2011).
Ετυμολογία: Η αναγωγή των λέξεων στην αφετηρία τους. Οι ετυμολογικές πληροφορίες των λέξεων που παραθέτω προέρχονται από το Ετυμολογικό Λεξικό του Γ. Δ. Μπαμπινιώτη.
Οι πρωτο-ινδοευρωπαίοι: Ύστερη νεολιθική ή ενεολιθική κοινωνία που άρχισε να διαχωρίζεται μεταξύ 4500 και 2500 π.Χ. Η νοτιοανατολική Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η αληθινή τους κοιτίδα.
Αμάρτυρος τύπος: Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα των λέξεων δεν είναι μαρτυρημένη σε γραπτή πηγή. Προκύπτει από την συγκριτική μελέτη των ομμορίζων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Σημειώνεται με αστερίσκο (*) στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.
Όπλο: Το αρχαίο Όπλον είναι η μεγάλη ασπίδα των οπλιτών. Προέρχεται από το θέμα όπ-, μεταπτωτική βαθμίδα του θέματος στο ρήμα έπω, που σημαίνει «φροντίζω, ασχολούμαι» και μας οδηγεί στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *sep- «φροντίζω, μεριμνώ».
Σπαθί: Η λέξη προέρχεται από το ελληνιστικό σπαθ-ίον, υποκοριστικό του αρχαίου σπάθη. Σπάθη ονομαζόταν το σπαθί με πλατιά λεπίδα. Ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *spa-dh- «μακρύ και πλατύ αντικείμενο».



1/10/11

BUGATTI 57 SC ATLANTIC

Ο Ετόρε Μπουγκάτι αποτελεί από μόνος του ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της αυτοκίνησης. Ο πατέρας του ήταν καλλιτέχνης επιπλοποιός, γλύπτης και ζωγράφος και του μεταβίβασε τα γονίδια και την ανάλογη προδιάθεση. Κι έτσι ο Ετόρε μεγαλούργησε σχεδιάζοντας οχήματα, που ήταν ταυτόχρονα μηχανές και έργα τέχνης. Έχοντας επίγνωση της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας του, καλούσε τους υποψήφιους αγοραστές στον πύργο του στην Αλσατία, για να επιλέξει ο ίδιος τους άξιους που θα αντάμειβε με το προνόμιο να κατέχουν και να οδηγούν τα υπεραυτοκίνητά του.

Η σειρά Bugatti Type 57 που κυκλοφόρησε το 1934 ήταν η συνεπής εξέλιξη των αυτοκινήτων με το λογότυπο Μπουγκάτι που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1911. Το προηγούμενο ορόσημο ήταν η φοβερή Type 35 του 1924 η οποία και έθεσε το πρώτο πρότυπο στα αγαπημένα μας γλυπτά από μέταλλο.
Η συνεχής βελτιστοποίηση των μοντέλων οδήγησε τελικά στην κορωνίδα της σειράς: την Bugatti Type 57 SC Atlantic, το ωραιότερο αυτοκίνητο που κατασκευάστηκε ποτέ.
Τα σχέδιά της δημιουργήθηκαν από τον γιό του Ετόρε, Ζαν Μπουγκάτι και βασίζονταν στο πειραματικό «Aerolithe», πρωτότυπο που είχε παρουσιαστεί το 1935 στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Παρισιού. Η πρώτη Bugatti Type 57 SC Atlantic κατασκευάστηκε την επόμενη χρονιά. Τέσσερα μόνον αυτοκίνητα κυκλοφόρησαν από το 1936 μέχρι το 1939.

Ο Jean Bugatti ονομάτισε το αυτοκίνητο Atlantic για να τιμήσει το ίνδαλμά του, τον γλύπτη και πιλότο Jean Mermoz, που χάθηκε με το αεροπλάνο του το 1936 προσπαθώντας να διασχίσει τον Ατλαντικό ωκεανό. Άλλωστε κι ο ίδιος θα σκοτωνόταν λίγα χρόνια αργότερα, το 1939, στα 30 του, δοκιμάζοντας τις αντοχές μιας αγωνιστικής Typ 57 C Tank.

Η Atlantic ήταν εκπληκτική, ένας πραγματικός μετεωρίτης που προσγειώθηκε στη γη. Η ραχοκοκαλιά της κρυβόταν πίσω από εμφανή πριτσίνια που συνέδεαν τις ξεχωριστές επιφάνειες του αμαξώματος. Στο εσωτερικό της, το ταμπλώ με τα καντράν, το τιμόνι, τα πετάλια, ο λεβιές των ταχυτήτων, όλα έδειχναν πρωτόγνωρα, στοιχειώδη, αρχετυπικά. Το σύστημα πέδησης λειτουργούσε με συρματόσχοινα. Ο οκτακύλινδρος κινητήρας χωρητικότητας 3.257 κ.εκ. απελευθέρωνε 200 άλογα που καταβρόχθιζαν την άσφαλτο με 200 χλμ. την ώρα. Το χρώμα της ήταν το ουράνιο μπλε του πνεύματος και των θεών.


Εφαρμόζοντας τα πλέον αυστηρά κριτήρια επιλογής, μονάχα τρείς υποψηφίους γνωρίζω που θα τους ταίριαζε η Bugatti Atlantic και δυστυχώς κανείς τους δεν την γνώρισε γιατί όλοι τους έζησαν τον 19ο αιώνα: τον βασιλιά Λούντβιχ του Νέου Κύκνου της Βαυαρίας, τον ζωγράφο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι της Αδελφότητας των Προραφαηλιτών και τον συγγραφέα Όσκαρ Γουάιλντ στην ενσάρκωσή του ως λόρδο Χένρυ Γουώτον.


Συνεπαρμένος από προκλητικές δυνατότητες και πρότυπα ειδωλολατρικά, ενθουσιάζομαι και παραμιλώ. Μέσα στη μπλε Bugatti αδημονώ φαντασιόπληκτος κι εγώ, προσμένοντας ονειρικό ταξίδι διαφυγής, σπάσιμο των προκαθορισμών του συλλογικού ασυνείδητου, αναζήτηση του ατομικού πεπρωμένου. Μέσα στο φαντασιακό της ασφάλτου διεκδικώ με θράσος τη θέση του οδηγού...

Με τα χρόνια τείνω να πιστέψω πως το δίπολο αισθητικής και ταχύτητας αποτελεί το πιo κοντινό υποκατάστατο του απόλυτου συνδυασμού αισθητικής και πολέμου.
Βεβαίως, στις ειρηνικές περιόδους, μόνον με έναν τρόπο δικαιώνεται η υπέρβαση των ορίων του χρόνου και του χώρου: η Αριστοκρατία της Ταχύτητας οφείλει να πεθαίνει μέσα στην έκσταση της επιτάχυνσης, πατώντας το γκάζι πάνω στην πιο επικίνδυνη στροφή...






Οι φωτογραφίες: Το αυτοκίνητο, ο δημιουργός, το ασημένιο πρωτότυπο Αερόλιθος, διαφημιστικό πόστερ του 1934 σχεδιασμένο από τον Jean Bugatti.
Ο δημιουργός: “Jean”, Gianoberto Maria Carlo Bugatti (1909-1939).
Το αυτοκίνητο: Bugatti Type 57 SC Atlantic Coupé. (8-Cylinder in-line-engine with two overhead cam shafts, Displacement: 3,257 ccm, Maximum output: approx. 200 hp at 5,500 rpm, Top speed: approx. 200 km/h, Wheel base: 2,980 mm, Total length: approx. 4,510 mm, Compressor (Roots-Supercharger), Dry sump lubrication, Mechanical cable-operated brakes).
Αφορμή για το κείμενο: Η πρόσφατη κυκλοφορία του μοντέλου σε κλίμακα 1:17 από την CMC.



1/9/11

SWORD & SORCERY


«If we two took the same path, surely one of us would have to slay the other, one fine day»

Σταράτα λόγια, λόγια που δεν λέγονται αψήφιστα, ιδίως όταν αυτοί που τα μοιράζονται είναι οι δυο διασημότεροι ήρωες των ιστοριών Μαγείας και Ξίφους.


Το πρωτόλειο του Έλρικ στα αμερικάνικα κόμικς δεν μπορούσε παρά να είναι επεισοδιακό. Ο τετρακοσιοστός εικοστός όγδοος Μάγος-Αυτοκράτορας του Μελνιμπονέ εμφανίστηκε μέσα σε μιά λάμψη εκτυφλωτικού φωτός στο δεύτερο καρέ της ενδέκατης σελίδας, του δέκατου τέταρτου τεύχους, του εμβληματικού κόμικ της δεκαετίας του ’70, Conan the Barbarian.

Το Conan the Barbarian διένυε την πρώτη του εκδοτική περίοδο. Τα ουδέτερα σενάρια του Roy Thomas είχαν επιτρέψει την σταδιακή ιδιοποίηση του Κιμμέριου από τον Barry Windsor-Smith και τον ρομαντικό εξευγενισμό του με ένα τρόπο που ο ίδιος ο Robert Howard δύσκολα θα επιδοκίμαζε.
Ο Κόναν είχε ήδη το δικό του κοινό και μια σκηνική παρουσία που πλέον αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα βαρβαρικά εξώφυλλα του Frazetta και στην Προραφαηλίτικη κληρονομιά του Smith. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με τον Έλρικ.
Δημιουργός της αρχικής εικόνας του καταραμένου Μελνιμπόνιου ήταν ο Jim Cawthorn, ο σημαντικότερος συνεργάτης του Michael Moorcock. Όμως αν και η πρώτη εικονογραφημένη εκδοχή του είχε παρουσιαστεί σε ένα στριπ του Philippe Druillet στο άσημο, γαλλικό περιοδικό, Moi Aussi ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο αλμπίνος δεν είχε βρεί ακόμη τον ιδανικό του ιμπρεσάριο στην ένατη τέχνη.

Η έκτακτη σύμπραξη των δύο πρωταθλητών οφείλεται στον σεναριογράφο Roy Thomas, ο οποίος ζήτησε από τον Moorcock την ευγενική παρέμβαση του ασπρομάλλη ήρωά του στις περιπέτειες του Κιμμέριου.
Ο Βρετανός συγγραφέας ανταποκρίθηκε, στέλνοντας με τη βοήθεια του Cawthorn, μια ιστορία αρκετά μεγάλη για να δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες. Στην πλοκή της μετέφερε την κοσμική σύγκρουση των Αρχόντων του Νόμου και του Χάους από το αχανές Πολυσύμπαν στους αγριότοπους της Υβοριανής εποχής.

Ωστόσο, τo σενάριο των Moorcock και Cawthorn σε προσαρμογή του Thomas ήταν μάλλον συμβατικό και το εικαστικό μέρος, αν εξαιρέσουμε κάποια εντυπωσιακά καρέ, από τις πιo μέτριες δουλειές του Barry Smith. Ο νεαρός, επίσης Βρετανός καλλιτέχνης, προσπάθησε ευσυνείδητα να σχεδιάσει συνδυαστικά τους δυο αντίθετους χαρακτήρες, όμως  το τελικό αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Αυτό συνέβει εν μέρει γιατί ο Smith αντί να πειραματιστεί στο δικό του ύφος, στήριξε την απεικόνιση του Έλρικ στα εξώφυλλα του Jack Gaughan της πρώτης αμερικανικής έκδοσης των βιβλίων Stormbringer και The Stealer Of Souls που αδικούσαν τον αλμπίνο. Και είναι ίσως ειρωνία της τύχης πως αν και το όνομά του συνδέθηκε με τον Κιμμέριο, ο ίδιος συμμεριζόταν λόγω ιδιοσυγκρασίας περισσότερο τον αγωνιώδη σκεπτικισμό του Έλρικ.

Εν τούτοις, τα δύο τεύχη αποτελούν σημαντικό γεγονός στα χρονικά της fantasy παραφιλολογίας για τους εξής λόγους:
Κατ’ αρχήν, αυτή είναι η μοναδική φορά που ο Κιμμέριος συναντά τον Μελνιμπόνιο στα ίδια τοπία της φανταστικής λογοτεχνίας. Και παρά τις ατέλειες για τις οποίες μεμψιμοιρούμε, η συνάντηση έγινε υπό την επίβλεψη σπουδαίων δημιουργών.
Έπειτα, κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας ο Barry Smith ανακοίνωσε στη Μάρβελ την πρόθεσή του να εγκαταλείψει το Conan the Barbarian. Απαυδησμένος από τους δεσμευτικούς περιορισμούς της βιομηχανίας των κόμικς, εκτονώνει συμβολικά τη δυσαρέσκειά του υιοθετώντας την πανταχού παρούσα στην αφήγηση, απέχθεια του Κόναν για τους μάγους και τη μαγγανεία. Και ο δισέλιδος επίλογος του δεύτερου τεύχους μοιάζει όχι μόνον σχεδιασμένος αλλά και γραμμένος από τον ίδιο, ως μια τελευταία εξομολόγηση προς τους θιασώτες και θαυμαστές του.

Ο Smith θα επέστρεφε λίγο αργότερα για να ολοκληρώσει τον κύκλο του με μερικές ακόμη, εξαιρετικές ιστορίες, όμως αυτή ήταν η αποφασιστική καμπή στην καριέρα του πριν αποχωρήσει οριστικά.


Όσοι είναι μυημένοι στα σπαθιά και τη μαγεία, χαίρονται το αίμα και τη σφαγή με την ίδια προδιάθεση που απολαμβάνουν τις αλληγορίες και τα σύμβολα. Και μέσα στη γιορτή οφείλουν να μπορούν να διακρίνουν την κατάλληλη στιγμή που πρέπει να σηκώσουν το ποτήρι σε μια τελευταία πρόποση. Για την τέχνη και τη φαντασία, για το παρελθόν και το μέλλον.

Στο τελευταίο, ολοσέλιδο καρέ και αφού υπογράψει στο πλακόστρωτο, ο Conan Windsor-Smith, έφιππος κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό στρέφει το βλέμμα προς τους αναγνώστες και με τον τρόπο του, τους αποχαιρετά:

«I’ll drink a toast, to both the living and the dead… …in the first tavern I find. ...Farewell»





Η αφορμή για το κείμενο: Η χρονική σύμπτωση του πρόσφατου κόμικ του Έλρικ (The Balance Lost, free comic book day edition Νo 0 / Μάιος 2011 και Νo 1 / Ιούλιος 2011) με την κινηματογραφική επιστροφή του Κιμμέριου.
Oι εικόνες: Το τελευταίο καρέ της 13ης σελίδας του τεύχους 14, τα εξώφυλλα των δυο τευχών και η περίφημη, τελευταία σελίδα του τεύχους 15.
Τα τεύχη: Conan the Barbarian Νο 14 (A SWORD CALLED STORMBRINGER!) και Νο 15 (THE GREEN EMPRESS OF MELNIBONE). Κυκλοφόρησαν αντίστοιχα τον Μάρτιο και τον Μάιο του 1972.
Η φράση της εισαγωγής: Την αρθρώνει ο Έλρικ, στο δεύτερο καρέ της δέκατης όγδοης σελίδας του τεύχους 15.
The Riddle of Steel: Ενδελεχή σύγκριση των δυο χαρακτήρων επιχείρησα πριν πολλά χρόνια, στο δέκατο τεύχος της WFotS, τον Μάρτιο του 1993 (MH/HM Νo 98).