15/11/2009

ΗΡΩΕΣ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

«Καλέ μου φίλε, αν ήταν ξεφεύγοντας από τον πόλεμο να μείνουμε για πάντα αγέραστοι κι αθάνατοι, ούτε κι εγώ θα πολεμούσα ανάμεσα στους πρώτους, ούτε κι εσένα θα σε ετοίμαζα για τη μάχη που δοξάζει τους άντρες. Τώρα όμως έτσι κι αλλιώς χίλιοι θάνατοι στέκονται από πάνω μας, που δεν μπορεί να τους ξεφύγει ούτε να γλυτώσει απ’ αυτούς ο άνθρωπος.
Ας πάμε λοιπόν να δώσουμε σε κάποιον δόξα ή κάποιος να δώσει σε μας.»

Αυτά λέει ο ισόθεος Σαρπηδόνας στον αγαπημένο του εξάδελφο Γλαύκο για να τον παρακινήσει μπροστά στο τείχος των Αχαιών. Και μέσα σε τρείς προτάσεις περιγράφει ξεκάθαρα το ηρωικό ιδεώδες.

Οι θνητοί, ήρωες βασιλιάδες αγαπούν τη χαρά της ζωής και θα επιδοκίμαζαν την άφθαρτη νεότητα και τη σωματική αθανασία. Όμως, περιπολώντας στα σύνορα του θανάτου παρατηρούν την τραγική ανθρώπινη φύση νηφάλια και καθαρά. Και κατανοούν πως κανείς δεν ξεφεύγει από το σκληρό πεπρωμένο των θνητών.
Αφού είμαστε καταραμένοι να γερνάμε, ας προσφέρουμε νέοι ακόμη και δυνατοί, το καθαρό αίμα μας στη γη. Αφού ο θάνατος μας παραμονεύει με χίλιους τρόπους, ας χαθούμε επιλέγοντας μόνοι μας το χρόνο, σε κάποια ωραία, πολεμική σκηνή.

Ο Σαρπηδόνας και ο Γλαύκος έπεσαν στη μάχη και κέρδισαν την αναγνώριση των αντρών. Πήραν κι έδωσαν δόξα στους ήρωες των Αχαιών και στο τέλος είχαν τον τιμημένο θάνατο που αποζητούσαν, πρώτα ο Σαρπηδόνας από τον Πάτροκλο, έπειτα ο Γλαύκος από τον Τελαμώνιο Αία.


Αντίθετα, εμείς γερνάμε και πεθαίνουμε με κάποιον από τους χίλιους, ατιμωτικούς θανάτους και κανείς δεν θα θυμάται στο μέλλον τη θηλυκή μας εποχή.
Θλίβομαι για τη κακή μας μοίρα. Οι ψυχές μας, αιώνια δυστυχισμένες θα περιφέρονται στον Άδη δίχως καμμιά ελπίδα να εξαγνιστούν στην ιερή μάχη, δίχως ποτέ να τιμήσουν το εξιλαστήριο σπαθί.




Το κείμενο: Ομήρου ΙΛΙΑΔΑ (Μ 322-328), σε μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή.
Οι φωτογραφίες: Μυκηναϊκά χάλκινα εγχειρίδια. Διακόσμηση παράστασης κυνηγιού λεόντων με χρυσό και άργυρο σε νιέλο, χρυσών λεόντων σε νιέλο και σπειρών από χρυσό και νιέλο (1600-1500 π.Χ.).

01/11/2009

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Ταξίδευα μόνος κάπου προς τα Πυρηναία, του Αγίου Αλδεβαράν. Μαύρος ιππότης δίχως οικόσημο, χαμένος στις σκέψεις μου θαύμαζα το λειψό φεγγάρι στον σκοτεινό ουρανό. Η ανταύγεια μιάς φλόγας και η απόμακρη μουσική με παρέσυραν στον χερσότοπο έξω από το μονοπάτι. Κι εκεί, ανάμεσα στα ρείκια τις είδα ξαφνικά, σαν σε παράσταση στημένη γιά μένα μοναχά.

Στο κέντρο στέκει ο τραγόμορφος τροβαδούρος τραγουδώντας γιά την ωχρή Εκάτη και γύρω του οι μάγισσες χορεύουν κυκλικά με άσεμνες κινήσεις και γέλια τσιριχτά. Μαραμένες, φαλακρές γριές κι ανθοστολισμένες, νέες γυναίκες και μαζί τους στη σειρά, οι τρείς στρίγκλες αδελφές να χοροπηδούν μπροστά.


Μόνο με τις χωρικές χορεύουν
– οι άντρες τους βρωμοκοπάν, του κουρέα
μυρωδιές. Και χορεύουν, και χορεύουν γύρω - γύρω μοναχές,
και οι τρείς μια παρέα – ώσπου της Λιλλίθ να έρθουν
και να φέρουν το αψέντι, οβρηγοί και χορευτές·
και θεριεύει – χα ! το γλέντι: τρείς εκείνοι, τρείς αυτές –
το πήδημα παίρνει και δίνει· τρείς γκαβότες με τον νάνο,
τρείς λοξές με τον σπανό, τρείς καντρίλιες με τον τράγο
– να το πρώτο το εννιά.


Η μουσική μεταφέρει καβάλα στις άγριες νότες, εικόνες από την κόλαση των χριστιανών. Δαιμονικές συγχορδίες, η δακτυλοθεσία του σατανά, ο διάβολος χρησιμοποιεί στην κατάλληλη διάταξη εκτός από τα δέκα δάχτυλα και την μυτερή του ουρά. Κάνω με το σπαθί μου το σημάδι του σταυρού.

...Δεκατρία τα βιολιά και κανένας βιολιτζής· χορδές τρείς,
τρία τα δοξάρια – τρία και τα παλικάρια...


Να το δεύτερο το εννιά. Ποιόν τρομάζουν, ποιόν γητεύουν, γιά ποιόν άραγε χορεύουν. Ψάχνω μα δεν βλέπω πουθενά τον ντόπιο μάγο, τον τρελό του χωριού, τον τσιγγάνο σιδερά.

Δεν με τρομάζει η σπορά του σκοταδιού. Γιατί ο δάσκαλός μου είναι φημισμένος δόκτορας, μάγιστρος κι αλχημιστής. Απ’ αυτόν άκουσα πρώτη φορά για τις βουρκόφλογες της νύχτας της Βαλπούργης, στα βουνά του Χαρτς. Αυτός με δίδαξε τα σημεία προστασίας, «...το σημάδι, που σκύβει μπροστά του το μαύρο κοπάδι».
Τα λόγια του με θωρακίζουν «...τη ζάλη θέλω, τη χαρά που μας ξεσκίζει, το μίσος που αγαπά, τη θλίψη που δροσίζει».

Μιά σταχτιά γάτα με κοιτάζει με κακία κι ένας άσχημος φρύνος κοάζει ενοχλητικά. Ζώα σιχαμερά... δίχως δεύτερη σκέψη τους δίνω μιά δυνατή κλωτσιά. Κι απομακρύνομαι γελώντας σιγανά... να ξεφύγω πριν τριτώσουν τα εννιά...





Ο κυκλικός χορός: ΜΑΚΒΕΘ (1606), του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Πρώτη Πράξη, Σκηνή ΙΙΙ. Μετάφραση του Γ. Χειμωνά.
Η δακτυλοθεσία του σατανά: Από «Το Λεξικό των Χαζάρων» του Μίλοραντ Πάβιτς - το ανδρικό αντίτυπο.
Ο πίνακας: Witches’ Sabbath (1789), του Francisco de Goya y Lucientes.
Ο δάσκαλος: Ο λογοτεχνικός Φάουστ (1790), του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε.

15/10/2009

WALHALLA

Τον Σεπτέμβριο του 9 μ.Χ. οι βάρβαροι Τεύτονες εξολόθρευσαν τρείς ρωμαϊκές λεγεώνες σε ενέδρα, στον Τευτοβούργειο Δρυμό. Αρχηγός τους ήταν ο ρωμαιοτραφής πρίγκιπας Αρμίνιος της φυλής των Χερούσκων. Μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτής της νίκης ήταν η μόνιμη διατήρηση της ανεξαρτησίας τους στα σκοτεινά δάση, εκτός των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Οι Γερμανοί θα επέστρεφαν αιώνες αργότερα σαν κατακτητές και αφού πρώτα κατέλυαν τον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό, τελικά θα γίνονταν οι ίδιοι φορείς και συνεχιστές του. Όμως ο Αρμίνιος δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως στη Γερμανία που υπερασπιζόταν, στο μακρυνό μέλλον, η μορφή του σμιλεμένη σε ρωμαϊκό άγαλμα θα πρόβαλλε στην κεντρική θέση αετώματος ελληνικού ναού.


Στα σύνορα του παλαιού ρωμαϊκού κόσμου, στην πλαγιά ενός λόφου που δεσπόζει στην κοιλάδα του Δούναβι κοντά στη Ρατισβόνη, βρίσκεται το Πάνθεον των Γερμανών. Ο αρχαιολάτρης και φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας, Λουδοβίκος ο Α΄ οραματίστηκε την ιδέα και ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στον κλασικιστή αρχιτέκτονα Λεοπόλδο Κλέντσε. Ο Λουδοβίκος απαίτησε το σχέδιο του κτιρίου να είναι σύμφωνο με τα πρότυπα των αρχαίων ελληνικών ναών κι έτσι ο Κλέντσε αντί για την επιτομή της γοτθικής αναβίωσης, δημιούργησε τον δικό του Παρθενώνα.


Ο συνδυασμός των δύο αντρών υπήρξε ιδανικός στα όρια αλληλεπικάλυψης της ιδεολογίας με την τέχνη. Ο βασιλιάς σαν αντιμίδας μεταστοιχείωνε τον χρυσό του σε μάρμαρα συλλέγοντας αρχαία έργα τέχνης ...«μοχθώντας βαρύ χρυσάφι ν’ ανταλλάξει με παλαιά λιθάρια». Κι ο αρχιτέκτονας πίστευε πως ...«δεν υπήρξε και δεν υπάρχει παρά μιά αρχιτεκτονική και δεν θα υπάρξει άλλη αρχιτεκτονική παρά μιά, δηλαδή εκείνη, που βρήκε την τελειοποίησή της στη μεγάλη ώρα της ελληνικής ιστορίας και παιδείας».


Πενήντα δύο δωρικοί κίονες στηρίζουν περιμετρικά τη Βαλχάλλα των Γερμανών. Στο βόρειο αέτωμα γύρω από τον μορφή του Αρμίνιου περιγράφονται σκηνές της Μάχης του Τευτοβούργειου Δρυμού. Στο νότιο αέτωμα κεντρική φιγούρα είναι η ενθρονισμένη Γερμανία και εκατέρωθεν της αποτίουν φόρο τιμής οι προσωποποιημένες μορφές των γερμανικών κρατιδίων.
Στα ενδότερα του ναού φιλοξενούνται οι μεγάλοι Γερμανοί όλων των εποχών: προτομές για όσους ήταν γνωστές οι προσωπογραφίες τους και επιγραφές ονομάτων για όσους δεν διασώθηκαν στοιχεία για την εξωτερική τους εμφάνιση.
Στην εσωτερική περιμετρική ζωοφόρο απεικονίζονται σκηνές από την αρχαία γερμανική ιστορία: την αρχική μετανάστευση, την θρησκευτική, πολιτική και οικονομική ζωή των πρώτων Γερμανών, τις εισβολές στο ρωμαϊκό κόσμο και τον εκχριστιανισμό τους. Επιπλέον, σε τρία εσωτερικά αετώματα γίνεται αναφορά σε μυθολογικά θέματα: τη δημιουργία των πρώτων ανθρώπων, τη χρυσή εποχή της Άσγκαρντ και το Λυκόφως των θεών.
Ολόγυρα, μαρμάρινες, φτερωτές Νίκες προστατεύουν τους ήρωες και νεοκλασικές Βαλκυρίες σαν καρυάτιδες υποβαστάζουν την οροφή.


Τον περασμένο Σεπτέμβριο πέρασα κι εγώ την είσοδο της Βαλχάλλα σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Μπαίνοντας ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή, λες κι ο ουρανός δυσανασχετούσε για την παραβίαση του ιερού χώρου. Ο Όντιν κάλπαζε στα γκρίζα σύννεφα οδηγώντας το Άγριο Κυνήγι και μιά δυνατή βροντή - σταλμένη σίγουρα από τον σφυροφόρο θεό - μου υπενθύμισε πως παρά τις αγαθές προθέσεις μου, παρέμενα ένας απλός περιηγητής.



Στάθηκα σκεπτικός μπροστά στις προτομές του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσσα και του Φρειδερίκου του ΙΙ, του Σίλλερ και του Γκαίτε, του Ντύρερ, του Μπαχ και του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Βίνκελμαν, του Σέλλιγκ και του Καντ. Αναρωτιόμουν τι πραγματικά ζητούσα εκεί, απόλεμος κι ασήμαντος στη μεγάλη σάλα των ηρώων. Έψαχνα μάταια τη Βαλκυρία μου ανάμεσα στα μάρμαρα να με κεράσει υδρόμελι...

Η βροχή συνέχιζε τον μονότονο ρυθμό της όταν αποχώρησα από τον Παρθενώνα των Γερμανών. Κατέβηκα τα 358 μαρμάρινα σκαλοπάτια προς τη βάση του λόφου νοιώθοντας καρφωμένο το βλέμμα του Αρμίνιου στην πλάτη μου και για μιά στιγμή αναθάρρησε μέσα μου ο ξεχασμένος signifer της I Germanica, της εποχής του αίματος και της νίκης.
Αποχαιρέτησα με θλίψη την επίγεια Βαλχάλλα. Έτσι κι αλλοιώς, με τον τρόπο της τωρινής, κοινότοπης ζωής μου, οι πύλες της ουράνιας Βαλχάλλα θα παραμείνουν ερμητικά κλειστές για μένα...




Η Βαλχάλλα των Γερμανών: Κορυφαίο έργο του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1830, στη δέκατη έβδομη επέτειο της μάχης της Λειψίας και ο ναός αποπερατώθηκε στο 1842. Οι εσωτερικές διαστάσεις της παραπέμπουν στις αντίστοιχες του Παρθενώνα. Όταν η Βαλχάλλα άνοιξε τις πύλες της στις 18 Οκτωβρίου του 1842, οι επισκέπτες αντίκρυσαν 96 προτομές και 64 εντοιχισμένες επιγραφές μεγάλων αντρών. Τα επόμενα χρόνια τοποθετήθηκαν περισσότερες προτομές, άλλες απαραίτητες (όπως του Βάγκνερ, το 1913) κι άλλες απαράδεκτες (χαρακτηριστικές της παρακμής των νεότερων Βαυαρών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο).
Οι φωτογραφίες: Από την πρόσφατη επίσκεψή μου στο Ρέγκενσμπουργκ (Ρατισβόνη), με τον κλασικιστή, φίλο και συμπολεμιστή Αλέξανδρο.
Ο Ludwig I (1786-1868): Του οίκου Wittelsbach, βασιλιάς της Βαυαρίας (1825-1848), πατέρας του Όθωνος της Ελλάδος και παππούς του «τελευταίου βασιλιά» Λουδοβίκου του Β΄. Φιλότεχνος και συλλέκτης από την νεότητά του έγραφε σε στίχους πως...«θα προτιμούσε αντί για κληρονόμος θρόνου να ήταν Έλληνας πολίτης». Το άγαλμά του καταλαμβάνει περίοπτη θέση στη Βαλχάλλα των Γερμανών.
Ο Λέο φον Κλέντσε (1784-1864): Ο σπουδαιότερος αρχιτέκτονας του Μονάχου. Δημιουργός επίσης της Γλυπτοθήκης, των Προπυλαίων και της Στοάς της Δόξας. Κύριος εκπρόσωπος του Νεοκλασικισμού. Υπεύθυνος γιά το τελικό ρυμοτομικό σχέδιο της νεότερης Αθήνας και κατά κάποιο τρόπο σωτήρας της Ακρόπολης...
Στα εισαγωγικά: Στίχοι του Λουδοβίκου, που αγόρασε σε πλειστηριασμό τα γλυπτά από τα αετώματα του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Απόψεις του Κλέντσε από τον Πρόλογο της Συλλογής των αρχιτεκτονικών σχεδίων του.
Η μάχη στον Τευτοβούργειο Δρυμό: Χάθηκαν τρείς λεγεώνες και εννιά μονάδες βοηθητικών. Την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο έπαρχος της Γαλατίας Poplius Quinctilius Varus, που από εσφαλμένη εκτίμηση παρασύρθηκε στην παγίδα του Αρμίνιου. Ο Αύγουστος αναφώνησε «Quinctili Vare, legions redde» όταν έμαθε την καταστροφή. Οι λεγεώνες που εξολοθρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της τριήμερης μάχης ήταν οι XVII, XVIII και XIX. Οι δύο χαμένοι αετοί ανακτήθηκαν από τον Γερμανικό, που νίκησε τον Αρμίνιο στο Ιδιασάβιδο πεδίο το 16 μ.Χ. Αργότερα ανακτήθηκε και ο τρίτος αετός, όταν ο Γάλβας νίκησε τους Χάττες και ο Γαβίνιος τους Χαούκους το 41 μ.Χ.

27/09/2009

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Οι μεγάλοι φιλόσοφοι του παρελθόντος πίστευαν πως η σημαντικότερη αποστολή της πολιτικής ήταν η βελτίωση του ανθρώπου. Δίδασκαν πως η κατάκτηση της ανθρώπινης τελειότητας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον μέσω της επιβολής ενός απόλυτου προτύπου αρετής ενάντια στη σχετικότητα των πραγματικών συνθηκών. Ο ιδανικός πολιτισμός θα έπρεπε να αποτιμά την ποιότητα πάνω από την ποσότητα, την ευγένεια πάνω από τη δύναμη, τη δόξα πάνω από τη μακροζωία και την τιμή πάνω από τον πλούτο.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί το πολίτευμα της δημοκρατίας - δηλαδή της κυριαρχίας του λαού - δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις τους: προσάρμοζε μάλλον τους νόμους και τις ιδέες στις αλλαγές των περιστάσεων αντί να επιβάλλει τα πρότυπα και τα ιδεώδη στις περιστάσεις.
Όμως ακόμη κι εμείς, οι θαυμαστές της ηρωικής αριστοκρατίας, δεν υποτιμούμε την ποιότητα της κλασσικής, πολιτικής δημοκρατίας των Αθηνών.


Στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου ο πληθυσμός της Αττικής ήταν περίπου 350 χιλ άνθρωποι. Από αυτούς οι μισοί ήταν Αθηναίοι, 35 χιλ ήταν μέτοικοι και 140 χιλ ήταν δούλοι. Οι ενήλικοι Αθηναίοι άντρες, δηλαδή οι πραγματικοί πολίτες δεν ξεπερνούσαν τους 30 χιλιάδες.
Οι ελεύθεροι αυτοί άντρες αγαπούσαν την απλότητα και τη συμμετρία, πίστευαν στη λογική, λάτρευαν την ομορφιά, διέθεταν πολιτική παιδεία, κατείχαν την τέχνη του λόγου και διέπονταν από πνεύμα φυλετικής ανωτερότητας. Οι ίδιοι πολεμούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο υπομένοντας όπως λέει ο Περικλής τα πλήγματα του εχθρού με θάρρος κι αυτά των θεών με υπομονή.
Πολίτες - οπλίτες συνδύαζαν με μοναδικό τρόπο τον ορθό λόγο με την αιχμή της λόγχης και μόνον αυτοί, ένα ποσοστό μικρότερο από το ένα δέκατο του συνολικού πληθυσμού, αποφάσιζαν γιά τα κοινά και την τύχη όλων.

Οι αναλογίες δεν έχουν αλλάξει στον σύγχρονο κόσμο όσο κι αν επιτηδευμένα προσχήματα διαστρέφουν την πραγματικότητα. Ούτε οι γεννημένοι δούλοι έγιναν ποτέ αληθινά ελεύθεροι, ούτε οι μετανάστες απέκτησαν καθαρή καταγωγή, ούτε και οι γυναίκες έγιναν βέβαια άντρες. Αντιθέτως, οι ελεύθεροι υποδουλώθηκαν, οι γηγενείς έγιναν ξένοι και οι άντρες ξέπεσαν στην θηλυπρέπεια.
Η αλόγιστη, γενική επέκταση της ιδιότητας του πολίτη είχε ως φυσική συνέπεια την υπονόμευση των αρίστων, την αλλοίωση των εννοιών και τελικά την οριστική διάλυση του πολιτεύματος. Η αρχαία πολιτική δημοκρατία δεν έχει πιά καμμιά ουσιαστική σχέση με την σύγχρονη, μαζική και αντιπροσωπευτική δημοκρατία των αμόρφωτων και των δειλών.

Η Ελλάδα όπως άλλωστε και η υπόλοιπη Ευρώπη είναι σήμερα ένας άγονος τόπος δίχως αίμα και τιμή. Κατοικεί εδώ το φάντασμα ενός κάποτε μεγάλου λαού σέρνοντας χρυσές αλυσίδες κατανάλωσης και καλοπέρασης. Είναι απροκάλυπτη πιά η ανικανότητα της πολιτικής ηγεσίας, του κρατικού μηχανισμού, των υπηρεσιών εκπαίδευσης και περίθαλψης, της αστυνομίας και του στρατού. Η ανεπάρκεια της παιδείας, η μαλθακότητα και η ανώφελη ευαισθησία της παρακμής συντηρούν την ξεπεσμένη δημοκρατία των χοντρών, των κλεφτών και των ηλιθίων.
Τυφλοί, ανάπηροι κι εκφυλισμένοι ακολουθούν υπνωτικά ο ένας τον άλλο προς το βάραθρο του χαμού.




Ο πίνακας: The Parable of the Blind (1568) του Pieter Bruegel.
Δύο ψηφιακά χρόνια: Η Σημαία κυματίζει πάνω στο τείχος της τελευταίας φρουράς.

12/09/2009

ARGONATH

« Σε μεγάλα βάθρα θεμελειωμένα στα βαθιά νερά στέκονταν δυο μεγάλοι πέτρινοι βασιλιάδες: κι ακόμα, μόλο που τα μάτια τους δε διακρίνονταν και τα μέτωπά τους ήταν όλο ραγισματιές, κοίταζαν συνοφρυωμένοι το Βοριά. Το αριστερό χέρι του καθενός ήταν σηκωμένο με την παλάμη προς τα έξω σε μια κίνηση προειδοποίησης, στο δεξί χέρι τους κρατούσαν ένα πελέκι, στα κεφάλια τους είχαν σπασμένα κράνη και κορόνες. Κι ήταν ακόμα όλο μεγαλοπρέπεια και δύναμη, οι σιωπηλοί φρουροί ενός από καιρούς χαμένου βασιλειου. »

Μέχρι να κλείσει ο τελευταίος κύκλος οι γκρίζες, λαξεμένες μορφές των γιών του Έλεντιλ θα προστατεύουν το χαμένο Βασίλειο των Μύθων.
Όταν το Νούμενορ καταποντίστηκε, εννέα καράβια μετέφεραν τους Ντουνεντάιν που σώθηκαν, τον άρχοντα Έλεντιλ τον Υψηλό και τους γιούς του Ανάριον και Ισίλντουρ στις ακτές της Μέσης-γης. O Έλεντιλ ίδρυσε το βόρειο Βασίλειο της Άρνορ και οι γιοί του τη Γκόντορ στο νότο. Πολέμησαν ενωμένοι με τα Υψηλά Ξωτικά του Γκιλ-γκάλαντ ενάντια στον Μαύρο Άρχοντα και τον νίκησαν, αλλά μόνον ο Ισίλντουρ επέζησε. Αυτός έκοψε από το χέρι του Σάουρον το κυρίαρχο Δαχτυλίδι όμως αρνήθηκε να το παραδώσει στον Έλροντ ή να το καταστρέψει - όπως ήταν το σωστό - με αποτέλεσμα τα δεινά που ακολούθησαν στον πόλεμο του Δαχτυλιδιού.


Ο Ανάριον και ο Ισίλντουρ έγιναν με τα χρόνια πέτρινοι φρουροί.
Οι Στήλες των Βασιλέων λαξεύτηκαν το έτος 1340 της Τρίτης Εποχής για να οριοθετήσουν τα βόρεια σύνορα της Γκόντορ. Αναμεσά τους κατεβαίνει ο μεγάλος ποταμός Άντουϊν και χύνεται πίσω τους στην λίμνη Νεν Χιθόελ, που την κλείνουν ολόγυρα απόκρημνοι γκρίζοι λόφοι με δασωμένες πλαγιές και γυμνές κορυφές.
Εκεί, στα βάθη της οβάλ λίμνης κρύβεται πιά ολόκληρη η Μέση-γη, το Βάλινορ, η Ερέσσεα και το Νούμενορ των προγόνων. Στο κέντρο της ο Άραγκορν, τριακοστός ένατος κατευθείαν απόγονος του Ισίλντουρ, ονειρεύεται δίπλα στον Άξονα του Κόσμου.


Η γη του Άμαν και το Αβαλλόνε χάθηκαν από τους κύκλους της ύλης και η χώρα του Άστρου, η Αταλάντη βυθίστηκε στη σκοτεινή θάλασσα. Κι ο κόσμος πιά έχει κυρτώσει και μικρύνει και ζούμε στο λυκόφως του φθινοπώρου. Κι εμείς, οι απόγονοι των Εντάιν στον σύγχρονο κόσμο, παραμένουμε οι τελευταίοι ζηλωτές του σπαθιού, της τέχνης, της φαντασίας.
Οι Πύλες του Άργκοναθ ορίζουν το τελευταίο όριο της υποχώρησής μας. Πίσω τους περιπολούμε στο σκοτάδι και φρουρούμε τη φλόγα της εποχής του Ήλιου. Ηττημένοι και αδύναμοι μα αμετανόητοι επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά την ίδια προσευχή για θέληση, καρδιά και πνεύμα ...


Η θέληση ισχυρότερη, η καρδιά γενναιότερη,
Το πνεύμα πιο περήφανο, όσο σβήνει η δύναμή μας.






Το κείμενο της εισαγωγής: Του ΤΖ. Ρ. Ρ. ΤΟΛΚΙΝ (1892-1973). Από το πρώτο βιβλίο του Άρχοντα, Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού, σε μετάφραση της Ευγενίας Χατζηθανάση - Κόλλια.
Η εικόνα: Σχέδιο του Alan Lee γιά τα κινηματογραφικά σκηνικά του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών.
Η Μυθολογία: Ο Τόλκιν φιλοδοξούσε από την αρχή να δημιουργήσει μιά νέα Μυθολογία γιά τους Άγγλους. Η επιτυχία του ήταν πέρα από κάθε προσδοκία καθώς τελικά δημιούργησε μιά νέα Μυθολογία γιά όλους τους Ευρωπαίους.
Ο Βασιλιάς που αναμένει: Ο Ελέσαρ, ο γιός του Άραθορν του Οίκου του Βάλαντιλ, γιού του Ισίλντουρ, κληρονόμου του Έλεντιλ.
Η προσευχή: Ο Ηρωικός Κώδικας των Αγγλο-Σαξόνων. Οι περίφημοι στίχοι από το επικό, μεσαιωνικό ποίημα Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΛΝΤΟΝ. Έχει διασωθεί απόσπασμα, που περιγράφει τη μάχη κοντά στο Έσσεξ, το έτος 991, ανάμεσα στους Άγγλους του Μπέορτνοθ και τους Βίκινγκς του Άνλαφ.
Επίλογος, προς τιμήν του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα, που επαναμυθοποίησε τον Κόσμο.

27/08/2009

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΝΗΣΙ

Τα καλοκαίρια συνηθίζω να ξεκουράζομαι διαβάζοντας κόμικς στον εξώστη της εξοχικής κατοικίας των γονιών μου. Περιεργάζομαι τις σελίδες προσπαθώντας να ανακαλέσω την ανεμελιά των μεγάλων καλοκαιριών από τις παιδικές μου αναμνήσεις. Δραπετεύω στο παρελθόν και ταυτόχρονα παρατηρώ την έξοχη θέα που ανοίγεται μπροστά μου. Ενώ οι εποχές αλλάζουν, η τοπογραφία της περιοχής παραμένει αναλλοίωτη ενισχύωντας την ψευδαίσθηση του παγωμένου χρόνου.
Ατενίζοντας τον ορίζοντα ανάμεσα στο πράσινο των πεύκων και το γαλάζιο της κλειστής θάλασσας, αναπόφευκτα στρέφω το βλέμμα μου στο μαύρο νησί.

Ο Τεντέν έφτασε εκεί πριν από πολλά χρόνια οικοδομώντας τον μύθο του. Στη Βόρεια Σκωτία, ανοιχτά από το παραθαλάσσιο χωριό Κιλτόχ, το Μαύρο Νησί κάλυπτε στην ομίχλη σημεία και τέρατα. Ο ερειπωμένος πύργος του Μπεν Μορ έκρυβε μέσα από τα τείχη του παραχαράκτες κακοποιούς, τη μηχανή του χρήματος κι έναν παράταιρο γορίλα. Τελικά, ο έφηβος ρεπόρτερ βρήκε τις απαντήσεις λύνοντας το μυστήριο, όμως εγώ διατηρώ βάσιμες απορίες παραμένοντας απλός θεατής στην αντικρυνή όχθη.

Είναι μάλλον ειρωνεία της τύχης πως αν κι έχω και στον πραγματικό κόσμο ταξιδέψει στις βραχώδεις ακτές της Βόρειας Σκωτίας (και σ’ ένα παρόμοιο νησάκι με ερειπωμένο αβαείο) δεν έχω ακόμη επισκεφτεί το γειτονικό στον εξώστη μου μικρό, μαύρο νησί. Ίσως, γιατί δεν θέλω να αποδεχτώ την κοινότυπη φυσική του πραγματικότητα έξω από τα χάρτινα, φανταστικά καρέ. Ίσως γιατί καμμιά φορά το βράδυ, ο αέρας που έρχεται από τη θάλασσα και φέρνει μαζί του παράξενους ήχους, διατηρεί την αυταπάτη ζωντανή.

Βεβαίως, έχω ακολουθήσει τον μικρό ήρωα σε όλες του τις περιπέτειες στη Γη και στη Σελήνη και γιά μένα η καθαρή γραμμή του Hergé κυκλώνει πάντα σταθερά και ομοιόμορφα τον Κόσμο, απλοποιώντας τον στο ουσιαστικό του περιεχόμενο.
Ευτυχώς, αντιγράφοντας το παράδειγμα του Τεντέν ενάντια στο βέλος του χρόνου, δεν «ενηλικιώθηκα» ποτέ.




O Ήρωας: Ο Tintin του Georges Remi (Hergé, 1907-1983). Πρώτη εμφάνιση στις 10 Ιανουαρίου 1929 - ενάντια στους Μπολσεβίκους. Από τότε διατηρεί σταθερά μιά σημαντική θέση στο Ευρωπαϊκό Φαντασιακό του εικοστού αιώνα.
Το κόμικ: Το Μαύρο Νησί. Η έβδομη κατά σειρά περιπέτεια του Τεντέν, ανάμεσα στο Σπασμένο Αυτί και Το Σκήπτρο του Οττοκάρ. Δημοσιεύτηκε ασπρόμαυρο γιά πρώτη φορά σε συνέχειες, στο περιοδικό Le Petit Vingtieme από τον Απρίλιο του 1937 έως τον Ιούνιο του 1938. Εκδόθηκε έγχρωμο με μικρές αλλαγές το 1943 και ξανασχεδιάστηκε με εκτεταμένες αλλαγές γιά την επανέκδοση του 1966.
Η φωτογραφία: Το δεύτερο καρρέ της σελ. 43 από το κόμικ, σε δική μου σκηνοθεσία. Ο Τεντέν και ο Μιλού στη βάρκα ΚΙ5 από την συλλογή των παιχνιδιών μου. Στον ορίζοντα το νησάκι Στρογγυλή.
Η Στρογγυλή: Το «Μαύρο Νησί» στα όρια του Μαλιακού κόλπου, στη δυτική πλευρά της Βόρειας Εύβοιας. Το μεγαλύτερο από τα Λιχαδονήσια.
Η περιήγηση στη Βόρεια Σκωτία: Με τον αδερφό μου, το Καλοκαίρι του 1997.
Οι εικόνες: Το επόμενο - τρίτο - καρρέ της σελ. 43 και το εξώφυλλο της τελικής, δεύτερης έγχρωμης έκδοσης του άλμπουμ.

10/08/2009

ΛΕΥΚΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ, 1982

Ήταν Καλοκαίρι, ήμουν 16 χρονών και το Παγκόσμιο Κύπελο στην Ισπανία μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όλων, όχι όμως και το δικό μου. Αν και πρωταθλητής στη τσόχα του Subbuteo, σπάνια έπαιζα μπάλα στο χορτάρι και αδιαφορούσα τελείως γιά το ποδόσφαιρο.
Όλα άλλαξαν όταν ο ποδοσφαιρόφιλος και κοσμογυρισμένος, καπετάνιος θείος μου, με παρότρυνε να δώ έναν αγώνα της Βραζιλίας υποστηρίζοντας πως «...αυτοί δεν παίζουν όπως οι άλλοι...είναι τεχνίτες, μάγοι και χορευτές...».

Έτσι είδα το πρώτο μάτς ενάντια στους Σοβιετικούς, τρελάθηκα και μπήκα στο παιχνίδι. Ήταν 14 Ιουνίου όταν η νικητήρια βολίδα του Eder με πήρε γιά πάντα μαζί της στα δίχτυα της βραζιλιάνικης μανίας. Ταυτίστηκα με την ομάδα κι άρχισα να παρακολουθώ διεξοδικά τους αγώνες γιά να συγκρίνω παίχτες και τεχνικές και να μπορώ να αξιολογήσω πιθανούς αντιπάλους. Έμαθα μέσα σε λίγες μέρες όσα δεν γνώριζα για το ποδόσφαιρο όλα τα περασμένα χρόνια.

Η Βραζιλία μάγευε και νικούσε κι εγώ δεν έβλεπα πιά ποδοσφαιριστές που απλώς έτρεχαν και συνδυάζονταν αλλά αρχοντικούς υπεραθλητές, που πρόσφεραν τελετουργικό θέαμα υψηλών προδιαγραφών. Ο προπονητής Tele Santana τους έστελνε στο γήπεδο με ένα τόσο προφανές όσο και απόλυτο σχέδιο παιχνιδιού: επίθεση δίχως όρια, δίχως αναστολές. Κι εγώ τους θαύμαζα και νοερά έπαιζα μαζί τους με ένταση και πάθος, νοιώθοντας την άγρια έξαψη της υπεροχής.

Ώσπου, αναπάντεχα, διαψεύστηκαν οι προσδοκίες μου στις 5 Ιουλίου. Στο στάδιο Sarria της Barcelona παίχτηκε ένα παιχνίδι ενάντια στην Ιταλία, που όχι μόνο καταρράκωσε άμεσα το ηθικό μου, αλλά επίσης θα επηρέαζε τη στάση μου έμμεσα στο μέλλον σαν ένα ευρύτερο μάθημα γιά το βρώμικο γήπεδο της πραγματικής ζωής.

Στο 5΄ του αγώνα ο Ιταλός Rossi έβαλε το πρώτο γκολ προμηνύοντας τα δεινά που θα ακολουθούσαν. Στο 12΄ ο Socrates ανταπέδωσε αλλά ο Rossi σκόραρε ξανά στο 25΄. Στο δεύτερο ημίχρονο, μετά από απανωτές φάσεις και εναλλαγές ο Falcao ισοφάρισε γι’ ακόμη μιά φορά στο 68΄.
Η Βραζιλία θα προκρινόταν στον επόμενο γύρο αν με άμυνα διατηρούσε την ισοπαλία... όμως δεν υπήρχε σχέδιο υποχώρησης, μονάχα επίθεση και φαντασμαγορία. Ο καταραμένος Rossi στο 74΄ έκλεισε οριστικά την αυλαία.

Καρφωμένος μπροστά στην τηλεόραση, έμαθα εκείνο το απόγευμα, εκείνο το καλοκαίρι, πως μπορείς να είσαι ο καλύτερος κι όμως να χάνεις, πως μπορείς να χάνεις κι όμως να παραμένεις ο αγαπημένος.

Η ιστορία επαναλήφθηκε στο Μεξικό το 1986, με τον ίδιο προπονητή και σχεδόν την ίδια ομάδα, αφήνοντας παρόμοια πικρή γεύση.
Σήμερα εξακολουθώ να μην ενδιαφέρομαι για το ποδόσφαιρο. Όμως από τότε δεν έχασα επίσημο αγώνα της Βραζιλίας κι ας μην ήταν πιά λευκή κι ας μην έπαιζε μαγικά. Δεν διακρίνω πιά ξεχωριστά πρόσωπα, μόνον την ίδια κίτρινη φανέλα της εφηβικής μου εμμονής.
Κάθε τέσσερα χρόνια επιστρέφω σ’ εκείνη τη χρονιά, σταθερός εκεί, στην πρώτη σειρά των οπαδών, αμετανόητος πάντα και φανατικός, φωνάζοντας γιά τη νίκη.





Λευκή Βραζιλία: Ο πυρήνας της Εθνικής του 1982 ήταν λευκοί Βραζιλιάνοι. Ο Ζίκο, λευκός Πελέ.
Το μεγάλο παιχνίδι: BRAZIL - ITALY 2-3.
Η σύνθεση της Ομάδας: 1.VALDIR PERES, 2.LEANDRO, 3.OSCAR, 4.LUISINHO, 5.CEREZO, 6.JUNIOR, 8.SOCRATES, 9.SERGINHO, 10.ZICO, 11.EDER, 15.FALCAO.
Αναπληρωματικοί: 12.SERGIO, 22.CARLOS, 7.PAULO ISIDORO, 13.EDEVALDO, 14.JUNINHO, 16.EDINHO, 17.PEDRINHO, 18.BATISTA, 19.RENATO, 20.CARECA, 21.DIRCEU.
Οι προηγούμενοι αγώνες: Στον προκριματικό γύρο, τον Ιούνιο, στο έκτο γκρούπ: BRAZIL - USSR 2-1, BRAZIL - SCOTLAND 4-1, BRAZIL - NEW ZEALAND 4-0. Στον δεύτερο γύρο, στις 2 Ιουλίου, στο γκρούπ C: BRAZIL - ARGENTINA 3-1.
Οι φωτογραφίες: Με την σειρά που εμφανίζονται ZICO/FALCAO, ZICO, SOCRATES, FALCAO, EDER. Η Εθνική Βραζιλίας, 1982 FIFA World Cup.