1/5/16

Ο ΙΕΡΟΣ ΤΡΑΓΟΣ

Την πρώτη φορά που τον γνώρισα, στην άκρη του πουθενά, αισθάνθηκα μιαν ανεξήγητη χαρά. Σαν να ξανασυναντούσα έναν από καιρό χαμένο φίλο. Κι όμως τίποτε δεν είχαμε κοινό. Μας χώριζε η άβυσσος. Εγώ φρουρός στις επάλξεις της συνείδησης, αυτός επιδρομέας από τα μπουντρούμια του ασυνείδητου, εγώ μαθητής στις ανισότητες της λογικής, αυτός δάσκαλος στις εξισώσεις του παραλόγου. Έκτοτε δεν έπαψα να τον νιώθω σαν αδελφό. Ετεροθαλή μα ομοούσιο...
 

«Με ακατασίγαστον εντός μας την μαγγανείαν των φλάουτων, θα εξακολουθήσωμεν εις το διηνεκές την τρομώδη πορείαν μας, επί μάλλον και μάλλον ριγηλοί και αντίνομοι – υψηλοί και χυδαίοι – μέχρις ου επ΄ αυτοφώρω συλλάβομεν τον παρθένον αριθμόν, το σημείον, το σύνθημα, που συμβολίζει το σύμπαν!...»

Ο Γιάννης ήταν ρήτορας και υποκριτής, ιερόσυλος και εωσφορικός. Ειρωνευόταν ακόμη και το μυστικό σύνθημα που συμβολίζει το σύμπαν. Τον παρθένο αριθμό! Εναντίον της κοινωνίας, εναντίον των θεών, εναντίον του χωροχρόνου. Κι ακούραστος στρατοκόπος στην άκρη της νύχτας. Ποδαρόδρομο είχε γυρίσει όλη τη Γη, εκτός από την Ασία.
Ο Γιάννης μια τελευταία στάση έκανε μόνον, στον τόπο που ξεκίνησε. Πρόσκαιρη, για να κλείσει τον ανοιχτό λογαριασμό του με το αιώνιο θήλυ. Ως Ιερός Τράγος φύτεψε τον σπόρο του στο άγονο παρόν. Τελεσφόρος, γοργός και κτηνώδης. Κι έπειτα έφυγε μέσα στο σκοτάδι, για την Ασία.
 
Αυτό που με θλίβει περισσότερο είναι πως ο κόσμος μας ποτέ δεν θα συμπέσει. Εγώ θα παραμείνω δεσμώτης των συμβάσων της μετριότητας, ν’ αναρωτιέμαι μήπως ήταν η πίστη και η τιμή ένα μεγάλο λάθος. Κι αυτός ελεύθερος θα συνεχίσει τα άτοπα ταξίδια στο μηδέν και το άπειρο. Ίσως συναντηθούμε στο τέλος των ψευδαισθήσεων, στο μόνο κοινό σύνορο, της ζωής και του θανάτου. Έως τότε, θα συλλογίζομαι τα παράξενα λόγια του καθώς η παράταση της αναμονής θα μεγαλώνει την προσδοκία. Να δημιουργούνται οι ορίζοντες, να γεννιέται ο χρόνος. Οι τόποι, οι εποχές να πηγαίνουνε...
 
 
 
 
                                             
 
Ο Γιάννης: Κεντρικός ήρωας – αντιήρωας – στο μυθιστόρημα "Το Θείο Τραγί". Η ενσάρκωση του Ιερού Τράγου.
Το Θείο Τραγί: Κορυφαίο έργο του Γιάννη Σκαρίμπα και γενικά της ελληνικής πεζογραφίας.
Η εικόνα: Από την εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης. Αθήνα 1933, εκδόσεις Αριστ. Ν. Μαυρίδης.
Εντός εισαγωγικών: Μέρος της αγόρευσης του Ιερού Τράγου προς τα αγελαία κτήνη της κοινότητας των ασήμαντων.
 

1/4/16

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, εικοσάχρονος χεβυμεταλλάς και μαθητής του Ζαρατούστρα, αναζητούσα ήδη διέξοδο προς κάποια ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Βασική αναγκαιότητα της ηλικίας ήταν οι εμπειρίες σύγκρουσης και η εγγύτητα του κινδύνου που θωρακίζει τον χαρακτήρα. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να δοκιμάσει τα πραγματικά του όρια παραμένοντας προστατευμένος σε συμβατικούς κανόνες. Χρησιμοποίησα λοιπόν ως πειραματικό περιβάλλον τις πιο αυθεντικές συνθήκες χάους που μπορούσε να προσφέρει η απόλεμη εποχή μας. Καταδύθηκα στο ανεξέλεγκτο και υποβαθμισμένο κέντρο της μεγαλούπολης, στο γκρίζο τοπίο των συμπλοκών των αναρχικών με τις ειδικές μονάδες της αστυνομίας.

Αδυνατώντας να ζήσω το αυθεντικό Έπος που ανέκαθεν επιθυμούσα, αρκέστηκα έτσι σε μια υποκατάστατη σπουδή του φαινομένου της περιθωριακής βίας. Και καθώς ήμουν ιδεολογικά αποστασιοποιημένος τόσο από το ασπόνδυλο κράτος των μικροαστών όσο και από τις νοσηρές ιδεοληψίες των αντεξουσιαστών, καλλιέργησα αναγκαστικά το ατενές βλέμμα ενός αμέτοχου μα επίμονου παρατηρητή.


Where I come from no-one smiles,
Every inch exists in miles,
Still it’s cool relaxed and calm,
Sitting here on the Funny Farm

Στις εμπειρίες αυτές είχα την τύχη να με συντροφεύει ένας αγαπητός φίλος και συμμαθητής που απολάμβανε όσο κι εγώ την σουρεαλιστική προσέγγιση των εξορμήσεων στους δρόμους της σύγχυσης και της αταξίας. Μαζί κανονίζαμε τις συναντήσεις κοντά στην πύλη του προσφιλού μας ιδρύματος, όταν οι ειδήσεις και τα γεγονότα προμήνυαν φασαρίες. Και μαζί ήμασταν στην ώρα μας όταν άρχιζε το ξεφάντωμα του ξέφρενου κυνηγητού μεταξύ των οδών Πατησίων και Ζωοδόχου Πηγής, στην καρδιά του άτυπα οριοθετημένου «πεδίου των μαχών».                                 

Εκεί, στα βρώμικα στενά γύρω από το Πολυτεχνείο, ρουφούσαμε την ένταση της επικείμενης εμπλοκής με μάτια που γυάλιζαν από χαρά. Συνεπαρμένοι περιεργαζόμασταν τα στρεβλωμένα σίδερα και τα ξηλωμένα μάρμαρα, τους φλεγόμενους σωρούς των σκουπιδιών και τα πρόχειρα οδοφράγματα από αναποδογυρισμένους κάδους. Και τρέχαμε αλλόφρονες ανάμεσα στις στοιχισμένες δυνάμεις της αστυνομίας και τα ασύδοτα μπουλούκια των αναρχικών, ανάμεσα στα συντρίμμια, τις μολότωφ και τα αποκαϊδια, επαναστάτες δίχως αιτία σε ένα παράτερο είδος Τουρνουά.

Το πανηγύρι της προμελετημένης ανασφάλειας δεν ήταν πάντοτε ανέξοδο. Όπως κάποιο βράδυ, στη συμβολή της οδού Στουρνάρα με την πλατεία Εξαρχείων, που μας κύκλωσε μια πολυπληθής ομάδα λυσσασμένων αναρχικών, ενοχλημένων από τα δυνατά γέλια και τις δεικτικές χειρονομίες μας. Ξεφύγαμε παριστάνοντας τους ομοϊδεάτες, αλλά θυμούμαι ακόμη τη σκουριασμένη πρόκα στην άκρη του μαδεριού του βλαμμένου πάνκη που με σημάδευε. Βεβαίως, τέτοιου είδους περιστατικά ποτέ δεν με πτόησαν καθώς έπασχα από ολική άγνοια κινδύνου, και οι περιπέτειες συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ώσπου κάποια μέρα, είδα τυχαία, δημοσιευμένη σε ημερήσια εφημερίδα, μια θολή και ευτυχώς μη αναγνωρίσιμη από άλλους, φωτογραφία μου. Ο φωτογράφος είχε εστιάσει στην αξιοπερίεργη στάση μου, την αλαζονική πόζα ενός μαυροντυμένου μακρυμάλλη νεαρού με σαρδόνιο χαμόγελο και τα χέρια στις τσέπες εν τω μέσω της φωτιάς. Τότε, μελετώντας για πρώτη φορά, σαν τρίτος, το αυθάδικο βλέμμα μου να ατενίζει το απόλυτο μηδέν, επαναξιολόγησα το μάταιο και ταυτόχρονα γελοίο της κατάστασης.

Αποδέχτηκα με αταραξία το τέλος μιας ακόμη περιόδου στην προσωπική μου μυθολογία. Και συνειδητοποίησα οριστικά πως δεν γίνεσαι «ζωηρός και βαθύς, ένας Χορευτής μέσα στη μάχη», απλώς χορεύοντας με τους λύκους...



 
 
 
Η εικόνα: Το εξώφυλλο του πρώτου άλμπουμ των Motörhead (1977) στην ελληνική έκδοση της Polygram (1979) που έχω στη συλλογή μου. Εκείνα τα χρόνια, η εικόνα των Motörhead ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή αφίσα στον τοίχο. (Logo: Joe Petagno)
Οι στίχοι: Από το The Watcher (1977) των Motörhead. Ο πρόσφατος θάνατος του εβδομηντάχρονου Lemmy, υπήρξε η αφορμή για τούτο το κείμενο.
Οι αναρχικοί: Αναρωτιέμαι, πόσα άραγε παραστρατημένα παιδιά θα μπορούσαν με την κατάλληλη ιδεολογική καθοδήγηση να επαναπροσανατολιστούν και να προσφέρουν την επιθετικότητά τους στην υπηρεσία του Στρατού και της Πατρίδας.
Ο Χορευτής μέσα στη μάχη: Αγαπημένος μου στίχος της "Τελευταίας Θέλησης" (Διθύραμβοι του Διονύσου, Φρειδερίκος Νίτσε).
                           

1/3/16

KNIGHT SLAIN UNDER HIS SHIELD


There were three ravens sat on a tree,
They were as black as they might be.
 
The one of them said to his mate,
“Where shall we our breakfast take?”
                
“Down  in yonder green field,
There lies a knight slain under his shield.

His hounds they lie down at his feet,
So well they can their master keep,
                                                                                           
His hawks they fly so eagerly,
There’s no fowl dare him come nigh.”
 
 
Down there comes a fallow doe,
As great with young as she might go.

She lift up his bloody head,
And kissed his wounds that were so red.

She got him up upon her back,
And carried him to earthen lake.

She buried him before the prime,
She was dead herself ere evensong time.
 
God send every gentleman,
Such hawks, such hounds, and such a leman.
 
Από τότε που πρωτοδιάβασα την μπαλλάντα για τα ομιλούντα κοράκια και τον νεκρό ιππότη, τις νύχτες βασανίζομαι από δυσοίωνους εφιάλτες.
 
Ονειρεύομαι πως σαν φάσμα περιπλανιέμαι μέσα σ’ έναν τεράστιο ζωγραφικό καμβά, όπου σε σκοτεινό τοπίο ξαναζώ το άδοξο τέλος της Αναζήτησης. Παρατηρώ από ψηλά τη σκουριασμένη πανοπλία μου, εγκαταλειμμένη ανάμεσα στ’ αδιαπέραστα αγκάθια του Μπερν-Τζόουνς. Και ψηλαφώ με θλίψη τη σπασμένη μου ασπίδα, που ταλαντεύεται από τον άνεμο ανάμεσα στα ξερά κλαδιά του Δέντρου του Καλού και του Κακού.
 
Στο χείλος του Κόσμου κρύβομαι κυνηγημένος από τους παντεπόπτες αγγελιοφόρους του Όντιν. Και ποθώ αβάσταχτα τη Βαλκυρία στην έσχατη εξαπάτηση, να με χλευάζει λουσμένη στη λάμψη του Δισκοπότηρου. Στο τρομερό Λυκόφως των Θεών βλέπω την Ωραία Κυρία δίχως Έλεος, βλέπω λύκους, κουρούνες κι ερπετά. Πιστά σκυλιά, ανήσυχα γεράκια, την ελαφίνα δεν βλέπω πουθενά...                             
 
 
 
 
Οι στίχοι: The Three Ravens (Βρετανική, λαϊκή μπαλλάντα).
Ο πίνακας: “Oh, what’s that in the hollow…?” (Edward Robert Hughes, 1893).
Τα χρόνια: Πενήντα.

1/2/16

SERPENTS OF EXPLOSIVE BREATH

«We affirm that the world’s magnificence has been enriched by a new beauty: the beauty of speed. A racing car whose hood is adorned with great pipes, like serpents of explosive breath—a roaring car that seems to ride on grapeshot is more beautiful than the Victory of Samothrace»
 
Οι Φουτουριστές είχαν εξαιρετικές απόψεις για τον ανδρισμό και τον πόλεμο, τις μηχανές και τις γυναίκες, την πολιτική και την αυτοκίνηση. Αντιπαθούσαν όμως την παράδοση, τις βιβλιοθήκες, τα μουσεία και την αληθινή τέχνη. Γι’ αυτό απολάμβαναν στα μηχανοκίνητα οχήματα μόνον την ταχύτητα κι όχι την καλαισθησία.
 
 
Αντιθέτως, οι Αισθητιστές θα εκτιμούσαν στα αυτοκίνητα την διακοσμητική λεπτομέρεια, την αριστοκρατική ποιότητα, τις ευγενικές γραμμές, την εν γένει καλλιτεχνική κατασκευή. Φαντάζομαι με αγαλλίαση τους μεγάλους εκπροσώπους του Αισθητισμού του 19ου αιώνα, μοιρασμένους σε αντίπαλες ομάδες, σε μια υπερβατική χρονική μετατόπιση στον επόμενο αιώνα: τον Gautier, τον Baudelaire, τον Flaubert και τον Huysmans με γαλάζιες Bugatti, και τον Poe, τoν Ruskin, τoν Pater και τoν Wilde με βαθυπράσινες Bentley!
 
Συλλογίζομαι τους σωλήνες ως φίδια με εκρηκτικό χνώτο, τις βρυχώμενες πολυβόλες μηχανές, τον ιδανικό συνδυασμό ταχύτητας και ομορφιάς. Για εξήντα περίπου χρόνια, από το πρώτο Grand Prix του 1906 στο Le Mans, έως το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1968, τα αγωνιστικά αυτοκίνητα συναγωνίζονταν απρόσκοπτα και στα δύο. Ώσπου τότε, εισέβαλαν στα αυτοκίνητα της Lotus οι απεχθείς διαφημίσεις της Imperial Tobacco (Gold Leaf) και μαζί τους ο δαίμονας του εμπορίου και η ασχήμια του ωφελιμισμού.

Καθισμένος πίσω από το τιμόνι, πατώ τον συμπλέκτη κι ανεβάζω ταχύτητα. Η ένταση της προσπέρασης συνεργεί στην ευεργετική επίδραση της λήθης. Οι απότομες στροφές καμπυλώνουν τη συνείδηση διαγράφοντας αδιακρίτως αιτίες και αποτελέσματα. Ταχύτητα και αισθητική και επαναφορά της διάρκειας σε πείσμα της κατάτμησης του χρόνου.
Αμετανόητος εγωιστής παραμελώ τη σωτηρία της ψυχής. Και προσηλώνομαι στην καθαρότητα της δύναμης και την έξαρση της μορφής.

«Save the shape, and art will take care of the soul for you».
 



 
Ο πίνακας: French Grand Prix, on the 8.3-mile Strasbourg circuit in 1922. Έργο του F. Gordon Crosby (1885-1943).
Η αρχική δήλωση: Η τέταρτη διακύρηξη από το Μανιφέστο του Φουτουρισμού, του Filippo Tommaso Emilio Marinetti (1876-1944).
Η τελική δήλωση: Περίφημη φράση του Algernon Charles Swinburne (1837-1909), ποιητή της δεύτερης ομάδας των Προρραφαηλιτών, από το κριτικό βιβλίο του για τον William Blake.

1/1/16

AVANT-GARDE

«Τρικλίζοντας γύρω τριγύρω περπατούσαμε
Σα μια Παρέλαση που κάνουν οι τρελλοί!
Μα δε μας ένοιαζε: το ξέραμε πως είμαστε
     Του Σατανά η Ταξιαρχία η παρδαλή·»      

Έγκλειστοι είμαστε σε μια αόρατη κι απέραντη φυλακή και γύρω μας αφρίζει ακατάπαυστα ο αηδής βόρβορος της ασχήμιας, της άγνοιας, της αναρχίας, του παραλογισμού. Το μοναδικό μονοπάτι απόδρασης, περνά δύσβατο ανάμεσα στους αχρείους, τους εκμαυλισμένους, τους άξεστους, τους βλαμμένους, τους αγράμματους, τους εκθηλυσμένους, τους είλωτες, τους εκφυλισμένους.

 
Σε αυτή τη στενή ατραπό διαφυγής, διεκδικούμε τον ζωτικό χώρο μιας ετερόδοξης κι αδιάλλακτης εμπροσθοφυλακής. Για τον Πολιτισμό, την Πατριαρχία, την Τάξη, την Αισθητική. Για την εξευγενισμένη Ανθρωπότητα που πρέπει κάποτε να αφυπνιστεί.

Κι έτσι ζούμε συνειδητά σε μια παρατεταμένη ψευδαίσθηση, όπου αντί για γκρίζα κοστούμια φορούμε μαύρες πανοπλίες, όπου αντί για εμπορικά κέντρα αναζητούμε μαγεμένα δάση. Και παραμένουμε προκατειλημμένοι, αμετανόητοι, άπιστοι, πολεμοχαρείς, δύστροποι, μελαγχολικοί.

Γιατί εμείς οι τελευταίοι Δονκιχωτιστές, δεν θα πάψουμε ποτέ να βλέπουμε τον άθλιο κόσμο της ανάγκης, όχι όπως είναι για τους ωφελιμιστές αλλά όπως θα έπρεπε να είναι για τους ονειροπόλους και τους αισθητιστές!

SOL INVICTUS
 
 
 

Δέκατος χρόνος στο Διαδίκτυο: War Flag 2007 - 2016.
Ο πίνακας: The Enchanted Forest, του Sir John Gilbert.
Οι στίχοι: The Ballad of Reading Gaol, του Oscar Wilde (από το τρίτο μέρος του έργου, σε ποιητική απόδοση του Ρήγα Γαρταγάνη).

1/12/15

ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΣΑΛΠΙΣΜΑ


«Ο κόμης Ρολάντ έχει το στόμα του ματωμένο·
το μηλίγγι απ’ το κεφάλι του έχει σπάσει.
Σαλπίζει με το κόρνο με φοβερούς πόνους·»

Εξιστορείται στο ηρωικό άσμα, πως σκίζεται ο ουρανός και βασιλεύει σκοτεινιά κι ακολουθούν βροντές, χαλάζι, κεραυνοί, σείονται και ραγίζουν οι τοίχοι των σπιτιών. Τριάντα λεύγες μακριά, σαλπίζει το τελευταίο κάλεσμα το κέρας του Ρολάνδου. Κανείς άραγε δεν ακούει στην κοιμισμένη Ευρώπη της ντροπής;


Εντός πια των τειχών, οι Σαρακηνοί μεταμφιέζονται με μπλουζάκια τρικολόρ. Και η διάβρωση είναι δυστυχώς τόσο βαθιά, που κάποιος κακεντρεχής εύκολα θα υποστήριζε ότι οι σύγχρονοι Γάλλοι μεταλλάσσονται σιγά σιγά σε λαό μεταναστών της βορείου και της υποσαχάριας Αφρικής.
Εν τούτοις, εμείς, οι τελευταίοι «αντιδραστικοί», γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως τα περήφανα ξαδέρφια μας, οι Κέλτες και οι Φράγκοι της Γαλλίας, ακόμη κατοικούν εκεί. Και θα περιμένουμε μαζί τους ώσπου ν’ αλλάξουν οι καιροί, ώσπου επιτέλους ν’ ακουστεί το ύστατο σάλπισμα...

«Ψηλά είναι τα βουνά και σκοτεινά και επιβλητικά, ΑΟΙ.
οι κοιλάδες βαθιές και τα νερά ορμητικά.
Σαλπίζουν οι σάλπιγγες και πίσω και μπροστά
και όλες απαντάνε στο κόρνο του Ρολάντ.»
                                                                           
Ευρώπη! Ξύπνα!

                                                                            

 
Οι στίχοι: Από «Το Τραγούδι του Ρολάνδου» (LA CHANSON DE ROLAND, παραλλαγή της Οξφόρδης, στίχοι 1785-1787 και 1830-1833, μετάφραση Δ. Γ. Πεταλά)
Ο πίνακας: Napoleon at Charlemagne's Throne (Henri-Paul Motte, 1898). Ο Ναπολέων στο Άαχεν το 1804.
Οι Σαρακηνοί: Περίπου 5 εκατομμύρια Μουσουλμάνοι κατοικούν σήμερα στη Γαλλία.
Η φωτογραφία: Η εθνική ποδοσφαιρική ομάδα της Γαλλίας στο Μουντιάλ του 2014. Προφητική εικόνα για το ζοφερό μέλλον της Ευρώπης; (Ανθρωπογεωγραφία στο FIFA World Cup Brazil Official Licensed Sticker Album της Panini)
 


                                                                                                                                                       

1/11/15

PURPLESNAKE

«…But I feel I'm growing older
And the songs that I have sung
Echo in the distance
Like the sound
Of a windmill going round...
»

Το πρώτο τοτεμικό σύμβολο που ασπάστηκα στην αρχή της εφηβείας, ήταν το θρυλικό λογότυπο των Deep Purple της περιόδου Made in Europe. Δερμάτινα γράμματα αντιγραμμένα από το γραφιστικό σχέδιο του ονόματος της μπάντας και ραμμένα στο τζην μπουφάν της πρώτης χρονιάς του Λυκείου. Λίγο αργότερα, υιοθέτησα και το Λευκό Φίδι του Coverdale, σχεδιασμένο κι αυτό περίτεχνα με μεταλλικά καρφιά στο μαύρο σακάκι της φαντασιακής μου περιβολής.
 

Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας γιατί μελαγχολώ όταν αντικρύζω το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του εξηντατετράχρονου σήμερα David Coverdale να ξανατραγουδάει με την γερασμένη του φωνή διαχρονικά κομμάτια των Deep Purple όπως το Mistreated, το Stormbringer ή το You Keep on Moving. Αμείλικτο το πέρασμα του χρόνου θαμπώνει το απόλυτο είδωλο των νεανικών μου χρόνων και μαζί του κι εμένα καθώς ξεθωριάζει η εποχή μας και το χρυσό παρελθόν ασταμάτητα παρασύρεται στο γκρίζο παραπέτασμα της λήθης.

Τι άλλο απομένει από το να αυξήσω την ένταση στο στερεοφωνικό και να αφήσω τις άγριες μελωδίες του Burn να κάψουν τις επίμονες αναμνήσεις. Την βαθιά θλίψη μου μόνον η ανόθευτη δύναμη της σκληρής μουσικής μπορεί να εξοβελίσει...
 
 
 
 
                  
Το εξώφυλλο: WHITESNAKE - THE PURPLE ALBUM (2015).
Οι στίχοι: Από την περίφημη μπαλάντα των 70s, Soldier of Fortune (Blackmore, Coverdale).
O Τοτεμισμός στο Heavy Metal: Ολοκληρωμένο πλαίσιο αναφοράς της λευκής νεολαίας με ιδιαίτερη μυθολογία, σύμβολα, πρότυπα, διαχωρισμούς, εξωτερική εμφάνιση κλπ. Κάθε «φυλή» οπαδών είχε το δικό της «Τοτέμ» - χαρακτηριστικό έμβλημα του μουσικού συγκροτήματος που υποστήριζε. Τα τελευταία σύμβολα που προσωπικά υιοθέτησα ήταν ο αετός των Manowar και η ασπίδα των Warlord. Καθολικά αντιπροσωπευτικό Τοτέμ του Heavy Metal παραμένει βεβαίως, μόνον η Fender Stratocaster του Ritchie Blackmore...