Θρονιασμένος πάνω σ’ ένα βράχο ψηλό,
Σκήπτρο μου ήταν ένα κρίνο λυγερό,
Από άστρα λαμπερά ήταν η κορόνα μου »
Ένας λευκός κύκνος σέρνει με χρυσή αλυσίδα μιά βάρκα στον ποταμό Εσκώ. Όρθιος στέκεται μέσα ο Λόενγκριν, ο γιός του Πάρσιφαλ των Ιπποτών του Δισκοπότηρου. Αντίθετα με την παράδοση, η βάρκα δεν πλευρίζει στις όχθες του ποταμού, στη μυθική Βραβάντη του 10ου αιώνα αλλά συνεχίζει την πορεία της στα ρεύματα του χρόνου. Σχεδόν εννιακόσια χρόνια αργότερα ο Ιππότης του Κύκνου φτάνει στους κήπους του παλατιού Λίντερχοφ, στο τεχνητό σπήλαιο της Αφροδίτης όπου ο Τάνχωυζερ κοιμάται ακόμη αμέριμνος στην αγκαλιά της Χόλντα.Ο Λόενγκριν κι ο Τάνχωυζερ έχουν να εκτελέσουν ιερή αποστολή. Μαζί θα στέψουν το νεαρό πρίγκιπα της Βαυαρίας με τον μαύρο κύκνο, την άρπα και το καρφωμένο στο δένδρο σπαθί.


Ο βασιλιάς αναζήτησε και συνάντησε τον Ριχάρδο Βάγκνερ αμέσως μετά τη στέψη του κι από τότε έγινε μόνιμος χορηγός και προστάτης του. Η διαφορά ηλικίας - ο συνθέτης ήταν τότε πενηνταενός - ευνόησε μιά έντονη, πλατωνική σχέση. Η αγάπη τους είχε στο φόντο της τη γερμανική μυθολογία και στα πρόσωπά τους ο νέος Ζήγκφριντ συνάντησε ξανά τον γέρο Βόταν μέσα σε λατρευτικές εκδηλώσεις φιλίας και αφοσίωσης. Ο δεύτερος επιφανής του έρωτας ήταν η κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερη, εξαδέλφη του Ελισάβετ των Βίτελσμπαχ, αυτοκράτειρα της Αυστρίας. Αδυνατώντας να έχει την ίδια, αρραβωνιάστηκε από απόγνωση την εικοσάχρονη αδερφή της Σοφία, αν και τελικά απέφυγε να την παντρευτεί. Ο γάμος όπως και η κοινωνία και η πολιτική δεν κολάκευαν την εξεζητημένη αισθητική του.
Ο Λούντβιχ ήταν ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος, ευαίσθητος και ρομαντικός. Η πραγματική διακυβέρνηση της χώρας δεν τον ενδιέφερε. Την ίδια εποχή που οι Πρώσοι του Μπίσμαρκ προωθούσαν την ένωση όλων των γερμανικών κρατών, ο ίδιος παρακολουθούσε παγερά αδιάφορος την εγκόσμια πολιτική. Η Βαυαρία πάντως πολέμησε στο πλευρό της Αυστρίας το καλοκαίρι του 1866 και κατατροπώθηκε μαζί της. 
Τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του κοιμόταν κατά την διάρκεια της ημέρας και ζούσε μόνον τη νύχτα. Ίππευε γιά ώρες στην καρδιά του σκοταδιού και αποσυρόταν με το φως της αυγής. Με άλογα, με έλκηθρα, με στοιχειωμένα τραίνα έτρεχε να ξεφύγει από τους κοινούς ανθρώπους και την τρέλα. Μαύρη αγνότητα και ανήθικη αγιοσύνη. Η αθωότητα και η ευτυχία δεν συμβιβάζονται με την καταραμένη τέχνη κι ο χρόνος είναι αδυσώπητος εχθρός της ομορφιάς.
« ...όποιος ψηλά στάθηκε στ’ ακρινά κορφοβούνια του κόσμου κι αγνάντεψε πέρα την καινούρια χώρα, της Νύχτας τα λημέρια – αληθινά δεν ξαναγυρίζει πίσω αυτός στου κόσμου τον σάλο, στη χώρα όπου σ’ αιώνια ταραχή φωλιάζει το Φως ... »
Τα κρατικά έσοδα συνέχιζαν να μετατρέπονται σε κάστρα και οι συνετοί τραπεζίτες και διαχειριστές του ανησυχούσαν γιά πιθανή χρεοκοπία. Οι γιατροί του Μονάχου με την σύμφωνη γνώμη των υπουργών της κυβέρνησης και της βασιλικής οικογένειας αποφάνθηκαν πως ο βασιλιάς ήταν φρενοβλαβής. Τον συνέλαβαν και τον απομόνωσαν στο ανάκτορο του Μπέργκ, στις όχθες της λίμνης Στάρνμπεργκ, μετατρέποντας μιά πτέρυγα του ανακτόρου σε νευρολογική κλινική.Την δεύτερη μέρα του εγκλεισμού του, το απόγευμα μιάς βροχερής Κυριακής του Ιουνίου, ζήτησε να κάνει ένα περίπατο στον κήπο. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε στα ρηχά νερά της λίμνης αφού πρώτα έπνιξε τον γιατρό-δεσμοφύλακα που τον συνόδευε.

Ο τρελός βασιλιάς παραμένει στο πέρασμα των χρόνων, σκοτεινό είδωλο των ρομαντικών. Γεννήθηκε ψεύτικος ηγεμόνας του κόσμου τούτου αλλά χρίστηκε με τη στάση του αληθινός πρίγκιπας των θρύλων. Πραγματοποίησε τις αλλόκοτες επιθυμίες του κι έγινε ο τελευταίος βασιλιάς που εμείς αναγνωρίζουμε.
Γιατί ενώ εμείς επιθυμούμε μιά τελευταία έξοδο διαφυγής στην χώρα των ψευδαισθήσεων, αυτός αντίθετα οχύρωσε την είσοδο του μύθου στην άχαρη καθημερινότητα. Γιατί στο Βασίλειο των αισθητικών αξιών και γιά την Μεταφυσική του Ωραίου, αυτός θεμελίωσε τον Πύργο του Αναγεννημένου Κύκνου.

Ο Βασιλιάς: Ludwig II (Ludwig Friedrich Wilhelm της δυναστείας των Βίτελσμπαχ, 1845-1886), γιός του Μαξιμιλιανού Β΄ Ιωσήφ της Βαυαρίας και ανηψιός του Όθωνα Α΄ της Ελλάδος. Η διακυβέρνηση της Βαυαρίας παραχωρήθηκε στον Όθωνα Α΄ Βίτελσμπαχ το 1180 από τον Σταυροφόρο Αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Μπαρμπαρόσα.
Οι φωτογραφίες: Ο Λούντβιχ στα 1867, μαύροι Κύκνοι στο νερό και στον αέρα, το κάστρο Neuschwanstein σε δική μου φωτογραφική αποτύπωση.
Το Neuschwanstein (New Swan Stone): Το τελευταίο κάστρο του Γκράαλ στον υλικό κόσμο.
Οι στίχοι της εισαγωγής: Της Μαύρης Αυτοκρατόρισσας Ελισάβετ (1837-1898), στη μνήμη του εξαδέλφου της Λουδοβίκου.
Οι στίχοι της Νύχτας: Του μεγάλου ποιητή Νovalis (1772-1801) από τους Ύμνους στη Νύχτα. Μετάφραση του Γ. Ν. Πολίτη.
Η κινηματογραφική ταινία: Του Λουκίνο Βισκόντι. ΛΟΥΝΤΒΙΧ (Το λυκόφως των Θεών, 1972).
Οι βασικές Όπερες αναφοράς: Του Ρίχαρντ Βάγκνερ. ΤΑΝΧΩΥΖΕΡ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 19 Οκτωβρίου 1845 στη Δρέσδη. ΛΟΕΝΓΚΡΙΝ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 28 Αυγούστου 1850 στη Βαϊμάρη. ΠΑΡΣΙΦΑΛ, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 26 Ιουλίου 1882 στο Μπαϋρόυτ.
Η ανανέωση μιας υπόσχεσης: Το προσωπικό μου προσκύνημα στον πύργο του βασιλιά. Το πραγματοποίησα τελικά, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς.






Στην διεστραμμένη χριστιανική μυθολογία, η τροφή των παλαιών θεών προκάλεσε την πτώση των ανθρώπων. Το καταραμένο μήλο του Παραδείσου συνδέθηκε μέσω της Εύας με την ασχήμια, τον πόνο και τον θάνατο. Το φίδι δεν άλλαξε πολύ, όμως το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού δεν καρποφορούσε πιά αθανασία.
Γνωρίζοντας την αλήθεια, ο χριστιανός βασιλιάς των ιπποτών αποσύρθηκε ετοιμοθάνατος στον κόσμο της μετάβασης των αρχαίων. Τρείς μαυροφορεμένες βασίλισσες, που θύμιζαν τις κόρες του Έσπερου, τον μετέφεραν εκεί μ’ ένα πλοίο. Στο Άβαλον, το νησί με τις μηλιές της αιώνιας νεότητος, αναμένει από τότε το κάλεσμα της επιστροφής.


