1/12/11

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

«...Σ’ όλη μου τη ζωή έψαξα να ’βρω το μυστικό της ζωής. Δεν ήμουν ευτυχισμένος στα νιάτα μου, γιατί ήξερα πως τα νιάτα μου θα περνούσαν κι όταν έγινα ώριμος άντρας, δεν ήμουν ευτυχισμένος, γιατί ήξερα πως πλησίαζαν τα γεράματα. Κι έτσι αφιέρωσα τη ζωή μου, τη νιότη και την ωριμότητα και τα γεράματά μου, στην αναζήτηση του Μεγάλου Μυστικού. Πόθησα μια ζωή που η αφθονία της θα γέμιζε τους αιώνες, κορόιδευα τη ζωή που κρατούσε ογδόντα χειμώνες...»


Αναζητώ κι εγώ το Άγιο Σκεύος που περιέχει το αίμα του Χριστού, τo χαμένο σμαράγδι του Εωσφόρου, το γαλάζιο λουλούδι του Νοβάλις, το μάτι που ο Όντιν θυσίασε στη πηγή. Λαχταρώ το φως που καίει στις απόκρυφες συνταγές των αλχημιστών, στα μαγεμένα δάση των παραμυθιών, ανάμεσα στα πόδια των όμορφων γυναικών. Και ενίοτε επιστρέφω στην αρχή του χρόνου, στα αδιαφανή πεδία του εξώτερου διαστήματος, εκεί όπου το δέκατο τάγμα των αγγέλων ηττήθηκε στη Μητέρα των Μαχών.

Χρόνια γυρεύω το Μεγάλο Μυστικό ξετυλίγοντας ένα αόρατο νήμα που ενώνει φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους αντικείμενα, πρόσωπα και τοπία. Κι όμως ποτέ δεν βρέθηκα στο κατώφλι της ανταπόδοσης, ποτέ δεν πέρασα έστω τα πρόθυρα της αποδοχής. Γιατί ακροβατώ ανισόρροπα ανάμεσα στον κόσμο της κοινής πραγματικότητας και στην πνευματική τάξη των παλαιών θεών. Γιατί αναλώνω τον πολύτιμο χρόνο μου στον αναγκαστικό βιοπορισμό παραμελώντας τα ιερατικά μου καθήκοντα. Γιατί ενώ προσεύχομαι στην Ευλογημένη Δεσποινίδα ως αφηρημένη αρετή, μονάχα η λάγνα της πλευρά με συγκινεί.

Στο τέλος όλων των ιστοριών υπάρχει το Δισκοπότηρο. Γύρω του μαίνεται η σύγκρουση των αντιθέτων με σύμβολα και αλληγορίες. Μέσα σε ερειπωμένους γοτθικούς ναούς, φασματικοί Κιστερκιανοί μοναχοί με λευκά ράσα ευλογούν ιερά σπαθιά. Και η Σταυροφορία συνεχίζεται από τις ρίζες του Υγκντραζίλ έως τον δέκατο Έμπυρο Ουρανό, εκεί όπου σύμφωνα με τον Δάντη περιμένει τους ιππότες της αναζήτησης ο Άγιος Βερνάρδος του Κλαιρβώ.

Υπάρχει όμως ακόμη ελπίδα σωτηρίας; Οι αρχάγγελοι του Κάλλους και της Τάξης θα πολεμήσουν άραγε ξανά μαζί; Ποιόν αληθινά υπηρετεί το Δισκοπότηρο;
Οι μύστες διδάσκουν πως ο Θεός αποκαλύπτεται δίχως να γίνεται κατανοητός ενώ εγώ προσεγγίζω χωρίς πίστη τα μυστήρια επιζητώντας μόνον την κατανόηση. Κι αν και απρόσκλητος στη Μεγάλη Λειτουργία, διατηρώ την ψευδαίσθηση πως μου αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.





Το κείμενο της εισαγωγής: Του κορυφαίου Ιρλανδού ποιητή και συγγραφέα W.B.Yeats (1865-1939) σε μετάφραση Σπ. Ηλιόπουλου. Απόσπασμα του διηγήματος «Η Καρδιά της Άνοιξης» από τη συλλογή Το Μυστικό Ρόδο (The Secret Rose, 1897).
Οι εικόνες: Templar Cloister και The Holy Grail, από τη σειρά The Templars της Black Hawk Toy Soldier. Εκθέματα από την προσωπική μου συλλογή toy soldiers.


1/11/11

FONS ET ORIGO

Η Ευρώπη που προέκυψε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι μια πολιτική ένωση εμπόρων και τραπεζιτών. Κυριαρχείται από τους εξελιγμένους αντιπροσώπους της τρίτης και κατώτερης κοινωνικής τάξης της αρχετυπικής τριχοτόμησης της ευρωπαϊκής κοινωνίας.
Οι δικαστές-ιερείς και οι φρουροί-πολεμιστές της φυλετικής μας κοινότητας, αφού νικήθηκαν οριστικά στον τελευταίο μεγάλο «πόλεμο των λειτουργιών», υποβιβάστηκαν και πλέον είναι παροπλισμένοι και αμέτοχοι παρατηρητές.

Όμως ενάντια στον σύγχρονο κόσμο, εμείς αν και αναγνωρίζουμε την ήττα ούτε αποδεχόμαστε την ευθύνη ούτε της προσδίδουμε νομιμότητα. Μέσα στο σκοτάδι της ευρωπαϊκής νύχτας, με μνήμη και πεισμονή αναζητούμε σαν αντίδοτο τις αρχές των προγόνων. Η ιστορία της γλώσσας μας συνδέει με τις βασικές έννοιες και με τον τρόπο που εκείνοι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο. Κι επειδή οι παλαιότεροι Ινδοευρωπαίοι είναι οι Έλληνες, στοιχειώδεις ελληνικές λέξεις θα μας οδηγήσουν στην πηγή της Δεύτερης Λειτουργίας.


Οι ιστορικοί γλωσσολόγοι συμφωνούν πως οι πρωτο-ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν ανδροκρατούμενες. Όλες οι γλωσσικές μαρτυρίες υποδεικνύουν πως το προϊστορικό, κοινωνικό τους σύστημα ήταν πατριαρχικό, καθώς ακολουθούσαν την πατρογονική γραμμή γενεαλόγησης.

Άνδρας: Προέρχεται από το αρχαίο ανήρ, ανδρός. Το αρχαίο ουσιαστικό ανήρ αποτελούσε τιμητικό όρο που σήμαινε τον ελεύθερο άνθρωπο. Η λέξη άνθρωπος προέρχεται πιθανά από το αμάρτυρο *άνδρ-ωπος «αυτός που έχει ανδρική όψη». Το θέμα της λέξης ανάγεται στον ινδοευρωπαϊκό τύπο *ner που σημαίνει επίσης άνδρας αλλά και άνθρωπος.
Πολεμιστής: Προέρχεται από το θέμα του ρήματος πελεμίζω που σημαίνει «πάλλω το δόρυ, τραντάζω, δονώ», που με τη σειρά του ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *pel-a- «ωθώ, προσκρούω». Κατά άλλη άποψη προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό *plt- «αγώνας, πάλη, μάχη». Το «δόρυ» επίσης ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *dr-ew- «ξύλο» και στον Όμηρο έχει ήδη τη σημασία του αιχμηρού ξύλου.
Ήρωας: Προέρχεται από το αρχαίο ήρως. Η λέξη ήρως πιθανά συνδέεται με την αμάρτυρη ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ser- με τη σημασία «προστατεύω, προφυλάσσω», που συναντάται επίσης και σαν *(s)wer-.

Άνδρας - Πολεμιστής - Ήρωας
Άνθρωπος ελεύθερος. Άνδρας οπλισμένος που μάχεται.
Πολεμιστής, προστάτης της κοινότητας.

Διαβάζω επαναλαμβάνοντας υπνωτικά τις βασικές λέξεις, σαν μάντρα προσευχής προς τους πολεμικούς Θεούς του Ουρανού. Άνδρες, πολεμιστές και ήρωες θα περιμένουν για πολύ ακόμη στο περιθώριο της ιστορίας. Κι εγώ δεν έχω άλογο ούτε ταύρο να θυσιάσω στον ηλιακό Πρόμαχο. Ελπίζω μόνον πως κάποτε ο χρόνος θα ξαναγίνει κυκλικός.




Fons et origo: Οι απαρχές. Πηγή και προέλευση.
Ο πίνακας: Άτιτλο έργο (1997) του Jeffrey Jones (1944 - 2011).
Ετυμολογία: Η αναγωγή των λέξεων στην αφετηρία τους. Οι ετυμολογικές πληροφορίες των λέξεων που παραθέτω προέρχονται από το Ετυμολογικό Λεξικό του Γ. Δ. Μπαμπινιώτη.
Οι πρωτο-ινδοευρωπαίοι: Ύστερη νεολιθική ή ενεολιθική κοινωνία που άρχισε να διαχωρίζεται μεταξύ 4500 και 2500 π.Χ. Η νοτιοανατολική Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η αληθινή τους κοιτίδα.
Αμάρτυρος τύπος: Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα των λέξεων δεν είναι μαρτυρημένη σε γραπτή πηγή. Προκύπτει από την συγκριτική μελέτη των ομμορίζων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Σημειώνεται με αστερίσκο (*) στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.
Όπλο: Το αρχαίο Όπλον είναι η μεγάλη ασπίδα των οπλιτών. Προέρχεται από το θέμα όπ-, μεταπτωτική βαθμίδα του θέματος στο ρήμα έπω, που σημαίνει «φροντίζω, ασχολούμαι» και μας οδηγεί στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *sep- «φροντίζω, μεριμνώ».
Σπαθί: Η λέξη προέρχεται από το ελληνιστικό σπαθ-ίον, υποκοριστικό του αρχαίου σπάθη. Σπάθη ονομαζόταν το σπαθί με πλατιά λεπίδα. Ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *spa-dh- «μακρύ και πλατύ αντικείμενο».



1/10/11

BUGATTI 57 SC ATLANTIC

Ο Ετόρε Μπουγκάτι αποτελεί από μόνος του ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της αυτοκίνησης. Ο πατέρας του ήταν καλλιτέχνης επιπλοποιός, γλύπτης και ζωγράφος και του μεταβίβασε τα γονίδια και την ανάλογη προδιάθεση. Κι έτσι ο Ετόρε μεγαλούργησε σχεδιάζοντας οχήματα, που ήταν ταυτόχρονα μηχανές και έργα τέχνης. Έχοντας επίγνωση της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας του, καλούσε τους υποψήφιους αγοραστές στον πύργο του στην Αλσατία, για να επιλέξει ο ίδιος τους άξιους που θα αντάμειβε με το προνόμιο να κατέχουν και να οδηγούν τα υπεραυτοκίνητά του.

Η σειρά Bugatti Type 57 που κυκλοφόρησε το 1934 ήταν η συνεπής εξέλιξη των αυτοκινήτων με το λογότυπο Μπουγκάτι που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1911. Το προηγούμενο ορόσημο ήταν η φοβερή Type 35 του 1924 η οποία και έθεσε το πρώτο πρότυπο στα αγαπημένα μας γλυπτά από μέταλλο.
Η συνεχής βελτιστοποίηση των μοντέλων οδήγησε τελικά στην κορωνίδα της σειράς: την Bugatti Type 57 SC Atlantic, το ωραιότερο αυτοκίνητο που κατασκευάστηκε ποτέ.
Τα σχέδιά της δημιουργήθηκαν από τον γιό του Ετόρε, Ζαν Μπουγκάτι και βασίζονταν στο πειραματικό «Aerolithe», πρωτότυπο που είχε παρουσιαστεί το 1935 στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Παρισιού. Η πρώτη Bugatti Type 57 SC Atlantic κατασκευάστηκε την επόμενη χρονιά. Τέσσερα μόνον αυτοκίνητα κυκλοφόρησαν από το 1936 μέχρι το 1939.

Ο Jean Bugatti ονομάτισε το αυτοκίνητο Atlantic για να τιμήσει το ίνδαλμά του, τον γλύπτη και πιλότο Jean Mermoz, που χάθηκε με το αεροπλάνο του το 1936 προσπαθώντας να διασχίσει τον Ατλαντικό ωκεανό. Άλλωστε κι ο ίδιος θα σκοτωνόταν λίγα χρόνια αργότερα, το 1939, στα 30 του, δοκιμάζοντας τις αντοχές μιας αγωνιστικής Typ 57 C Tank.

Η Atlantic ήταν εκπληκτική, ένας πραγματικός μετεωρίτης που προσγειώθηκε στη γη. Η ραχοκοκαλιά της κρυβόταν πίσω από εμφανή πριτσίνια που συνέδεαν τις ξεχωριστές επιφάνειες του αμαξώματος. Στο εσωτερικό της, το ταμπλώ με τα καντράν, το τιμόνι, τα πετάλια, ο λεβιές των ταχυτήτων, όλα έδειχναν πρωτόγνωρα, στοιχειώδη, αρχετυπικά. Το σύστημα πέδησης λειτουργούσε με συρματόσχοινα. Ο οκτακύλινδρος κινητήρας χωρητικότητας 3.257 κ.εκ. απελευθέρωνε 200 άλογα που καταβρόχθιζαν την άσφαλτο με 200 χλμ. την ώρα. Το χρώμα της ήταν το ουράνιο μπλε του πνεύματος και των θεών.


Εφαρμόζοντας τα πλέον αυστηρά κριτήρια επιλογής, μονάχα τρείς υποψηφίους γνωρίζω που θα τους ταίριαζε η Bugatti Atlantic και δυστυχώς κανείς τους δεν την γνώρισε γιατί όλοι τους έζησαν τον 19ο αιώνα: τον βασιλιά Λούντβιχ του Νέου Κύκνου της Βαυαρίας, τον ζωγράφο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι της Αδελφότητας των Προραφαηλιτών και τον συγγραφέα Όσκαρ Γουάιλντ στην ενσάρκωσή του ως λόρδο Χένρυ Γουώτον.


Συνεπαρμένος από προκλητικές δυνατότητες και πρότυπα ειδωλολατρικά, ενθουσιάζομαι και παραμιλώ. Μέσα στη μπλε Bugatti αδημονώ φαντασιόπληκτος κι εγώ, προσμένοντας ονειρικό ταξίδι διαφυγής, σπάσιμο των προκαθορισμών του συλλογικού ασυνείδητου, αναζήτηση του ατομικού πεπρωμένου. Μέσα στο φαντασιακό της ασφάλτου διεκδικώ με θράσος τη θέση του οδηγού...

Με τα χρόνια τείνω να πιστέψω πως το δίπολο αισθητικής και ταχύτητας αποτελεί το πιo κοντινό υποκατάστατο του απόλυτου συνδυασμού αισθητικής και πολέμου.
Βεβαίως, στις ειρηνικές περιόδους, μόνον με έναν τρόπο δικαιώνεται η υπέρβαση των ορίων του χρόνου και του χώρου: η Αριστοκρατία της Ταχύτητας οφείλει να πεθαίνει μέσα στην έκσταση της επιτάχυνσης, πατώντας το γκάζι πάνω στην πιο επικίνδυνη στροφή...






Οι φωτογραφίες: Το αυτοκίνητο, ο δημιουργός, το ασημένιο πρωτότυπο Αερόλιθος, διαφημιστικό πόστερ του 1934 σχεδιασμένο από τον Jean Bugatti.
Ο δημιουργός: “Jean”, Gianoberto Maria Carlo Bugatti (1909-1939).
Το αυτοκίνητο: Bugatti Type 57 SC Atlantic Coupé. (8-Cylinder in-line-engine with two overhead cam shafts, Displacement: 3,257 ccm, Maximum output: approx. 200 hp at 5,500 rpm, Top speed: approx. 200 km/h, Wheel base: 2,980 mm, Total length: approx. 4,510 mm, Compressor (Roots-Supercharger), Dry sump lubrication, Mechanical cable-operated brakes).
Αφορμή για το κείμενο: Η πρόσφατη κυκλοφορία του μοντέλου σε κλίμακα 1:17 από την CMC.



1/9/11

SWORD & SORCERY


«If we two took the same path, surely one of us would have to slay the other, one fine day»

Σταράτα λόγια, λόγια που δεν λέγονται αψήφιστα, ιδίως όταν αυτοί που τα μοιράζονται είναι οι δυο διασημότεροι ήρωες των ιστοριών Μαγείας και Ξίφους.


Το πρωτόλειο του Έλρικ στα αμερικάνικα κόμικς δεν μπορούσε παρά να είναι επεισοδιακό. Ο τετρακοσιοστός εικοστός όγδοος Μάγος-Αυτοκράτορας του Μελνιμπονέ εμφανίστηκε μέσα σε μιά λάμψη εκτυφλωτικού φωτός στο δεύτερο καρέ της ενδέκατης σελίδας, του δέκατου τέταρτου τεύχους, του εμβληματικού κόμικ της δεκαετίας του ’70, Conan the Barbarian.

Το Conan the Barbarian διένυε την πρώτη του εκδοτική περίοδο. Τα ουδέτερα σενάρια του Roy Thomas είχαν επιτρέψει την σταδιακή ιδιοποίηση του Κιμμέριου από τον Barry Windsor-Smith και τον ρομαντικό εξευγενισμό του με ένα τρόπο που ο ίδιος ο Robert Howard δύσκολα θα επιδοκίμαζε.
Ο Κόναν είχε ήδη το δικό του κοινό και μια σκηνική παρουσία που πλέον αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα βαρβαρικά εξώφυλλα του Frazetta και στην Προραφαηλίτικη κληρονομιά του Smith. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με τον Έλρικ.
Δημιουργός της αρχικής εικόνας του καταραμένου Μελνιμπόνιου ήταν ο Jim Cawthorn, ο σημαντικότερος συνεργάτης του Michael Moorcock. Όμως αν και η πρώτη εικονογραφημένη εκδοχή του είχε παρουσιαστεί σε ένα στριπ του Philippe Druillet στο άσημο, γαλλικό περιοδικό, Moi Aussi ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο αλμπίνος δεν είχε βρεί ακόμη τον ιδανικό του ιμπρεσάριο στην ένατη τέχνη.

Η έκτακτη σύμπραξη των δύο πρωταθλητών οφείλεται στον σεναριογράφο Roy Thomas, ο οποίος ζήτησε από τον Moorcock την ευγενική παρέμβαση του ασπρομάλλη ήρωά του στις περιπέτειες του Κιμμέριου.
Ο Βρετανός συγγραφέας ανταποκρίθηκε, στέλνοντας με τη βοήθεια του Cawthorn, μια ιστορία αρκετά μεγάλη για να δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες. Στην πλοκή της μετέφερε την κοσμική σύγκρουση των Αρχόντων του Νόμου και του Χάους από το αχανές Πολυσύμπαν στους αγριότοπους της Υβοριανής εποχής.

Ωστόσο, τo σενάριο των Moorcock και Cawthorn σε προσαρμογή του Thomas ήταν μάλλον συμβατικό και το εικαστικό μέρος, αν εξαιρέσουμε κάποια εντυπωσιακά καρέ, από τις πιo μέτριες δουλειές του Barry Smith. Ο νεαρός, επίσης Βρετανός καλλιτέχνης, προσπάθησε ευσυνείδητα να σχεδιάσει συνδυαστικά τους δυο αντίθετους χαρακτήρες, όμως  το τελικό αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Αυτό συνέβει εν μέρει γιατί ο Smith αντί να πειραματιστεί στο δικό του ύφος, στήριξε την απεικόνιση του Έλρικ στα εξώφυλλα του Jack Gaughan της πρώτης αμερικανικής έκδοσης των βιβλίων Stormbringer και The Stealer Of Souls που αδικούσαν τον αλμπίνο. Και είναι ίσως ειρωνία της τύχης πως αν και το όνομά του συνδέθηκε με τον Κιμμέριο, ο ίδιος συμμεριζόταν λόγω ιδιοσυγκρασίας περισσότερο τον αγωνιώδη σκεπτικισμό του Έλρικ.

Εν τούτοις, τα δύο τεύχη αποτελούν σημαντικό γεγονός στα χρονικά της fantasy παραφιλολογίας για τους εξής λόγους:
Κατ’ αρχήν, αυτή είναι η μοναδική φορά που ο Κιμμέριος συναντά τον Μελνιμπόνιο στα ίδια τοπία της φανταστικής λογοτεχνίας. Και παρά τις ατέλειες για τις οποίες μεμψιμοιρούμε, η συνάντηση έγινε υπό την επίβλεψη σπουδαίων δημιουργών.
Έπειτα, κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας ο Barry Smith ανακοίνωσε στη Μάρβελ την πρόθεσή του να εγκαταλείψει το Conan the Barbarian. Απαυδησμένος από τους δεσμευτικούς περιορισμούς της βιομηχανίας των κόμικς, εκτονώνει συμβολικά τη δυσαρέσκειά του υιοθετώντας την πανταχού παρούσα στην αφήγηση, απέχθεια του Κόναν για τους μάγους και τη μαγγανεία. Και ο δισέλιδος επίλογος του δεύτερου τεύχους μοιάζει όχι μόνον σχεδιασμένος αλλά και γραμμένος από τον ίδιο, ως μια τελευταία εξομολόγηση προς τους θιασώτες και θαυμαστές του.

Ο Smith θα επέστρεφε λίγο αργότερα για να ολοκληρώσει τον κύκλο του με μερικές ακόμη, εξαιρετικές ιστορίες, όμως αυτή ήταν η αποφασιστική καμπή στην καριέρα του πριν αποχωρήσει οριστικά.


Όσοι είναι μυημένοι στα σπαθιά και τη μαγεία, χαίρονται το αίμα και τη σφαγή με την ίδια προδιάθεση που απολαμβάνουν τις αλληγορίες και τα σύμβολα. Και μέσα στη γιορτή οφείλουν να μπορούν να διακρίνουν την κατάλληλη στιγμή που πρέπει να σηκώσουν το ποτήρι σε μια τελευταία πρόποση. Για την τέχνη και τη φαντασία, για το παρελθόν και το μέλλον.

Στο τελευταίο, ολοσέλιδο καρέ και αφού υπογράψει στο πλακόστρωτο, ο Conan Windsor-Smith, έφιππος κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό στρέφει το βλέμμα προς τους αναγνώστες και με τον τρόπο του, τους αποχαιρετά:

«I’ll drink a toast, to both the living and the dead… …in the first tavern I find. ...Farewell»





Η αφορμή για το κείμενο: Η χρονική σύμπτωση του πρόσφατου κόμικ του Έλρικ (The Balance Lost, free comic book day edition Νo 0 / Μάιος 2011 και Νo 1 / Ιούλιος 2011) με την κινηματογραφική επιστροφή του Κιμμέριου.
Oι εικόνες: Το τελευταίο καρέ της 13ης σελίδας του τεύχους 14, τα εξώφυλλα των δυο τευχών και η περίφημη, τελευταία σελίδα του τεύχους 15.
Τα τεύχη: Conan the Barbarian Νο 14 (A SWORD CALLED STORMBRINGER!) και Νο 15 (THE GREEN EMPRESS OF MELNIBONE). Κυκλοφόρησαν αντίστοιχα τον Μάρτιο και τον Μάιο του 1972.
Η φράση της εισαγωγής: Την αρθρώνει ο Έλρικ, στο δεύτερο καρέ της δέκατης όγδοης σελίδας του τεύχους 15.
The Riddle of Steel: Ενδελεχή σύγκριση των δυο χαρακτήρων επιχείρησα πριν πολλά χρόνια, στο δέκατο τεύχος της WFotS, τον Μάρτιο του 1993 (MH/HM Νo 98).


9/8/11

ΤΟ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ

Το σκουλαρίκι ήταν χρυσό, ψεύτικο αλλά εντυπωσιακό. Έμοιαζε με τεχνούργημα των Αζτέκων, με επινώτιο των κουρσάρων της Καραϊβικής, ίσως και με τα κρεμαστά περπενδούλια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας στο περίφημο, βυζαντινό ψηφιδωτό της Ραβέννας. Κουμπωτό στο αυτί, συναπαρτιζόταν από τρία ξεχωριστά κομμάτια με συνολικό μήκος περίπου ένα δάχτυλο. Σχεδόν ακουμπούσε στον ώμο μου και λαμποκοπούσε σαν αληθινό κόσμημα.

Το σκουλαρίκι αποτελούσε για κάμποσα χρόνια αναπόσπαστο μέρος του «πολεμικού» μου εξοπλισμού στα φανταστικά πεδία μάχης μιάς παρατεταμένης εφηβείας. Από τα αμφιθέατρα του Πολυτεχνείου στην υπόγεια Βικτώρια το χειμώνα κι από εκεί στα ροκάδικα στέκια της Ίου τα καλοκαίρια. Ο ρόλος του ήταν συγκεκριμένος αν και υπαινικτικός: σηματοδοτούσε την αντισυμβατική αισθητική μου και πρόδιδε την ανατρεπτική μου διάθεση.


Η κοπέλα μου με κοιτούσε περίεργα κι ο πατέρας μου μου απαγόρευε να τον πλησιάζω σε ανοιχτούς χώρους κοινωνικής συναναστροφής. Τα μακρυά μαλλιά, τα μαύρα δερμάτινα, τα σκισμένα τζιν, τα καρφιά και οι αλυσίδες, όλα ήταν για τον κοινωνικό περίγυρο ανάρμοστα και απρεπή, αλλά κανένα τόσο εξωφρενικό και προκλητικό όσο εκείνο το σκουλαρίκι.

Το ξαναβρήκα πρόσφατα ψάχνοντας σε μια κούτα, μαζί με κονκάρδες, διακοσμητικά καρφιά, ραφτά σήματα κι άλλα τοτεμικά σύμβολα της βαρυμεταλλικής δεκαετίας του ’80. Φορτισμένο αντικείμενο έχει διαφυλάξει μέσα του κάτι από το πνεύμα της εποχής.

Τα χρόνια πέρασαν, τη χαίτη αντικατέστησε η φαλάκρα και τη βαρβαρική εμφάνιση ο καθωσπρεπισμός ενός τυπικού σαρανταπεντάρη. Σήμερα, εξακολουθώ τα καλοκαίρια να φορώ έναν μικρό, πειρατικό κρίκο, μακρινό συγγενή εκείνου του σκουλαρικιού.
Κι όταν κάποιες «συνειδητοποιημένες» φίλες της τελευταίας περιόδου, με πειράζουν γιατί δεν βλέπουν «αυθεντική» τρύπα στο αυτί, χαμογελώ συγκαταβατικά δίχως να τις ειρωνευτώ. Δείχνω ευπροσήγορος και καταδεχτικός κι ακούω τις ανούσιες απόψεις τους με προσποιητό ενδιαφέρον. Καθώς οι μύχιες σκέψεις μου πλανώνται ανάμεσα στα πόδια τους, αναρωτιέμαι καμμιά φορά αν πρέπει να τους αναφέρω για το χρυσό μου σκουλαρίκι, το κίβδηλο, το αυθεντικό...

Όμως γρήγορα αλλάζω γνώμη... Οι ιδιωτικοί μας μύθοι είναι συχνά δυσνόητοι και αινιγματικοί, ιδίως αν δεν έχεις ζήσει την εποχή τους. Και δεν μπορείς να τους μοιραστείς με άμοιρους και αδαείς.
Άλλωστε τα πράγματα που μας αφορούν πολύ προσωπικά δεν πρέπει να μας δεσμεύουν στο παρελθόν. Αντιθέτως, οφείλουν να μας θυμίζουν πως πάντα υπάρχει διέξοδος στο μέλλον.





Η φωτογραφία: David Coverdale. Αρχηγός, τραγουδιστής και στιχουργός των Whitesnake. Το μεγάλο μου ίνδαλμα εκείνης της εποχής. Εμβληματική μορφή της δεκαετίας του ’80. Αρχετυπικός φαλλοκράτης και μέγας ηθικοδιδάσκαλος στις ερωτικές σχέσεις των δύο φύλων.


11/7/11

ΗΡΩΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ

«Άχ, άνθρωποι, στην πέτρα κοιμάται για μένα ένα άγαλμα, το άγαλμα των αγαλμάτων μου! Άχ, γιατί να κοιμάται στην πιο σκληρή, στην πιό άσκημη πέτρα!
Τώρα το σφυρί μου χτυπά μανιακά και φριχτά πάνω στη φυλακή μου. Κομμάτια γίνεται η πέτρα, μα τι μ’ ενδιαφέρει ;
Θέλω να το αποτελειώσω: γιατί μ’ επισκέφτηκε ένας ίσκιος – το πιό σιωπηλό και το πιό ελαφρό πράμα μ’ επισκέφτηκε, κάποτε!
Η ομορφιά του υπεράνθρωπου μ’ επισκέφτηκε, σα σκιά. Άχ αδελφοί μου! Τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα πιά οι Θεοί! –
Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα.»

Ο νιτσεϊκός Ζαρατούστρα μας διδάσκει πως μόνοι μας πρέπει να δημιουργήσουμε τον ιδανικό ανθρώπινο τύπο: τον ημίθεο ήρωα που θα μας ξεπεράσει και τελικά θα μας διαδεχθεί στην κυριαρχία του Κόσμου. Ο υπεράνθρωπος ως το υπέρτατο έργο τέχνης περιμένει την αφύπνισή του μέσα στον πυρήνα της φυλής μας, σαν δυνατότητα αλλά και σαν υποχρέωση. Η αποκάλυψή του, με τον τρόπο που ο γλύπτης ελευθερώνει το άγαλμα από την άμορφη πέτρα, θα πρέπει να είναι το κορυφαίο έργο της θέλησής μας.


Στην βάση της σκέψης μου επικαλούμαι ένα αποσιωπημένο κεφάλαιο πολιτικής ιδεολογίας. Οι Σπαρτιάτες εφάρμοσαν στην πράξη ως πολίτευμα ένα είδος ηρωϊκής αριστοκρατίας πολύ πριν ο Πλάτωνας επεξεργαστεί στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τους Φύλακες και την ιδανική Πολιτεία. Επέβαλαν ένα απόλυτο ιδεώδες σμιλεύοντας σαν μάρμαρο την ζωή τους και αρνήθηκαν να προσαρμοστούν στην αλλαγή των περιστάσεων επιλέγοντας τον χαμό.

Οι πορφυροί μανδύες και ο δωρικός ρυθμός των Σπαρτιατών είναι μια βαρυσήμαντη κληρονομιά ηρωικής ποιότητας και αισθητικής άποψης που λειτουργεί ως αφετηρία. Η συνέχεια είναι ένας μακρύς δρόμος που διασχίζει την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, περνάει από την Αναγέννηση και καταλήγει στον Βυρωνικό ήρωα, στους δανδήδες του Μπωντλαίρ και στον μιλιταριστικό αισθητισμό του Ντ' Αννούντσιο.

Θα υποκύψω στον πειρασμό να εκφράσω τις απόψεις μου με αφορισμούς ιδεολογικής διακήρυξης: Στον αρχετυπικό κόσμο της ιδεατής Ηρωικής Αριστοκρατίας λατρεύω τον συγκερασμό του αισθητικού και του ηρωϊκού ιδεώδους, το πρότυπο μιας κοινότητας αισθητιστών πολεμιστών που την καθορίζει η πατριαρχική ηθική, η σκληροτράχηλη ανδροπρέπεια και ταυτόχρονα η διανόηση, η αισθαντικότητα και η αναζήτηση της ομορφιάς. Αποζητώ ένα σύστημα αξιών που θα μας επιτρέπει να ζήσουμε στοχαστικοί κι ανέμελοι μέσα στην ψυχρή διαύγεια της τέχνης και να πεθάνουμε κάποτε ως αδιάφθοροι πρωταγωνιστές κάποιας ωραίας, πολεμικής σκηνής.

Μια ειδική πνευματική καλλιέργεια που εξαίρει την μορφή και το κάλλος είναι βεβαίως το επιστέγασμα μιας μαθήτευσης στα έργα του πολιτισμού. Αλλά αυτή πρέπει να επιτευχθεί δίχως να καταστραφεί το βασικό, ζωϊκό στοιχείο. Στην πορεία προς την κατάκτηση της πρότυπης μορφής, η ευγένεια πρέπει να προστεθεί στην «βαρβαρότητα», όχι να την ευνουχίσει. Ο διανοούμενος πολεμιστής οφείλει να παραμένει κύριος των στοιχειακών ορμών, της πρωτόγονης δύναμης και της θέλησης επιβολής όσο και ονειροπόλος, λόγιος και στοχαστής.
Ο επαναπροσδιορισμένος Ευγενής Βάρβαρος, ο προικισμένος με καλλιτεχνική αίσθηση των γραμμάτων και των τεχνών, είναι ο μόνος επιδεκτικός, ενδιάμεσος κρίκος προς το φωτεινό μέλλον. Μόνον αυτός θα μπορέσει στο μυστικιστικό φως κάποιου δειλινού να συναντήσει τον επερχόμενο Υπεράνθρωπο.

Κάτω από τη σημαία του Ήλιου, εμείς παραμένουμε αμετανόητοι πολέμιοι της εντροπίας ακόμη και μετά το Λυκόφως των Θεών. Κι αν η άθλια εποχή μας, μας αρνηθεί οριστικά την προσφορά της νεότητας στη μάχη, θα επελάσουμε σίγουρα ως γέροντες Δονκιχώτες στο τέλος των ημερών. Στην άκρη του κόσμου θα υποδεχτούμε τους μύστες του υπερανθρώπου για να προετοιμάσουμε μαζί το μανιφέστο της μεταλλαγμένης ανθρωπότητας.

Βεβαίως έχω πλήρη επίγνωση της χιμαιρικής μου ιδεοληψίας. Ο ευγενής βάρβαρος είναι πλασμένος από τις προσδοκίες των φιλοσόφων και τις αποκαλύψεις των ποιητών. Κι αν ξεκίνησα το κείμενο με τα αισιόδοξα και ξεκάθαρα λόγια ενός φιλοσόφου, θα το τελειώσω αυτοσαρκαζόμενος, με τους πικρούς και αμφίσημους στίχους ενός ποιητή:

Ω λαμπρέ Απόλλωνα,
τίν’ άνδρα, τίν’ ήρωα, τίνα θεόν,
σε ποιόν άνδρα, ποιόν ήρωα, ή ποιόν θεό
τενεκεδένιο στεφάνι να φορέσω!





Opus 100: Αιρετικά κείμενα για την προώθηση των καλών τεχνών...
Η εικόνα: Προσχέδιο του B.W.S. γιά τον εμβληματικό πίνακά του THE LAST ATLANΤΕAN. Ο ρομαντικός πολεμιστής του Barry Smith παραμένει η καλύτερη σύγχρονη, εικαστική αποτύπωση του Ευγενούς Βαρβάρου.
Ο πρόλογος: Από το δεύτερο μέρος του ΕΤΣΙ ΜΙΛΗΣΕ Ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ, το ευαγγέλιο του Φρειδερίκου Νίτσε.
Ο επίλογος: Από το μεγάλο, ιδεολογικό ποίημα ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΙΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ, του Έζρα Πάουντ.

20/6/11

SPECIAL OLYMPICS: ΑΓΩΝΕΣ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

Αυτές τις μέρες γίνεται στη χώρα μας ένα είδος παρωδίας Ολυμπιακών Αγώνων που αποκαλούνται “Special Olympics”. Διανοητικά καθυστερημένοι άνθρωποι από όλη τη γη αναγκάζονται από τον συγγενικό τους περίγυρο να λάβουν μέρος σε αγωνίσματα που διακωμωδούν το Ολυμπιακό Πνεύμα. Το ανήθικο κατεστημένο του σύγχρονου κόσμου, σε ένα κρεσέντο αθλιότητας εκμεταλλεύεται ακόμη και τα αξιολύπητα παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Η σύγχρονη παρεξήγηση των αγώνων ξεκινά από την λανθασμένη ερμηνεία τους και την μεταγενέστερη ταύτισή τους με την ευημερία των ειρηνικών περιόδων. Ξεχνούν εσκεμμένα οι σύγχρονοι πως οι αρχαίοι Έλληνες αποστρέφονταν αλλά ταυτόχρονα απολάμβαναν τον πόλεμο. Οι Έλληνες γνώριζαν πως ο πόλεμος είναι η μοναδική αλήθεια της ζωής κι ο πατέρας του κόσμου των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαία η ηρωική προέλευση των αγώνων: οι πρώτοι Ολυμπιακοί καθιερώθηκαν από τον Ηρακλή σε ανάμνηση της εξόντωσης του Αυγεία και της νίκης του ενάντια στους Ηλείους.


Οι αγώνες της αρχαιότητας συνδέονταν στενά με το μαχητικό πνεύμα των Ελλήνων. Εξοικείωση με τα όπλα, έφοδος και σύγκρουση, ταχύτητα και αντοχή. Το κορυφαίο αγώνισμα και η επιτομή του αντρισμού ήταν το πένταθλο: ακοντισμός, δισκοβολία, άλμα, αγώνας δρόμου και πάλη. Η φάλαγγα των οπλιτών θεμελίωνε την υψηλή της καταγωγή μέσα στα στάδια των αθλητικών αναμετρήσεων.

Ο εκφυλισμός των αγώνων από τη ρωμαϊκή συμμετοχή έως την σύγχρονη αναβίωση, υπήρξε μακροχρόνιος και «προοδευτικός». Τέλειωσε κάποτε η εκλεκτική εποχή της κυριαρχίας του ενός, Έλληνα άντρα, νικητή. Και στη θέση της ήρθε μια νέα, «πανανθρώπινη» τάξη πραγμάτων: βαρβάροι και γυναίκες, βαθμολογία κατάταξης και βραβεία για όλους, εμπορικές διαφημίσεις και αναβολικά και στο τέλος ανάπηροι και διανοητικά καθυστερημένοι.
Είναι ευεξήγητο υπό το φως των κατοπινών εξελίξεων, το γιατί οι πρώτοι παραολυμπιακοί οργανώθηκαν μεταπολεμικά, μετά την οριστική επικράτηση του νεωτερικού κόσμου. Η πολιτιστική κληρονομιά της ισοπέδωσης διαβρώνει εύκολα τους καλοπροαίρετους και τους αφελείς με ανοησίες για δήθεν σεβασμό στη «διαφορετικότητα» και τις «ξεχωριστές ικανοτήτες» όλων των ανθρώπων.

Οι επικρίσεις μου δεν αφορούν βέβαια στους ίδιους τους ανάπηρους αθλητές. Οι διανοητικά καθυστερημένοι είναι θύματα κοινωνικής εκμετάλλευσης ενώ οι σωματικά ανάπηροι είναι τραγικοί αγωνιστές, που μόνον με την δύναμη της θέλησης εναντιώνονται στην άδικη μοίρα. Καταδικάζω όμως με απέχθεια το σάπιο σύστημα της εμπορευματοποίησης, της υποκριτικής συμπόνοιας και της βαθιάς παρακμής που με θρασύτητα προβάλλει ως πρότυπο ότι από τη φύση του είναι ατελές και αξιολύπητο, αλλόκοτο και ασθενές.
Οι πραγματικοί Αγώνες πρέπει να δοξάζουν την ιδέα του κάλλους, τα πρότυπα του καθαρού και του αδιάφθορου, το υγιές και το δυνατό. Ανώτερος σκοπός είναι η κατάκτηση της αυτοκυριαρχίας και η αφοσίωση στην υπέρβαση των ορίων. Και οι θεατές των αγώνων πρέπει να νοιώθουν ψυχική ανάταση, να ταυτίζονται με τους ήρωες, να λατρεύουν τον Υπεράνθρωπο.

Το έπαθλο των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν το στεφάνι ελιάς που ο Ηρακλής είχε φέρει από τους Υπερβόρειους. Εκεί, στον απότατο Βορρά, στα άλση των Ηλυσίων, συνεχίζουν να συναγωνίζονται διεκδικώντας τη νίκη, οι μακάριοι που έπεσαν πολεμώντας στα πεδία της τιμής.
Οι Αγώνες ως ενοποιητική γιορτή της κοινότητας, συνδέονται άμεσα με το ηρωικό ιδεώδες. Ο Αθλητισμός πρέπει να είναι γιορτή προετοιμασίας των επιλέκτων, αυτών που τελικά θα καλεστούν να αποδείξουν την αξία τους στον μόνον αυθεντικό στίβο: το πεδίο της μάχης.




Η φωτογραφία: Όψη του καλλιτεχνικού εργαστηρίου του γερμανού γλύπτη Arno Breker. Ο Breker υπήρξε ο απόλυτος εκφραστής του ηρωϊκού ιδεώδους στην τέχνη του 20ου αιώνα. Σχεδόν όλα τα γλυπτά του καταστράφηκαν από τον στρατό των Συμμάχων με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι αγώνες της ντροπής: Οι πρώτοι αναπηρικοί αγώνες Ολυμπιακού χαρακτήρα οργανώθηκαν το 1960, στην Ρώμη και οι πρώτοι Special Olympics το 1968, στο Σικάγο. Εξαιρώ για προφανείς λόγους στρατιωτικής ηθικής τους πρώτους αγώνες αναπήρων, βετεράνων πολέμου, που έγιναν το 1948 στην Αγγλία.