1/2/13

ΠΕΡΑ ΑΠΟ Τ’ ΑΓΡΙΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΝΙΑΣ


Πέρα, μακριά απ’ τα βουνά της καταχνιάς
σπηλιές παλιές, λαγούμι βουλιαγμένο.
Προτού χαράξει η μέρα ξεκινάς
να βρείς χλωμό χρυσάφι μαγεμένο.

Ξέραν οι νάνοι οι παλιοί τα μαγικά
και τα σφυριά τους σήμαντρα ηχούσαν.
Βαθιά, όπου πλάσματα κοιμούνται μυστικά,
Μες στις στοές των λόφων κατοικούσαν.

Για τον αρχαίο των ξωτικών το βασιλιά
σμιλεύαν το χρυσάφι στα σκοτάδια
και κλείσανε το φως μες στα παλιά,
που το σπαθί του στόλιζαν, πετράδια.

Η ταινία τέλειωσε, άναψαν τα φώτα και οι θεατές άρχισαν βιαστικά ν’ αποχωρούν από την αίθουσα. Όμως εγώ, συνεπαρμένος από τη μουσική και τις εικόνες, παρέμενα αμετακίνητος στη θέση μου. Με βλέμμα απλανές ήμουν χαμένος σε κόσμους μακρινούς και μαγεμένους...
 
Κάτω από το ασημένιο φως του φεγγαριού ούρλιαζε η θύελα και μούγκριζε η καταιγίδα. Οι αστραπές αυλάκωναν τον ουρανό και οι κεραυνοί μονομαχούσαν με τους Γίγαντες. Αιχμάλωτος της φαντασίας μου, είχα μετά από χρόνια επιστρέψει στη Μέση Γη. Και σκαρφάλωνα στ’ άγρια βουνά ακολουθώντας απρόσκλητος τον τελευταίο πρίγκιπα των Νάνων.

 
Τους θαύμαζα και τους σεβόμουνα τους Νάνους με τις βαθιές φωνές και τα βαριά τσεκούρια. Ήταν υπερόπτες και αυθάδεις, πεισματάρηδες και σκληρόκαρδοι, άπληστοι και μνησίκακοι αλλά επίσης αξεπέραστοι τεχνίτες, περήφανοι πολεμιστές, αφοσιωμένοι και ευγνώμονες φίλοι.
 
Άκουγα τα σφυριά που αντηχούσαν στα υπόγεια σιδηρουργεία κι έφερνα με δέος στη μνήμη μου τα ορυχεία και τις σήραγγες, τα ανάκτορα και τα εργαστήρια, τους θησαυρούς με τα πολύτιμα πετράδια και το χλωμό χρυσάφι. Θυμόμουν τα τραγούδια κάτω από τα βουνά και γνώριζα τους θρύλους για τους Επτά Προπάτορες, τον Πρώτο Οίκο των Μακρυγένηδων του Ντούριν, το Καζάντ-ντουμ, το μίθριλ, τα ρουνικά φεγγαρογράμματα, τα Επτά Δαχτυλίδια, τους αρχαίους βασιλιάδες και τα τρομερά σπαθιά.
Ένιωθα τον άσβεστο πόθο της επιστροφής που έτρεφαν οι Νάνοι στα σωθικά τους κι έλαμπε και στα δικά μου μάτια το φως του λίθου της καρδιάς του Βουνού της Μοναξιάς.
 
Μύθος, παράδοση και αλαζονεία - οι αξίνες έσκαβαν βαθιά μέσα στα μεταλλεία. Ώσπου ο δράκοντας άνοιξε τα μάτια του κι ο νοικιασμένος χρόνος μου τελείωσε. Επανήλθα στην γκρίζα πραγματικότητα διατηρώντας την θολή ανάμνηση των υψηλών και των σπουδαίων. Κι έφερα μαζί μου λίγες από τις στάχτες της εκδίκησης, που σιγόκαιγαν στην καρδιά του Θόριν.

Τραγουδούσα παράφωνα το τραγούδι των Νάνων φεύγοντας από τον κινηματογράφο για τον δικό μου κόσμο της σκοτεινιάς. Μ’ έτρωγε πάλι η παλιά λαχτάρα να ξαναζήσω... την κλεμμένη, την άγραφη ζωή μου να πάρω πίσω...

Πέρα από τ’ άγρια βουνά της καταχνιάς
προτού χαράξει η αυγή θα ξεκινήσω,
απ’ τις βαθιές σπηλιές της σκοτεινιάς
να πάρω το κλεμμένο μου χρυσάφι πίσω.

 




 
Η ταινία: THE HOBBIT: AN UNEXPECTED JOURNEY. Εξαιρετική κινηματογραφική απόδοση από τον σκηνοθέτη Peter Jackson των έξι πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου του J.R.R. Tolkien, «The Hobbit, or There and Back Again».
Το τραγούδι των Νάνων: Οι τρείς πρώτες και η τελευταία στροφή, σε μετάφραση Α. Γαβριηλίδη - Χ. Δεληγιάννη.
Η φωτογραφία: Νόρι, Φίλι, Ντόρι, Μπόφουρ, Γκλόιν, Ντουάλιν, Θόριν Δρύασπις, Μπάλιν, Όιν, Μπόμπουρ, Μπίφουρ, Όρι, Κίλι.
Θόριν Δρύασπις: Εξόριστος πρίγκιπας του Έρεμπορ, γιός του Θράιν Β΄ και εγγονός του Θρόρ, βασιλιά κάτω από το Βουνό. Τελευταίος κληρονόμος του Οίκου του Ντούριν.
Η δημιουργία των Νάνων: Οι Επτά Προπάτορες των Νάνων πλάστηκαν κάτω από τα βουνά της Μέσης Γης από τον Άουλε, τον σιδηρουργό των θεών. Δημιουργήθηκαν την Εποχή της Σκοτεινιάς, όμως άνοιξαν τα μάτια τους πολύ αργότερα, την Εποχή των Αστεριών, μετά τα αγαπημένα Ξωτικά του Έρου.
Η Καρδιά του Βουνού: Το Άρκενστοουν. Το πετράδι του Βουνού της Μοναξιάς.
Μικρό Χρονολόγιο: Η Τρίτη Εποχή του Ήλιου αρχίζει αμέσως μετά την ήττα του Σάουρον από τον Έλεντιλ και τον Γκιλ-γκάλαντ το έτος 3441 της Δεύτερης Εποχής. Το Βασίλειο των Νάνων του Έρεμπορ ιδρύθηκε το έτος 1999 της Τρίτης Εποχής από τον βασιλιά Θράιν Α΄ και καταστράφηκε το έτος 2770 από τον δράκο Σμάουγκ. Η συνάντηση στο σπίτι του Μπίλμπο έγινε στις 26 Απριλίου του 2941. Η Τρίτη Εποχή τελειώνει το έτος 3021 όταν ο Φρόντο, ο Μπίλμπο και οι Τρείς Δαχτυλιδοφόροι φεύγουν πέρα από τη θάλασσα, εγκαταλείποντας οριστικά τη Μέση Γη.

1/1/13

ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΟΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ

«Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε όταν θα ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ.»
 
Βαδίζω σκεπτικός στο χορταριασμένο μονοπάτι. Ψάχνω ανάμεσα στους μακρόβιους πλατάνους το άβατο του Πάνα. Βρέχει ασταμάτητα καθώς κινούμαι δίπλα στο κρυστάλλινο ποτάμι. Παρατηρώ το είδωλό μου στο ταραγμένο νερό κι αναρωτιέμαι αν έζησα ποτέ αληθινά, αν έστω για μια φορά πλησίασα τα όρια των δυνατοτήτων μου. Κρατώ την ανάσα μου μήπως ακούσω την απάντηση μέσα από το βαρύ θρόισμα των φύλλων.


Εύγλωττη και φορτισμένη σιωπή. Ομίχλη και κρύο. Μολυβένιος ουρανός που αγγίζει τη γη. Η πανοπλία μου σιγά-σιγά διαλύεται, η ηλικία αρχίζει να με βαραίνει, η παράλογη υπεροψία μου καταρρέει. Πέρασε η εποχή που τίποτε στον κόσμο δεν έμοιαζε αδύνατο κι όμως ακόμη δεν συμφιλιώθηκα με την μετρημένη και προβλέψιμη ζωή μου. Χαίρε! δηκτική και αδιάφορη μοίρα. Οι άθυμοι και κατηφείς μεσήλικες σε χαιρετούν.
 
Ο αδερφός μου διαβάζει Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ και με προτρέπει ν’ αδειάσουμε τις κούπες μέχρι τον πάτο! Ζηλεύω τον ενθουσιασμό του μα γνέφω απλώς συγκαταβατικά. Θυμάμαι μια πρόταση από το βιβλίο, που κάποτε είχα με το μολύβι μου υπογραμμίσει... για εκείνον που τα πάντα είχε γευτεί κι αγέρωχος έφτυσε μέσα στο κρασί κι έσπασε την κούπα του στο πάτωμα.

«Η αληθινή σοδειά της ζωής μου είναι τόσο άπιαστη και απερίγραπτη όσο τα χρώματα της αυγής και του σούρουπου. Είναι λίγη αστρόσκονη που κατάφερα κι έπιασα, ένα κομμάτι του ουράνιου τόξου που μπόρεσα και γράπωσα.»

Είναι πικρή η αίσθηση της ανεπάρκειας κι απελπισμένη η ανάγκη μου να ζήσω την μοναδικότητα κάποιας εξαίσιας στιγμής. Αχ! να μπορούσα να κατακτήσω τον χρόνο που δεν χάνεται αλλά μεγενθύνεται, τον τόπο που η αλήθεια φανερώνεται με σαφήνεια και επάρκεια...

Πριν το σκοτάδι με κυριεύσει άφησα πίσω μου το δάσος και το ποτάμι. Έφυγα ανικανοποίητος όπως ήρθα. Τον Πάνα δεν τον είδα πουθενά.

 

 
Οι δανεισμένες φράσεις: Από το κλασικό βιβλίο της αμερικανικής λογοτεχνίας Walden ή Η ζωή στο δάσος (1854), του Henry D. Thoreau.
Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ: Διήγημα του Έρμαν Έσσε (γραμμένο μεταξύ 1919-1920), που πραγματεύεται την πτώση των αξιών του Δυτικού Πολιτισμού.
Η φωτογραφία: Από την πρόσφατη περιήγησή μου στα δάση της Αρκαδίας με αδερφούς και φίλους. Αφορμή, η γιορτή του Χειμώνα στο χωριό Αλωνίσταινα, το πρώτο Σαββατοκύριακο του Δεκεμβρίου.
Η μεταφυσική απορία: ET IN ARCADIA EGO. Στιγμές περισυλλογής στο Ασκληπιείο της αρχαίας Γόρτυνας, δίπλα στον ποταμό Λούσιο.
Ο Πλούταρχος κάποτε «...ἤκουσεν, ὅτι ὁ μέγας Πὰν τέθνηκεν».

10/12/12

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Όλες οι συστημικές αναλύσεις που πραγματεύονται τα αίτια της κατάρρευσης της χώρας μας παραλείπουν για ευνόητους λόγους να αναφέρουν μια ξεκάθαρη αλήθεια: η χώρα χρεωκόπησε υπό την διακυβέρνηση ενός συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος που λέγεται Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Μέσα στα πλαίσια αυτής της δημοκρατίας, προηγήθηκε της οικονομικής χρεωκοπίας, η πολιτιστική, ηθική και πολιτική χρεωκοπία του ελληνικού λαού.

Βεβαίως, η μαζική Δημοκρατία είναι σήμερα το μόνο καθολικά αποδεκτό σύστημα στον δυτικό κόσμο. Τεχνητά συμβατή με την εντροπία, αναπαράγει εύκολα τον εαυτό της επιβάλλοντας την ισότητα ενάντια στην ελευθερία.
Όμως στην πραγματικότητα οι απλοί πολίτες δεν είναι ικανοί να λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις ούτε για τον εαυτό τους, ούτε για την ευρύτερη κοινωνία. Οι περισσότεροι όχι μόνον δεν είναι προικισμένοι γι’ αυτό από τη φύση αλλά επίσης στα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια δεν εκπαιδεύονται με τον σωστό τρόπο, ενώ και αργότερα ως ενήλικες αποπροσανατολίζονται μεθοδικά απο τα κατευθυνόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Το αποτέλεσμα είναι, μέσω της δημοκρατίας, η απόλυτη και αφανής κυριαρχία μιας διεθνούς πλουτοκρατίας.
 
 
Καθώς το σύστημα δεν έχει καμία σχέση με τις μεγάλες ιδέες, τον ηρωισμό ή την αγιότητα, στηρίζεται αναγκαστικά στα πρότυπα της υλικής ευμάρειας που μπορεί να παρέχει: στα γεμάτα καρότσια των σούπερμάρκετ, στα γεμάτα κέντρα διασκέδασης, στα γεμάτα πορτοφόλια των άπληστων καταναλωτών. Όταν λόγω αποτυχημένης διαχείρισης η ευμάρεια χαθεί - όπως συνέβει στην περίπτωση της χώρας μας - τότε το σύστημα αποσταθεροποιείται και ενίοτε αποκαλύπτει τη δομή του.

Στην Ελλάδα δεν απέτυχε μόνον η άρχουσα τάξη, οι εφοπλιστές, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι τραπεζίτες, οι κομματάρχες, οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι... Απέτυχε επίσης ο βασικός κορμός της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας που αποτελείται από μικροϊδιοκτήτες μικροαστούς, διαβρωμένους από τον άκρατο καταναλωτισμό. Πλούσιοι και φτωχοί, ατομικιστές που κανένας δεν είναι πρόθυμος να υπηρετήσει την εθνική ανάγκη ενάντια στο προσωπικό του συμφέρον, διακρίνονται όλοι τους από τα απεχθή χαρακτηριστικά της άγνοιας των αγραμμάτων και της έπαρσης των ημιμαθών.

Το πολιτικοοικονομικό σύστημα καταρρέει αλλά το έθνος θα διασωθεί ακόμη κι αν απαιτηθούν σκληροί και βίαιοι τρόποι. Ας μην ξεχνούμε πως στη μυθολογία η Βία είναι αδερφή του Κράτους και μάχεται μαζί του στο πλευρό των Θεών, κατά του χάους και της αναρχίας. Ενάντια στην αταξία, την ισοπέδωση, την σύγχιση πρέπει να προτάξουμε την πίστη, την ιεραρχία, τον σταθερό προσανατολισμό. Γιατί αυτό που σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι η επανιεράρχηση των αξιών και η επιστροφή στις βασικές έννοιες: τον πατριωτισμό, την παιδεία, την συναίσθηση ευθύνης, την τάξη, τον στοχασμό.
 
Αξιολογώντας την υπάρχουσα κατάσταση με την ψυχρή ματιά ενός «εξωτερικού» παρατηρητή, πιστεύω πως η επερχόμενη φτώχια της χρεωκοπίας δεν πρόκειται να βλάψει την φυλετική ψυχή των Ελλήνων. Αντιθέτως, ίσως να την αφυπνίσει καθώς θα σημάνει το ταιριαστό τέλος μιας άθλιας εποχής.
 
 

 
Η φωτογραφία: Through the Subway. Πόστερ της κλασικής ταινίας βίας Το Κουρδιστό Πορτοκάλι, του αμερικανού σκηνοθέτη Stanley Kubrick (A Clockwork Orange, 1971).

3/11/12

THE ANTI-LIFE EQUATION

«Να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι χρήμα. Όποιος μπορεί να κερδίσει με τη δουλειά του δέκα σελίνια την ημέρα κι αντί γι’ αυτό πάει περίπατο ή κάθεται άπραγος τη μισή μέρα, έστω κι αν δεν ξοδεύει παρά πέντε πένες κατά τη διασκέδαση ή την τεμπελιά του, ας μη νομίζει πως αυτά είναι τα μόνα του έξοδα. Στην πραγματικότητα ξόδεψε ή μάλλον πέταξε, πέντε σελίνια.
»Να θυμάσαι πως τα λεφτά έχουν γόνιμες, αναγεννητικές ιδιότητες. Τα λεφτά γεννούν λεφτά, κι αυτά πάλι καινούργια λεφτά και πάει λέγοντας.
»Όποιος χάνει πέντε σελίνια δεν χάνει μόνον αυτό το ποσό, αλλά και όλα τα οφέλη που θα μπορούσε να του αποφέρει με την ανακύκλησή του στις συναλλαγές και που, ώσπου να γεράσει ένας νέος άνθρωπος, θα μεταφράζονταν σε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό».

Ο χρόνος και το χρήμα... Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος καταγράφει με θρησκευτικό ζήλο τον «ιερό» λόγο, που στην Αμερική των πρώτων αποίκων εκπορεύεται από το Πνεύμα του Καπιταλισμού. Διαβάζοντας με αποστροφή τις παραπάνω αντιλήψεις, σκέφτομαι ως αντίδραση αυτόματα τους Ινδιάνους. Μακρυμάλληδες πολεμιστές να καλπάζουν πάνω σε άγρια άλογα μέσα στα παρθένα δάση σε αντιδιαστολή προς τους σκυθρωπούς πουριτανούς να μετρούν με προσήλωση τα σελίνια τους. Η προτίμησή μου για τους αλλόφυλους ιθαγενείς της Βόρειας Αμερικής φαίνεται ίσως παράτερη, όμως οι Ινδιάνοι αντιπροσωπεύουν στη σκέψη μου την χαμένη ζωτικότητα της δικής μας φυλής.

Η σύγχρονη Δύση καταδυναστεύεται από μια ορθολογική θρησκεία του χρήματος που έχει θέσει στην υπηρεσία της οικονομικής δραστηριότητας όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του πολιτισμού. Οι επιστήμες, η διανόηση, το πολίτευμα, η κρατική διοίκηση, το νομικό σύστημα, η εκπαίδευση, ο στρατός, η τέχνη, όλα είναι υποταγμένα στο σύστημα των σχέσεων της αγοράς, στην κερδοθηρία και τον ωφελιμισμό. Η μεγιστοποίηση του κέρδους μέσω της τοκογλυφικής διαχείρισης του χρήματος και η εντατική αξιοποίηση του χρόνου μέσω της καθολικής οργάνωσης της εργασίας έχουν διαβρώσει την ανθρωπότητα. Το χρήμα και η επαγγελματική καταξίωση έγιναν απόλυτος αυτοσκοπός. Οι άνθρωποι δεν εργάζονται πλέον όσο χρειάζεται για να ζήσουν αλλά αντιθέτως ζούν για να εργάζονται.


Η τελευταία καθοριστική σύγκρουση που έκρινε την εξέλιξη του συστήματος ήταν ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος. Με πρόσχημα την απελευθέρωση των μαύρων, οι δυνάμεις του απρόσωπου χρήματος και του ψυχρού συμφέροντος κατανίκησαν και εξόντωσαν τους τελευταίους υπέρμαχους της προσωπικής αξιοπρέπειας, της ιπποτικής ηθικής και της ανέμελης χαράς της ζωής. Έχει μεγάλο σημειολογικό ενδιαφέρον πως οι Ινδιάνοι πολέμησαν στο πλευρό των ηττημένων.
Οι φανατικοί, θρησκόληπτοι και άπληστοι έμποροι, βιομήχανοι και τραπεζίτες του Βορρά επέβαλαν την οικονομική ανισότητα που εκπροσωπούσαν ενάντια στην λευκή, ρατσιστική αλληλεγγύη των αριστοκρατών τυχοδιωκτών του Νότου. Τελικά, οι νέγροι των φυτειών απελευθερώθηκαν και γίναμε όλοι μας σκλάβοι της μισθωτής εργασίας...

Στον Αρχαίο κόσμο αλλά και στον Μεσαίωνα και στον κόσμο της Αναγέννησης, αυτό το παράλογο, σύγχρονο είδος ζωής θα αντιμετωπιζόταν ως ύβρις κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Οι αρχαίοι Έλληνες, οι γεννήτορες που έθεσαν τα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού, τιμούσαν πάνω απ’ όλα τη δόξα και τον ελεύθερο χρόνο. Γιατί η δόξα προσέφερε έναν τιμημένο θάνατο ενώ ο ελεύθερος χρόνος επέτρεπε σωματική άσκηση και πνευματική καλλιέργεια, άρα μια γεμάτη και αξιόλογη ζωή. Ο ελεύθερος χρόνος, η αργία λόγω μη βιοποριστικής εργασίας, αποδιδόταν με τη λέξη Σχολή. Η Σχολή ήταν για τους Έλληνες έννοια πρωτογενής. Δευτερογενής ήταν η α-σχολία, η απουσία ελεύθερου χρόνου, η υποχρέωση δουλειάς (και δουλείας). Αργότερα η Σχολή πήρε τη σημασία της φιλοσοφικής σπουδής και στα ελληνιστικά χρόνια η λέξη σήμαινε και το σπουδαστήριο, το ίδρυμα που παρείχε την εκπαίδευση στα έργα του πνεύματος.

Δυστυχώς εμείς γεννηθήκαμε σε μια άθλια εποχή πρακτικοποίησης της ζωής, αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής επικράτησης του προτεσταντικού καπιταλισμού. Είμαστε αναγκασμένοι να ασκούμε κάποιο επάγγελμα σαν σκλάβοι της εξειδικευμένης εργασίας και του εργασιακού καθήκοντος και επιπλέον μας επιτηρούν ηθικολόγοι της παραγωγικότητας, προδότες του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού και της φαουστικής οικουμενικότητας των προγόνων μας.
Μολαταύτα, ως ελεύθεροι στοχαστές και ως εν δυνάμει πολιτικοί στρατιώτες δεν θα πάψουμε να προσδοκούμε το τέλος αυτής της διεφθαρμένης κοινωνίας του χρήματος και της εξαρτημένης εργασίας. Εν καιρώ, όταν ο κύκλος θα κλείσει, κάποιοι που θα μας θυμούνται θα αναβιώσουν τις πρωτογενείς ιδέες της Δόξας και του Ελεύθερου Χρόνου. Και θα λύσουν την εξίσωση της αντιζωής...
 
«Θαρρώ, όμως, ότι πρέπει να σας αφήσω τώρα και να πάω να βρω τους Ινδιάνους προτού ξεκινήσουν οι άλλοι. Η θεία Σάλι, βλέπετε, θέλει να με υιοθετήσει και να με κάνει άνθρωπο, κι εγώ δεν το αντέχω. Μήπως τάχατες, δεν το ’χω ξαναδοκιμάσει;»

 
 
 

Η εικόνα: Furling the Flag (1872), του αμερικανού ζωγράφου Richard Norris Brooke.
Το κείμενο της εισαγωγής: Συμβουλές του Φραγκλίνου που αναφέρονται από τον γερμανό κοινωνιολόγο Max Weber στο κλασσικό του έργο, Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (1904-5).
Ο Αμερικανικός Εμφύλιος: Βόρειοι εναντίον Νοτίων, Yankees εναντίον Dixieland. Ο πόλεμος διήρκεσε τέσσερα χρόνια (1861-1865) και η έκβασή του επηρεάσε καθοριστικά όχι μόνον την αμερικανική αλλά και την παγκόσμια ιστορία.
Οι Ινδιάνοι: Το δέκατο τρίτο λευκό αστέρι στη σημαία μάχης των Νοτίων, για το Έθνος των Ινδιάνων, που οι Νότιοι εκτιμούσαν και σέβονταν. Οι Ινδιάνοι δεν έγιναν ποτέ σκλάβοι των λευκών. Τσερόκι, Κρηκς, Σεμινόλες, Τσόκτο, Τσίκασο. Όλοι τους πολέμησαν στο πλευρό της Συνομοσπονδίας εναντίον των Βορείων. Ο Τσερόκι στρατηγός Σταντ Γουέιτι θα καταθέσει τελευταίος τα όπλα των Νοτίων, στις 23 Ιουνίου 1865.
Ο επίλογος: Οι τελευταίες γραμμές του εμβληματικού μυθιστορήματος του αμερικανού συγγραφέα Mark Twain, Οι Περιπέτειες του Χακ Φιν (1883). Νομίζω πως η θεία Σάλι συμβολίζει τον σύγχρονο κόσμο...

1/10/12

ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

«Διηγούνται πως ο Filippo είχε μια τέτοια τάση για τρυφερότητες, ώστε ξόδεψε όλη του την περιουσία σε γυναίκες που του άρεσαν, προκειμένου να τις αποκτήσει. Και αν δεν τα κατάφερνε με κάποιο μέσο, τις απεικόνιζε στους πίνακές του και μιλώντας τους προσπαθούσε να κατευνάσει τη φωτιά που του άναβαν.»
 
Ο Φλωρεντινός ζωγράφος Filippo Lippi υπήρξε μοναχός του τάγματος των Καρμελιτών, προστατευόμενος των Μεδίκων, μετενσάρκωση του Masaccio, δάσκαλος του Botticelli και πατέρας του Filippino Lippi. Πέθανε στα εξήντατρία του χρόνια και λένε πως τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του. Μέγας μάστορας της ζωγραφικής και φίλος των χαρούμενων ανθρώπων, δεν ξεπέρασε ποτέ το πάθος του για τις ωραίες γυναίκες.
 
Κάποτε, ενώ δούλευε στο μοναστήρι της Αγίας Μαργαρίτας του Πράτο, ερωτεύθηκε την όμορφη μαθητευόμενη Lucrezia Buti και ζήτησε από τις μοναχές την άδεια να σχεδιάσει το πρόσωπό της ως πρότυπο για τη μορφή της Παναγίας στον κεντρικό βωμό. Όταν βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, την φυγάδευσε για να μείνει κοντά του σαν ερωμένη ενάντια στην θέληση του πατέρα της και τις επιδιώξεις των μοναχών.

 
 
Ο Filippo Lippi αποτυπώνει στην τέχνη του τον απόηχο της ερωτικής λατινικής ποίησης των άναρχων και παγανιστών κληρικών Goliardi, που ήδη στο τέλος του Μεσαίωνα αντιπαρέθεταν στην ορθόδοξη militia Christi την δική τους militia Αmoris.
Οι εργοδότες του μοναχοί βλέπουν με καχυποψία τις ζωντανές μορφές που απεικονίζει στους τοίχους των εκκλησιών τους και τον επιπλήττουν. Δεν επιθυμούν καλοφτιαγμένα τα πρόσωπα και τα σώματα, μονάχα τον ατμό από τις ψυχές:
 
«Faces, arms, legs and bodies like the true
As much as pea and pea! it’s devil’s-game!
Your business is not to catch men with show,
With homage to the perishable clay,
But lift them over it, ignore it all,
Make them forget there’s such a thing as flesh.
Your business is to paint the souls of men —
Man’s soul, and it’s a fire, smoke... no, it’s not ...
It’s vapour done up like a new-born babe —
(In that shape when you die it leaves your mouth)
It’s ... well, what matters talking, it’s the soul!
Give us no more of body than shows soul!
»
 
Μπορεί όμως ο χρωστήρας να ζωγραφίζει την ψυχή; Και είναι πρέπον να εξυμνεί τη σάρκα η ζωγραφική όταν αυτή βρίσκεται στην υπηρεσία της θρησκείας; Η απάντηση εξαρτάται από την αισθητική των πιστών και την ποιότητα της μεταφυσικής.
Η σκοτεινή μεταφυσική του χριστιανικού Μεσαίωνα υποχώρησε μόνον όταν η τέχνη και η διανόηση ανακάλυψαν ξανά το φως της κλασικής αρχαιότητας. Η αισθαντικότητα των Ελλήνων και των Ρωμαίων αναβίωσε απροκάλυπτα στην τελειοποίηση της ζωγραφικής.
 
Στον πανθεϊσμό του αρχαίου κόσμου η ψυχή συμπληρώνει την ύλη και οι Θεοί κατοικούν μέσα στη φύση. Η Χόλντα, που σε μια μόλις προγενέστερη εποχή δεν μπόρεσε να κρατήσει κοντά της τον ιππότη Τανχώυζερ στο απομονωμένο Βουνό της Αφροδίτης, τώρα καταλαμβάνει την Τοσκάνη και στους πίνακες του Lippi γίνεται Παναγία της Αναγέννησης.
Amor cuncta supercat, amor dura terebrat… μας επαναλαμβάνει η επωδός ενός γνωστού τραγουδιού των Carmina Burana. Ποιός προτιμάει την πίκρα της σοφίας από τη γλύκα του έρωτα; Ποιός την στεγνή ψυχή από την ιδρωμένη σάρκα;
 
Bis pungitur, qui nititur repugnare stimulo. Διπλά μας βασανίζουν οι παρορμήσεις που απωθούμε. Κι εμείς που κάποτε ήμασταν στρατιώτες της αυστηρής Παλλάδας, τώρα στης ποθητής Κύπρης τους φοβερούς νόμους προσχωρούμε...
 
 
 
 
Ο ζωγράφος: Fra Filippo di Tommaso Lippi (1406-1469).
Το κείμενο της εισαγωγής: Απόσπασμα από την βιογραφία του Filippo Lippi, από το κλασικό έργο με τις βιογραφίες των καλλιτεχνών της Αναγέννησης του Giorgio Vasari (1511-1574).
Ο πίνακας: Madonna Adoring the Child and Two Angels (Tempera on panel, 1465). Madonna που πρόσφατα με συγκίνησε στην πινακοθήκη Uffizi της Φλωρεντίας. Πιθανότατα προσωπογραφία της Lucrezia Buti. Ο άγγελος που κοιτάζει προς τον παρατηρητή απεικονίζει μάλλον τον μικρό Filippino Lippi.
Οι στίχοι: Απόσπασμα του δραματικού μονολόγου FRA LIPPO LIPPI από την συλλογή Men and Women (1855) του Άγγλου ποιητή Robert Browning (1812-1889).
Carmina Burana: Λαϊκή, λατινική ποίηση του Μεσαίωνα. 12ος και 13ος αιώνας. Carmina veris et amoris. Της άνοιξης και του έρωτα.

1/9/12

POLITICALLY CORRECT

Οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους διαφορετικοί μεταξύ τους. Και επειδή είναι διαφορετικοί είναι και άνισοι. Η απλή αυτή αλήθεια συσκοτίζεται από το διεθνές σύστημα εξουσίας και διαστρέφεται από τους ευσεβείς πόθους και τις ανίερες επιδιώξεις των απάτριδων οικονομιστών.

Ο δυτικός κόσμος υιοθέτησε το ισοπεδωτικό δόγμα της αναγκαστικής ισότητας μετά την επανάσταση του 1789. Από τότε η μαζική ψηφοφορία και η προτεραιότητα της οικονομίας επί της πολιτικής καθορίζουν την κοινωνική δομή των φιλελεύθερων δημοκρατιών.

Η  πλασματική έννοια της ισότητας έχει όμως θεολογική βάση. Προέρχεται από την πρωτοχριστιανική διακήρυξη πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως προς την ουσία της αληθινής τους φύσης απέναντι στον Θεό. Η κατασκευασμένη αυτή μεταφυσική δοξασία χαίρει σήμερα της απόλυτης ισχύος ενός καθολικού πολιτικού αξιώματος για το οποίο απαγορεύεται η συζήτηση, η αμφισβήτηση, η κριτική.
 

Βεβαίως, εμείς είμαστε άπιστοι και ορθολογιστές:
 
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των ανθρώπων.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των φύλων και των φυλών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των εθνών, των γλωσσών, των θρησκειών, των πολιτισμών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των δαιμόνων, των αγίων, των ηρώων, των θεών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των δικαιωμάτων, των ευθυνών, των ικανοτήτων, των επιθυμιών.
Δεν πιστεύουμε στην ισότητα των ωραίων, των έξυπνων, των δυνατών, των γενναίων, των μορφωμένων, των ευγενικών.
Δεν πιστεύουμε ούτε καν στην ισότητα των ψυχών.
 
Επειδή αποδοκιμάζουμε τις παραπάνω «πολιτικά ορθές» ισότητες που παραβλέπουν την προφανή, βιολογική και πολιτιστική διαφοροποίηση...
Γι αυτό αρνούμαστε την μόνη επίσημα αποδεκτή από τον σύγχρονο κόσμο ανισότητα: την τεχνητή οικονομική διάκριση των πλούσιων και των φτωχών...




Οι εικόνες: Του BROM, από το εικονογραφημένο μυθιστόρημα THE PLUCKER (2005).
Ιεράρχηση των αξιών: Διαφοροποίηση, αξιοκρατία, Ηρωϊκή Αριστοκρατία.

1/8/12

DELIVERANCE

Boby: «There is somethin’ in the woods and the water that we have lost in the city».
Lewis: «We didn’t lose it, just sold it».


Τέσσερις άνδρες αναζητώντας τη χαρά της άγριας φύσης μακρυά από την καθημερινότητα της πόλης, εισβάλλουν με θράσος σε ένα παρθένο τοπίο που αποτελεί γι’ αυτούς προορισμό ιδανικό αλλά και ξένο. Διαφορετικοί χαρακτήρες και εκπροσωπώντας ανόμοιες αντιλήψεις για την ζωή και τον κόσμο, θα δοκιμάσουν στην πράξη τις ικανότητες και τις ιδέες τους σε ένα ποτάμι που είναι... just about the last wild, untamed, unpolluted, unfucked-up river in the South.


Ο σκηνοθέτης John Boorman αποτυπώνει με εξαιρετικό τρόπο στην ταινία Deliverance την προβληματική αναβάπτιση του ανδρισμού μας στις στοιχειακές δυνάμεις της φύσης και το κόστος της κατάκτησης μιας διευρυμένης συνειδητότητας. Γνωστός κυρίως από το εμβληματικό Excalibur του 1981, που έθεσε αξεπέραστα αισθητικά πρότυπα στην αναζήτηση του Δισκοπότηρου, ο Boorman προσβλέπει ως δημιουργός πάντα στην εύρεση της αλήθειας εξερευνώντας στα έργα του βασικά θέματα του δυτικού πολιτισμού για την αυτογνωσία και την διαλεκτική σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Στα λιτά πλάνα του Deliverance η θεματολογία του καθίσταται διάφανη όταν ήδη γνωρίζεις τις βασικές παραδοχές.

Η πρώτη διαπίστωση είναι διακριτική: η τεχνική πρόοδος καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον αλλά οι άνθρωποι των πόλεων δεν παύουν να το νοσταλγούν. Το ποτάμι πρόκειται να χαθεί καθώς η κατασκευή ενός υδροηλεκτρικού φράγματος θα μετατρέψει το δάσος σε λίμνη.
Η δεύτερη διαπίστωση είναι προφανής: η ανημέρωτη φύση είναι αξιοθαύμαστη και ιερή αλλά παραμένει επικίνδυνος τόπος επιβίωσης και διαμονής. Εκεί που σταματούν η καλλιεργήσιμη γη και τα βοσκοτόπια, τελειώνει ο πολιτισμένος κόσμος και αρχίζει το βουνό και το δάσος.
Η τρίτη διαπίστωση είναι αμφιλεγόμενη: στον πρωτόγονο αυτό κόσμο κατοικούν ήδη άνθρωποι με γενετικά ελαττώματα, καθυστερημένοι,  ημιάγριοι και τρομακτικοί. Οι εκφυλισμένοι ορεσίβιοι ενσαρκώνουν την φυσική αταξία και αποτελούν ένας άλλο είδος ανθρώπου που μας μοιάζει και διεκδικεί τον έλεγχο της ίδιας περιοχής. Το άγριο τοπίο μετατρέπεται αυτόματα σε πεδίο μάχης.


Η συνέχεια της αφήγησης είναι μια φιλοσοφική ενατένιση με σαφή ερωτήματα και αμφίσημες απαντήσεις που λειτουργεί ως υπόμνηση για το τέλος του πολιτισμού.
Τι είναι αυτό που μας προσδίδει ηθικό ανάστημα και αξιοπρέπεια καθώς γύρω μας εκδηλώνεται διαρκώς η πρωταρχική αταξία; Τα όρια που υπερβαίνουμε με τις πράξεις μας δίνουν νόημα στις επιλογές μας; Οι επιλογές μας μαρτυρούν τις δυνατότητες και τις αρετές μας; Εκτιμούμε τις αξίες μας σε σχέση με τις συνέπειές τους; Η ορθότητα των αξιών μας πρέπει να αποδεικνύεται στην πράξη; Τι νόημα έχουν έννοιες όπως ο νόμος και η δημοκρατία όταν κυριαρχούν τα αρχέγονα συναισθήματα; Υπάρχει κάτι ισχυρότερο από το ένστικτο της επιβίωσης όταν χάνεται η αίσθηση της ασφάλειας; Είμαστε άραγε τόσο αλλοτριωμένοι ώστε να αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό;


Εκεί που σταματά ο πολιτισμός αναλογιζόμαστε ξανά τον ρόλο μας ως δρώντες που οφείλουν να ανακαλύψουν και να υπαγορεύσουν νέους κανόνες ενάντια στη βαρβαρότητα. Μέσα στην άγρια φύση που μας περιβάλλει καλούμαστε να επανεκτιμήσουμε τη δική μας ανθρώπινη φύση, να εγκαταλείψουμε τα ασφαλή όρια των κοινωνικών συμβάσεων και να αναχωρήσουμε προς αναζήτηση του βαθύτερου εαυτού μας. Η διάθεση να υποστούμε και να χρησιμοποιήσουμε βία για να προστατεύσουμε την τιμή διαμορφώνει την ατομική μας ταυτότητα. Και σαν επιβράβευση της ηθικής του πολεμιστή επιτυγχάνεται στο τέλος μια μερική συμφιλίωση με την μαύρη ουσία του κόσμου. Η κατάβαση του ποταμού ολοκληρώνεται αλλά δεν παύουν να μας στοιχειώνουν οι εφιάλτες της μνήμης.


Η οριστική απελευθέρωση είναι ζήτημα προσωπικής κάθαρσης. Όμως θα κατανοήσουμε τι πραγματικά σημαίνουν ο φόβος και το έλεος μονάχα όταν θα ξεσπάσει η βία...

Lewis: «Machines are gonna fail. And the systems gonna fail. Then…»
Ed: «And then what
Lewis: «Then survival. Who has the ability to survive. That’s the game: survive.»






Ο πρόλογος και ο επίλογος: Χαρακτηριστικές συζητήσεις των πρωταγωνιστών κατεβαίνοντας με τα κανό το ποτάμι.
Η ταινία: DELIVERANCE (1972) σε σκηνοθεσία του John Boorman. Το σενάριο είναι του James Dickey και βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του (DELIVERANCE, 1970). Πρωταγωνιστούν οι Jon Voight, Burt Reynolds, Ned Beatty και Ronny Cox.
Ελληνικός τίτλος: ΟΤΑΝ ΞΕΣΠΑΣΕ Η ΒΙΑ.
Made on location: Βόρεια Γεωργία. On the Chattooga River in the Appalachian Mountains.
Οι χαρακτήρες:
Lewis Medlock (Burt Reynolds), has real estate interests, bow-hunter
Bobby Trippe (Ned Beatty), insurance salesman
Drew Ballinger (Ronny Cox), sales supervisor, guitar player
Ed Gentry (Jon Voight), runs an art service, bow-hunter
Πολιτισμική λεπτομέρεια: Chevalier δαχτυλίδια φορούν στο μικρό δάχτυλο του δεξιού τους χεριού και οι δυο βασικοί ήρωες Lewis Medlock και Ed Gentry.
Επιμύθιο: Only the Strong Survive.