Ο ποιητής ήταν εθισμένος στο όπιο. Το ναρκωτικό ανακούφιζε τους πόνους και τα πρώτα χρόνια τον βοηθούσε να ονειρεύεται ενώ αργότερα του προκαλούσε άγριους εφιάλτες. Η ακατέργαστη ουσία των θαυμαστών ποιημάτων του πήγαζε από τις παραστάσεις αυτών των ονείρων. Η τεχνική δεινότητα και η δημιουργική του φαντασία μετέτρεπαν την μαγική ύλη των ονειρικών παραστάσεων σε υψηλή λογοτεχνική δημιουργία.
Περιπλανώμενος ιππότης μέσα στο δάσος των ψευδαισθήσεων, ψάχνοντας το παραμυθένιο βασίλειο, διασταυρώθηκα αναπόφευκτα κι εγώ με τα όνειρά του.
Το μυστικιστικό δέος που τα ποιήματα μου προκαλούσαν, την υποτιθέμενη καταγωγή της ποίησης από την μαγική παράδοση επιβεβαίωσε. Πρώτα η Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού μου έμαθε τι να περιμένω κι έπειτα ο Κούμπλα Χαν μου έδειξε το μυστικό δρόμο προς την ανύπαρκτη χώρα.
Το όνομα είχε από μόνο του μιά μουσική ποιότητα που με γοήτευε πριν ακόμη την ανάγνωση του ποιήματος. Κι αν οι μεγάλοι ρομαντικοί ποιητές της Δύσης ταξίδευαν στη μακρυνή Ανατολή, εγώ αντίθετα τον μύθο έψαχνα στους ομιχλότοπους της Δύσης. Ο μαγεμένος Αλφ κυλούσε στα νησιά των Κελτών κι ο Κούμπλα Χαν ήταν γιά μένα βασιλιάς των Τουάθα ντε Ντανάαν.
Ακολουθώντας το ιερό ποτάμι Αλφ, πριν χρόνια στο παλάτι βρέθηκα του Νουάντα με το ασημένιο χέρι. Η ηχώ της μουσικής των ξωτικών με συνεπήρε στα έγκατα των ιερών λόφων. Στο περιστρεφόμενο κάστρο της Αρίανρχοντ, στο καθαρτήριο της Λευκής Θεάς της ζωής και του θανάτου περίμενα την αναγέννηση. Προσδοκούσα μυστική θέαση της φύσης στα επικίνδυνα σύνορα των φανταστικών κόσμων, μακρυά από τον πλασματικο κόσμο της συνήθειας και της συμβατικής πραγματικότητας.
Ο ΚΟΥΜΠΛΑ ΧΑΝ
Ο Κούμπλα Χαν στο Ξαναδού είχε κάμει
παλάτι αρχοντικό και του έρωτα φωλιές,
εκεί που ο Αλφ κυλούσε, το ιερό ποτάμι
μέσ’ από θεόρατες σπηλιές
σε ανήλιες κάτω ακρογιαλιές.
Δυό φορές πέντε μίλια γης παχιά
ζωσμένη ήταν με πύργους και τοιχιά
και μέσα ρυάκια φιδωτά σε κήπους λαμπιρίζαν,
όπου μυριστικών δεντρών μεθούσ’ η ανθοβολή·
και μέσα λόγγοι εδώ κ’ εκεί στον ήλιο πρασινίζαν,
σαν τα βουνά, τόσο παλιοί.
Μα ω! η ρομαντική χαράδρα, η βουλιαγμένη
κάτω απ’ των κέδρων τη σκεπή, στην πράσινη πλαγιά!
τι αγριοτοπιά ! ιερή και μαγεμένη,
λες κ’ είναι από γυναίκας θρήνο στοιχειωμένη,
που κλαίει γι’ αγάπη ξωτικού σε χασοφεγγαριά!
Κι απ’ τη χαράδρα με άπαυτην αντάρα χοχλακώντας,
σαν η ίδια η γης να ξεφυσά με κόπο αγκομαχώντας,
μεγάλη ανάβρα ορμητικά τινάζει τα νερά της·
και στο ανεβοκατεβαστό γοργό ξεπέταμά της
πελώρια βράχια αναπηδούν, στην πλάκα όπως χαλάζι,
ή όπως διράβδι τα σπειριά στο άχυρο αναταράζει:
και μες στο χοροπήδημα των κοτρωνιών, ολοένα
ξεχύνει ξάφνου ο ποταμός με ορμή νερά αφρισμένα.
Όλο μαιάντρους το ιερό ποτάμι πέντε μίλια
σε λόγγους και σε λαγκαδιές κλωθοκυλά,
στα θεόρατα έφτανε από κεί τα σπήλια
και με βροντή βούλιαζε πια σε πέλαγα σιωπηλά:
Και στη βροντή του ο Κούμπλας γρίκαε μακρινές
προγονικές και πολεμόχαρες φωνές
Ο ίσκιος τού παλατιού ως αλάργα
στα κύματα έπλεχε, κ’ εκεί
απ’ τις σπηλιές κι’ απ’ την ανάβρα
σμιχτή γρικιόταν μουσική.
Μαστοριάς σπάνιας ήταν θάμα,
λιοπάλατο και κρουσταλλοσπηλιές αντάμα!
Μιά αρχοντοπούλα με τη λύρα
στ’ όνειρό μου είδα μιά φορά !
της Αβησσύνιας ήταν κόρη
κι έψελνε της Αβόρας τα όρη,
κρούοντας τα τέλια τ’αργυρά.
Να ξανακούσω μέσα μου αν μπορούσα
και τη φωνή και το σκοπό,
απ’ αναγάλια τόσο θα σκιρτούσα,
που με πλατύν αχό και χαρωπό
θά ’σταινα το παλάτι στον αέρα,
λιοπάλατο και κρουσταλλοσπηλιές!
κι όσοι γρικούσαν, θα τα βλέπαν εδωπέρα
κι όλοι θα κράζαν: Κάντε πέρα! πέρα!
τα μάτια του πετούν φωτιές
κ’ η κόμη του είν’ ανεμιστή!
Ζώστε τον τρίδιπλα μπρος πίσω
και κλείστε μ’ ιερό δέος τα μάτια ευτύς,
τι αυτός το μάννα έχει γευτεί
κι έπινε γάλα παραδείσιο.

Κάθε φορά που με απόγνωση σκέφτομαι τις μάταιες απαιτήσεις και το αδιέξοδο των ευθυνών, μιά νοσηρή νοσταλγία με κυριεύει γιά την μακρυνή κοιλάδα των θαυμάτων και του πεπρωμένου.
Ακολουθώντας το ιερό ποτάμι Αλφ κάποτε στους πύργους θα ξαναβρεθώ του Ξαναντού. Εκεί στο γύαλινο Κάιρ Αρίανρχοντ, στον αστερισμό Corona Borealis, θα συναντήσω την αρχοντοπούλα με τη λύρα, που εξουσιάζει τους ποιητές. Από τη δέσποινα, πρώτα συγχώρεση θα ζητήσω κι έπειτα λήθη και πόθους σαρκικούς.
Λαγνεία κι όχι αγάπη θ’ απαιτήσω,
ακόμη και τον ήλιο θ’ αρνηθώ
και μέσα στη νύχτα της ψυχής,
προσμένοντας θα ονειρευτώ.