1/9/11

SWORD & SORCERY


«If we two took the same path, surely one of us would have to slay the other, one fine day»

Σταράτα λόγια, λόγια που δεν λέγονται αψήφιστα, ιδίως όταν αυτοί που τα μοιράζονται είναι οι δυο διασημότεροι ήρωες των ιστοριών Μαγείας και Ξίφους.


Το πρωτόλειο του Έλρικ στα αμερικάνικα κόμικς δεν μπορούσε παρά να είναι επεισοδιακό. Ο τετρακοσιοστός εικοστός όγδοος Μάγος-Αυτοκράτορας του Μελνιμπονέ εμφανίστηκε μέσα σε μιά λάμψη εκτυφλωτικού φωτός στο δεύτερο καρέ της ενδέκατης σελίδας, του δέκατου τέταρτου τεύχους, του εμβληματικού κόμικ της δεκαετίας του ’70, Conan the Barbarian.

Το Conan the Barbarian διένυε την πρώτη του εκδοτική περίοδο. Τα ουδέτερα σενάρια του Roy Thomas είχαν επιτρέψει την σταδιακή ιδιοποίηση του Κιμμέριου από τον Barry Windsor-Smith και τον ρομαντικό εξευγενισμό του με ένα τρόπο που ο ίδιος ο Robert Howard δύσκολα θα επιδοκίμαζε.
Ο Κόναν είχε ήδη το δικό του κοινό και μια σκηνική παρουσία που πλέον αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα βαρβαρικά εξώφυλλα του Frazetta και στην Προραφαηλίτικη κληρονομιά του Smith. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με τον Έλρικ.
Δημιουργός της αρχικής εικόνας του καταραμένου Μελνιμπόνιου ήταν ο Jim Cawthorn, ο σημαντικότερος συνεργάτης του Michael Moorcock. Όμως αν και η πρώτη εικονογραφημένη εκδοχή του είχε παρουσιαστεί σε ένα στριπ του Philippe Druillet στο άσημο, γαλλικό περιοδικό, Moi Aussi ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο αλμπίνος δεν είχε βρεί ακόμη τον ιδανικό του ιμπρεσάριο στην ένατη τέχνη.

Η έκτακτη σύμπραξη των δύο πρωταθλητών οφείλεται στον σεναριογράφο Roy Thomas, ο οποίος ζήτησε από τον Moorcock την ευγενική παρέμβαση του ασπρομάλλη ήρωά του στις περιπέτειες του Κιμμέριου.
Ο Βρετανός συγγραφέας ανταποκρίθηκε, στέλνοντας με τη βοήθεια του Cawthorn, μια ιστορία αρκετά μεγάλη για να δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες. Στην πλοκή της μετέφερε την κοσμική σύγκρουση των Αρχόντων του Νόμου και του Χάους από το αχανές Πολυσύμπαν στους αγριότοπους της Υβοριανής εποχής.

Ωστόσο, τo σενάριο των Moorcock και Cawthorn σε προσαρμογή του Thomas ήταν μάλλον συμβατικό και το εικαστικό μέρος, αν εξαιρέσουμε κάποια εντυπωσιακά καρέ, από τις πιo μέτριες δουλειές του Barry Smith. Ο νεαρός, επίσης Βρετανός καλλιτέχνης, προσπάθησε ευσυνείδητα να σχεδιάσει συνδυαστικά τους δυο αντίθετους χαρακτήρες, όμως  το τελικό αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Αυτό συνέβει εν μέρει γιατί ο Smith αντί να πειραματιστεί στο δικό του ύφος, στήριξε την απεικόνιση του Έλρικ στα εξώφυλλα του Jack Gaughan της πρώτης αμερικανικής έκδοσης των βιβλίων Stormbringer και The Stealer Of Souls που αδικούσαν τον αλμπίνο. Και είναι ίσως ειρωνία της τύχης πως αν και το όνομά του συνδέθηκε με τον Κιμμέριο, ο ίδιος συμμεριζόταν λόγω ιδιοσυγκρασίας περισσότερο τον αγωνιώδη σκεπτικισμό του Έλρικ.

Εν τούτοις, τα δύο τεύχη αποτελούν σημαντικό γεγονός στα χρονικά της fantasy παραφιλολογίας για τους εξής λόγους:
Κατ’ αρχήν, αυτή είναι η μοναδική φορά που ο Κιμμέριος συναντά τον Μελνιμπόνιο στα ίδια τοπία της φανταστικής λογοτεχνίας. Και παρά τις ατέλειες για τις οποίες μεμψιμοιρούμε, η συνάντηση έγινε υπό την επίβλεψη σπουδαίων δημιουργών.
Έπειτα, κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας ο Barry Smith ανακοίνωσε στη Μάρβελ την πρόθεσή του να εγκαταλείψει το Conan the Barbarian. Απαυδησμένος από τους δεσμευτικούς περιορισμούς της βιομηχανίας των κόμικς, εκτονώνει συμβολικά τη δυσαρέσκειά του υιοθετώντας την πανταχού παρούσα στην αφήγηση, απέχθεια του Κόναν για τους μάγους και τη μαγγανεία. Και ο δισέλιδος επίλογος του δεύτερου τεύχους μοιάζει όχι μόνον σχεδιασμένος αλλά και γραμμένος από τον ίδιο, ως μια τελευταία εξομολόγηση προς τους θιασώτες και θαυμαστές του.

Ο Smith θα επέστρεφε λίγο αργότερα για να ολοκληρώσει τον κύκλο του με μερικές ακόμη, εξαιρετικές ιστορίες, όμως αυτή ήταν η αποφασιστική καμπή στην καριέρα του πριν αποχωρήσει οριστικά.


Όσοι είναι μυημένοι στα σπαθιά και τη μαγεία, χαίρονται το αίμα και τη σφαγή με την ίδια προδιάθεση που απολαμβάνουν τις αλληγορίες και τα σύμβολα. Και μέσα στη γιορτή οφείλουν να μπορούν να διακρίνουν την κατάλληλη στιγμή που πρέπει να σηκώσουν το ποτήρι σε μια τελευταία πρόποση. Για την τέχνη και τη φαντασία, για το παρελθόν και το μέλλον.

Στο τελευταίο, ολοσέλιδο καρέ και αφού υπογράψει στο πλακόστρωτο, ο Conan Windsor-Smith, έφιππος κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό στρέφει το βλέμμα προς τους αναγνώστες και με τον τρόπο του, τους αποχαιρετά:

«I’ll drink a toast, to both the living and the dead… …in the first tavern I find. ...Farewell»





Η αφορμή για το κείμενο: Η χρονική σύμπτωση του πρόσφατου κόμικ του Έλρικ (The Balance Lost, free comic book day edition Νo 0 / Μάιος 2011 και Νo 1 / Ιούλιος 2011) με την κινηματογραφική επιστροφή του Κιμμέριου.
Oι εικόνες: Το τελευταίο καρέ της 13ης σελίδας του τεύχους 14, τα εξώφυλλα των δυο τευχών και η περίφημη, τελευταία σελίδα του τεύχους 15.
Τα τεύχη: Conan the Barbarian Νο 14 (A SWORD CALLED STORMBRINGER!) και Νο 15 (THE GREEN EMPRESS OF MELNIBONE). Κυκλοφόρησαν αντίστοιχα τον Μάρτιο και τον Μάιο του 1972.
Η φράση της εισαγωγής: Την αρθρώνει ο Έλρικ, στο δεύτερο καρέ της δέκατης όγδοης σελίδας του τεύχους 15.
The Riddle of Steel: Ενδελεχή σύγκριση των δυο χαρακτήρων επιχείρησα πριν πολλά χρόνια, στο δέκατο τεύχος της WFotS, τον Μάρτιο του 1993 (MH/HM Νo 98).


9/8/11

ΤΟ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ

Το σκουλαρίκι ήταν χρυσό, ψεύτικο αλλά εντυπωσιακό. Έμοιαζε με τεχνούργημα των Αζτέκων, με επινώτιο των κουρσάρων της Καραϊβικής, ίσως και με τα κρεμαστά περπενδούλια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας στο περίφημο, βυζαντινό ψηφιδωτό της Ραβέννας. Κουμπωτό στο αυτί, συναπαρτιζόταν από τρία ξεχωριστά κομμάτια με συνολικό μήκος περίπου ένα δάχτυλο. Σχεδόν ακουμπούσε στον ώμο μου και λαμποκοπούσε σαν αληθινό κόσμημα.

Το σκουλαρίκι αποτελούσε για κάμποσα χρόνια αναπόσπαστο μέρος του «πολεμικού» μου εξοπλισμού στα φανταστικά πεδία μάχης μιάς παρατεταμένης εφηβείας. Από τα αμφιθέατρα του Πολυτεχνείου στην υπόγεια Βικτώρια το χειμώνα κι από εκεί στα ροκάδικα στέκια της Ίου τα καλοκαίρια. Ο ρόλος του ήταν συγκεκριμένος αν και υπαινικτικός: σηματοδοτούσε την αντισυμβατική αισθητική μου και πρόδιδε την ανατρεπτική μου διάθεση.


Η κοπέλα μου με κοιτούσε περίεργα κι ο πατέρας μου μου απαγόρευε να τον πλησιάζω σε ανοιχτούς χώρους κοινωνικής συναναστροφής. Τα μακρυά μαλλιά, τα μαύρα δερμάτινα, τα σκισμένα τζιν, τα καρφιά και οι αλυσίδες, όλα ήταν για τον κοινωνικό περίγυρο ανάρμοστα και απρεπή, αλλά κανένα τόσο εξωφρενικό και προκλητικό όσο εκείνο το σκουλαρίκι.

Το ξαναβρήκα πρόσφατα ψάχνοντας σε μια κούτα, μαζί με κονκάρδες, διακοσμητικά καρφιά, ραφτά σήματα κι άλλα τοτεμικά σύμβολα της βαρυμεταλλικής δεκαετίας του ’80. Φορτισμένο αντικείμενο έχει διαφυλάξει μέσα του κάτι από το πνεύμα της εποχής.

Τα χρόνια πέρασαν, τη χαίτη αντικατέστησε η φαλάκρα και τη βαρβαρική εμφάνιση ο καθωσπρεπισμός ενός τυπικού σαρανταπεντάρη. Σήμερα, εξακολουθώ τα καλοκαίρια να φορώ έναν μικρό, πειρατικό κρίκο, μακρινό συγγενή εκείνου του σκουλαρικιού.
Κι όταν κάποιες «συνειδητοποιημένες» φίλες της τελευταίας περιόδου, με πειράζουν γιατί δεν βλέπουν «αυθεντική» τρύπα στο αυτί, χαμογελώ συγκαταβατικά δίχως να τις ειρωνευτώ. Δείχνω ευπροσήγορος και καταδεχτικός κι ακούω τις ανούσιες απόψεις τους με προσποιητό ενδιαφέρον. Καθώς οι μύχιες σκέψεις μου πλανώνται ανάμεσα στα πόδια τους, αναρωτιέμαι καμμιά φορά αν πρέπει να τους αναφέρω για το χρυσό μου σκουλαρίκι, το κίβδηλο, το αυθεντικό...

Όμως γρήγορα αλλάζω γνώμη... Οι ιδιωτικοί μας μύθοι είναι συχνά δυσνόητοι και αινιγματικοί, ιδίως αν δεν έχεις ζήσει την εποχή τους. Και δεν μπορείς να τους μοιραστείς με άμοιρους και αδαείς.
Άλλωστε τα πράγματα που μας αφορούν πολύ προσωπικά δεν πρέπει να μας δεσμεύουν στο παρελθόν. Αντιθέτως, οφείλουν να μας θυμίζουν πως πάντα υπάρχει διέξοδος στο μέλλον.





Η φωτογραφία: David Coverdale. Αρχηγός, τραγουδιστής και στιχουργός των Whitesnake. Το μεγάλο μου ίνδαλμα εκείνης της εποχής. Εμβληματική μορφή της δεκαετίας του ’80. Αρχετυπικός φαλλοκράτης και μέγας ηθικοδιδάσκαλος στις ερωτικές σχέσεις των δύο φύλων.


11/7/11

ΗΡΩΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ

«Άχ, άνθρωποι, στην πέτρα κοιμάται για μένα ένα άγαλμα, το άγαλμα των αγαλμάτων μου! Άχ, γιατί να κοιμάται στην πιο σκληρή, στην πιό άσκημη πέτρα!
Τώρα το σφυρί μου χτυπά μανιακά και φριχτά πάνω στη φυλακή μου. Κομμάτια γίνεται η πέτρα, μα τι μ’ ενδιαφέρει ;
Θέλω να το αποτελειώσω: γιατί μ’ επισκέφτηκε ένας ίσκιος – το πιό σιωπηλό και το πιό ελαφρό πράμα μ’ επισκέφτηκε, κάποτε!
Η ομορφιά του υπεράνθρωπου μ’ επισκέφτηκε, σα σκιά. Άχ αδελφοί μου! Τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα πιά οι Θεοί! –
Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα.»

Ο νιτσεϊκός Ζαρατούστρα μας διδάσκει πως μόνοι μας πρέπει να δημιουργήσουμε τον ιδανικό ανθρώπινο τύπο: τον ημίθεο ήρωα που θα μας ξεπεράσει και τελικά θα μας διαδεχθεί στην κυριαρχία του Κόσμου. Ο υπεράνθρωπος ως το υπέρτατο έργο τέχνης περιμένει την αφύπνισή του μέσα στον πυρήνα της φυλής μας, σαν δυνατότητα αλλά και σαν υποχρέωση. Η αποκάλυψή του, με τον τρόπο που ο γλύπτης ελευθερώνει το άγαλμα από την άμορφη πέτρα, θα πρέπει να είναι το κορυφαίο έργο της θέλησής μας.


Στην βάση της σκέψης μου επικαλούμαι ένα αποσιωπημένο κεφάλαιο πολιτικής ιδεολογίας. Οι Σπαρτιάτες εφάρμοσαν στην πράξη ως πολίτευμα ένα είδος ηρωϊκής αριστοκρατίας πολύ πριν ο Πλάτωνας επεξεργαστεί στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τους Φύλακες και την ιδανική Πολιτεία. Επέβαλαν ένα απόλυτο ιδεώδες σμιλεύοντας σαν μάρμαρο την ζωή τους και αρνήθηκαν να προσαρμοστούν στην αλλαγή των περιστάσεων επιλέγοντας τον χαμό.

Οι πορφυροί μανδύες και ο δωρικός ρυθμός των Σπαρτιατών είναι μια βαρυσήμαντη κληρονομιά ηρωικής ποιότητας και αισθητικής άποψης που λειτουργεί ως αφετηρία. Η συνέχεια είναι ένας μακρύς δρόμος που διασχίζει την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, περνάει από την Αναγέννηση και καταλήγει στον Βυρωνικό ήρωα, στους δανδήδες του Μπωντλαίρ και στον μιλιταριστικό αισθητισμό του Ντ' Αννούντσιο.

Θα υποκύψω στον πειρασμό να εκφράσω τις απόψεις μου με αφορισμούς ιδεολογικής διακήρυξης: Στον αρχετυπικό κόσμο της ιδεατής Ηρωικής Αριστοκρατίας λατρεύω τον συγκερασμό του αισθητικού και του ηρωϊκού ιδεώδους, το πρότυπο μιας κοινότητας αισθητιστών πολεμιστών που την καθορίζει η πατριαρχική ηθική, η σκληροτράχηλη ανδροπρέπεια και ταυτόχρονα η διανόηση, η αισθαντικότητα και η αναζήτηση της ομορφιάς. Αποζητώ ένα σύστημα αξιών που θα μας επιτρέπει να ζήσουμε στοχαστικοί κι ανέμελοι μέσα στην ψυχρή διαύγεια της τέχνης και να πεθάνουμε κάποτε ως αδιάφθοροι πρωταγωνιστές κάποιας ωραίας, πολεμικής σκηνής.

Μια ειδική πνευματική καλλιέργεια που εξαίρει την μορφή και το κάλλος είναι βεβαίως το επιστέγασμα μιας μαθήτευσης στα έργα του πολιτισμού. Αλλά αυτή πρέπει να επιτευχθεί δίχως να καταστραφεί το βασικό, ζωϊκό στοιχείο. Στην πορεία προς την κατάκτηση της πρότυπης μορφής, η ευγένεια πρέπει να προστεθεί στην «βαρβαρότητα», όχι να την ευνουχίσει. Ο διανοούμενος πολεμιστής οφείλει να παραμένει κύριος των στοιχειακών ορμών, της πρωτόγονης δύναμης και της θέλησης επιβολής όσο και ονειροπόλος, λόγιος και στοχαστής.
Ο επαναπροσδιορισμένος Ευγενής Βάρβαρος, ο προικισμένος με καλλιτεχνική αίσθηση των γραμμάτων και των τεχνών, είναι ο μόνος επιδεκτικός, ενδιάμεσος κρίκος προς το φωτεινό μέλλον. Μόνον αυτός θα μπορέσει στο μυστικιστικό φως κάποιου δειλινού να συναντήσει τον επερχόμενο Υπεράνθρωπο.

Κάτω από τη σημαία του Ήλιου, εμείς παραμένουμε αμετανόητοι πολέμιοι της εντροπίας ακόμη και μετά το Λυκόφως των Θεών. Κι αν η άθλια εποχή μας, μας αρνηθεί οριστικά την προσφορά της νεότητας στη μάχη, θα επελάσουμε σίγουρα ως γέροντες Δονκιχώτες στο τέλος των ημερών. Στην άκρη του κόσμου θα υποδεχτούμε τους μύστες του υπερανθρώπου για να προετοιμάσουμε μαζί το μανιφέστο της μεταλλαγμένης ανθρωπότητας.

Βεβαίως έχω πλήρη επίγνωση της χιμαιρικής μου ιδεοληψίας. Ο ευγενής βάρβαρος είναι πλασμένος από τις προσδοκίες των φιλοσόφων και τις αποκαλύψεις των ποιητών. Κι αν ξεκίνησα το κείμενο με τα αισιόδοξα και ξεκάθαρα λόγια ενός φιλοσόφου, θα το τελειώσω αυτοσαρκαζόμενος, με τους πικρούς και αμφίσημους στίχους ενός ποιητή:

Ω λαμπρέ Απόλλωνα,
τίν’ άνδρα, τίν’ ήρωα, τίνα θεόν,
σε ποιόν άνδρα, ποιόν ήρωα, ή ποιόν θεό
τενεκεδένιο στεφάνι να φορέσω!





Opus 100: Αιρετικά κείμενα για την προώθηση των καλών τεχνών...
Η εικόνα: Προσχέδιο του B.W.S. γιά τον εμβληματικό πίνακά του THE LAST ATLANΤΕAN. Ο ρομαντικός πολεμιστής του Barry Smith παραμένει η καλύτερη σύγχρονη, εικαστική αποτύπωση του Ευγενούς Βαρβάρου.
Ο πρόλογος: Από το δεύτερο μέρος του ΕΤΣΙ ΜΙΛΗΣΕ Ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ, το ευαγγέλιο του Φρειδερίκου Νίτσε.
Ο επίλογος: Από το μεγάλο, ιδεολογικό ποίημα ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΙΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ, του Έζρα Πάουντ.

20/6/11

SPECIAL OLYMPICS: ΑΓΩΝΕΣ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

Αυτές τις μέρες γίνεται στη χώρα μας ένα είδος παρωδίας Ολυμπιακών Αγώνων που αποκαλούνται “Special Olympics”. Διανοητικά καθυστερημένοι άνθρωποι από όλη τη γη αναγκάζονται από τον συγγενικό τους περίγυρο να λάβουν μέρος σε αγωνίσματα που διακωμωδούν το Ολυμπιακό Πνεύμα. Το ανήθικο κατεστημένο του σύγχρονου κόσμου, σε ένα κρεσέντο αθλιότητας εκμεταλλεύεται ακόμη και τα αξιολύπητα παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Η σύγχρονη παρεξήγηση των αγώνων ξεκινά από την λανθασμένη ερμηνεία τους και την μεταγενέστερη ταύτισή τους με την ευημερία των ειρηνικών περιόδων. Ξεχνούν εσκεμμένα οι σύγχρονοι πως οι αρχαίοι Έλληνες αποστρέφονταν αλλά ταυτόχρονα απολάμβαναν τον πόλεμο. Οι Έλληνες γνώριζαν πως ο πόλεμος είναι η μοναδική αλήθεια της ζωής κι ο πατέρας του κόσμου των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαία η ηρωική προέλευση των αγώνων: οι πρώτοι Ολυμπιακοί καθιερώθηκαν από τον Ηρακλή σε ανάμνηση της εξόντωσης του Αυγεία και της νίκης του ενάντια στους Ηλείους.


Οι αγώνες της αρχαιότητας συνδέονταν στενά με το μαχητικό πνεύμα των Ελλήνων. Εξοικείωση με τα όπλα, έφοδος και σύγκρουση, ταχύτητα και αντοχή. Το κορυφαίο αγώνισμα και η επιτομή του αντρισμού ήταν το πένταθλο: ακοντισμός, δισκοβολία, άλμα, αγώνας δρόμου και πάλη. Η φάλαγγα των οπλιτών θεμελίωνε την υψηλή της καταγωγή μέσα στα στάδια των αθλητικών αναμετρήσεων.

Ο εκφυλισμός των αγώνων από τη ρωμαϊκή συμμετοχή έως την σύγχρονη αναβίωση, υπήρξε μακροχρόνιος και «προοδευτικός». Τέλειωσε κάποτε η εκλεκτική εποχή της κυριαρχίας του ενός, Έλληνα άντρα, νικητή. Και στη θέση της ήρθε μια νέα, «πανανθρώπινη» τάξη πραγμάτων: βαρβάροι και γυναίκες, βαθμολογία κατάταξης και βραβεία για όλους, εμπορικές διαφημίσεις και αναβολικά και στο τέλος ανάπηροι και διανοητικά καθυστερημένοι.
Είναι ευεξήγητο υπό το φως των κατοπινών εξελίξεων, το γιατί οι πρώτοι παραολυμπιακοί οργανώθηκαν μεταπολεμικά, μετά την οριστική επικράτηση του νεωτερικού κόσμου. Η πολιτιστική κληρονομιά της ισοπέδωσης διαβρώνει εύκολα τους καλοπροαίρετους και τους αφελείς με ανοησίες για δήθεν σεβασμό στη «διαφορετικότητα» και τις «ξεχωριστές ικανοτήτες» όλων των ανθρώπων.

Οι επικρίσεις μου δεν αφορούν βέβαια στους ίδιους τους ανάπηρους αθλητές. Οι διανοητικά καθυστερημένοι είναι θύματα κοινωνικής εκμετάλλευσης ενώ οι σωματικά ανάπηροι είναι τραγικοί αγωνιστές, που μόνον με την δύναμη της θέλησης εναντιώνονται στην άδικη μοίρα. Καταδικάζω όμως με απέχθεια το σάπιο σύστημα της εμπορευματοποίησης, της υποκριτικής συμπόνοιας και της βαθιάς παρακμής που με θρασύτητα προβάλλει ως πρότυπο ότι από τη φύση του είναι ατελές και αξιολύπητο, αλλόκοτο και ασθενές.
Οι πραγματικοί Αγώνες πρέπει να δοξάζουν την ιδέα του κάλλους, τα πρότυπα του καθαρού και του αδιάφθορου, το υγιές και το δυνατό. Ανώτερος σκοπός είναι η κατάκτηση της αυτοκυριαρχίας και η αφοσίωση στην υπέρβαση των ορίων. Και οι θεατές των αγώνων πρέπει να νοιώθουν ψυχική ανάταση, να ταυτίζονται με τους ήρωες, να λατρεύουν τον Υπεράνθρωπο.

Το έπαθλο των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν το στεφάνι ελιάς που ο Ηρακλής είχε φέρει από τους Υπερβόρειους. Εκεί, στον απότατο Βορρά, στα άλση των Ηλυσίων, συνεχίζουν να συναγωνίζονται διεκδικώντας τη νίκη, οι μακάριοι που έπεσαν πολεμώντας στα πεδία της τιμής.
Οι Αγώνες ως ενοποιητική γιορτή της κοινότητας, συνδέονται άμεσα με το ηρωικό ιδεώδες. Ο Αθλητισμός πρέπει να είναι γιορτή προετοιμασίας των επιλέκτων, αυτών που τελικά θα καλεστούν να αποδείξουν την αξία τους στον μόνον αυθεντικό στίβο: το πεδίο της μάχης.




Η φωτογραφία: Όψη του καλλιτεχνικού εργαστηρίου του γερμανού γλύπτη Arno Breker. Ο Breker υπήρξε ο απόλυτος εκφραστής του ηρωϊκού ιδεώδους στην τέχνη του 20ου αιώνα. Σχεδόν όλα τα γλυπτά του καταστράφηκαν από τον στρατό των Συμμάχων με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι αγώνες της ντροπής: Οι πρώτοι αναπηρικοί αγώνες Ολυμπιακού χαρακτήρα οργανώθηκαν το 1960, στην Ρώμη και οι πρώτοι Special Olympics το 1968, στο Σικάγο. Εξαιρώ για προφανείς λόγους στρατιωτικής ηθικής τους πρώτους αγώνες αναπήρων, βετεράνων πολέμου, που έγιναν το 1948 στην Αγγλία.




28/5/11

ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ

Τα τελευταία σαράντα χρόνια καθοδηγεί τη χώρα ένα ιδιόμορφο, κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο ανίκανης, κεντροδεξιάς εξουσίας και νοσηρής, αριστερής διανόησης. Η συνδυαστική τους συνύπαρξη μας έχει φέρει σήμερα στο περιθώριο της Ευρώπης και στην άκρη του γκρεμού. 

Καθώς η κρίση του συστήματος βαθαίνει, οι έντονες αντιθέσεις της νεοελληνικής κοινωνίας οξύνονται σε υπερθετικό βαθμό. Η οικονομική ύφεση οδηγεί μαζικά τους ανυπεράσπιστους εργαζόμενους του καθημερινού μόχθου στην ανεργία ενώ οι εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι της διεφθαρμένης κομματοκρατίας υπερασπίζονται μέχρις εσχάτων την μονιμότητα και τους εξασφαλισμένους μισθούς τους. Ταυτόχρονα, αμέτρητοι τριτοκοσμικοί μετανάστες υποκαθιστώντας το ντόπιο και διορισμένο πλέον στο Δημόσιο, προλεταριάτο, περιφέρονται ανεξέλεγκτοι στους βρώμικους δρόμους της πρωτεύουσας.


Μέσα σε αυτό το ετοιμόρροπο πλαίσιο ακούω με αποστροφή όλο και συχνότερα ενορχηστρωμένες φωνές, που διαχωρίζουν την θέση της Ελλάδας από την Ευρώπη και διαδίδουν πως τάχα εμείς, οι ανάδελφοι της καθ’ ημάς Ανατολής, δεν έχουμε καμμία ουσιαστική σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Είναι βέβαια αδιανόητο για οποιονδήποτε κάτοχο της βασικής έστω παιδείας, να αντιμετωπίζεται η σύγχρονη Ελλάδα χωριστά από τον υπόλοιπο Δυτικό Κόσμο, με αφορμή οικονομικά προβλήματα κακοδιαχείρισης και χρέους.
Η Αρχαία Ελλάδα υπήρξε το λίκνο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και η πιο πολιτισμένη κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Το Βυζάντιο υπήρξε για χίλια χρόνια η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το νεότερο έθνος μας είναι στενά συνδεδεμένο με όλες τις εξελίξεις των τελευταίων δύο αιώνων πολιτικής διαμόρφωσης της ηπείρου. Η Ευρώπη δεν υπάρχει δίχως την Ελλάδα.

Οι άνθρωποι που προπαγανδίζουν αυτές τις ανιστόρητες ανοησίες, είναι στην καλύτερη περίπτωση επιτήδειοι απατεώνες, που προσπαθούν να διαφυλάξουν άνομα προνόμια. Στην χειρότερη περίπτωση, είναι επικίνδυνοι εχθροί της πατρίδας που επενδύουν στην απομόνωση της χώρας από τους φυσικούς της συγγενείς. Όλοι αυτοί όπως και οι ομοϊδεάτες τους στα γερμανικά έθνη, είτε βρίσκονται στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης είτε στα κατώτερα λαϊκά στρώματα, πρέπει να αντιμετωπιστούν με αποφασιστικότητα και αδιαλλαξία.
Μην ξεγελιέστε από τους χαμηλούς τόνους μας. Πρέπει πλέον να σκεφτόμαστε με σοβαρότητα, τον πολιτισμένο τρόπο με τον οποίο θα απομακρύνουμε από τη γη των πατέρων μας τους ανθέλληνες μαζί με τους φίλους τους, ανεπιθύμητους αλλοδαπούς.  Είναι υποχρέωσή μας να διευκολύνουμε την έξοδο από την Ευρωπαϊκή επικράτεια, όσων από τους "συμπολίτες" μας αισθάνονται Νότιοι και Ανατολίτες, Ασιάτες ή Αφρικανοί.

Γιατί εμείς, οι Έλληνες Ευρωπαίοι, αν και υπομένουμε με στωικότητα σήμερα τον εθνικό μας διασυρμό, δεν σκοπεύουμε να εγκαταλείψουμε τη χώρα...




Η εικόνα: Σχέδιο (1886) του Sir Lawrence Alma-Tadema (1836-1912), βασισμένο στον παλαιότερο πίνακά του The Pyrrhic Dance (1869).

13/5/11

Η ΠΗΓΗ

Τα χρόνια πέρασαν και ξεχάστηκε το Βασίλειο του Καλοκαιριού. Τα πάντα σκέπαζε ο υπνωτικός μανδύας του χειμώνα και οι φωτεινές ημέρες, οι σημαίες και οι μεγάλες πόλεις με τους πύργους και τα καμπαναριά ανήκαν πλέον στο παρελθόν. Κι εγώ μάταια αναζητούσα θεούς και δαίμονες στα παραμεθόρια ιερά της άγονης γης.

Μάνιαζε η καταιγίδα, έβρεχε και βροντούσε όταν κάποτε έφτασα μόνος στο τελευταίο φυλάκιο της Φρουράς. Μπήκα αθόρυβα στο εγκαταλελειμένο παρεκκλήσι και στάθηκα μπροστά στην Άγια Τράπεζα. Έβγαλα το φτερωτό κράνος, κάρφωσα το σπαθί στον πέτρινο βωμό και γονάτισα θλιμένος να προσευχηθώ.


ΓΙΑΤΙ με τα ιερά της δύσης,
Με τ’ άμφια τ’άγια της αυγής,
Τη δυστυχία μου να στολίσεις,
- Όλη τη δυστυχία της γης;

- Δάκρυα κ’αίματα αν θα χύσεις,
Στην Πύλη την Ωραία θα βγεις,
Όσους πιστούς, να κοινωνήσεις
Στο άναμα της φωτοπηγής...

Έστρεψα με προσμονή το βλέμμα προς το τζαμωτό παράθυρο που χώριζε το άδυτο από τον προθάλαμο προσδοκώντας ευνοϊκό σημάδι υποδοχής. Για ώρα περίμενα αμήχανος παρατηρώντας τους διασταυρούμενους, μολυβένιους αρμούς του θαμπού υαλοπίνακα, που σχημάτιζαν περίπλοκα σχέδια, ακατανόητα δίχως την συμβολή του φωτός.

Και τότε άστραψε ξαφνικά και η στιγμιαία λάμψη πίσω από το ζωγραφισμένο γυαλί μου αποκάλυψε την πρωταρχική σύσταση του μείγματος των στοιχείων. Φανερώθηκαν τα τέσσερα σπαθιά των φρουρών του κόσμου τούτου, οι τρείς πύλες προς τους άγιους τόπους της εσωτερικής αναζήτησης και η πολύχρωμη γέφυρα προς την εξώτατη σφαίρα, τον ουρανό που άλλοι αποκαλούν Αιθέρα κι άλλοι Φως.

Λυτρωμένος από την αποκάλυψη της αστραπής μετάλαβα των ζωοποιών μυστηρίων του Πατρός και ασπάστηκα τη λαβή του καρφωμένου ξίφους. Το ιερό όπλο είναι το κλειδί που ανοίγει την Πύλη του Ηλιοστασίου, ορατό τμήμα της τριμερούς αλληλοκάλυψης όπου ο Ουράνιος και ο Εσωτερικός κόσμος εφάπτονται με το Φυσικό σύμπαν.

Έφυγα από το παρεκκλήσι με την παρήγορη διαβεβαίωση πως ο Ηλιακός Πρόμαχος θα με περιμένει ένοπλος στη μεγάλη Σάλα των Μαχών. Δεν πήρα αψήφιστα τα λόγια της Αποστολής... όσους πιστούς να κοινωνήσω στο άναμα της Φωτοπηγής...




Η φωτογραφία: Βικτωριανό βιτρό γοτθικής αναβίωσης (19ος αιώνας), από το προσωπικό μου άδυτο.
Το ποίημα: ΜΕΤΑΛΗΨΗ, του Μιλτιάδη Μαλακάση (1869-1943) από τα ΑΝΤΙΦΩΝΑ.

22/4/11

TWO CROWNS

Ο χρυσός βασιλιάς των ιπποτών παρελαύνει ανάμεσα στους ευτυχισμένους υπηκόους του κι αυτοί τον ρένουν με λουλούδια. Λάμπει σαν ήλιος του καλοκαιριού πάνω στο λευκό του άλογο και δοξάζει την νεότητα, την ελευθερία και τη χαρά της ζωής. Ότι ανυψώνει τον άνθρωπο, η θέληση για δύναμη και η περηφάνια, η λατρεία της ομορφιάς και της καθαρής φύσης του κόσμου τούτου, η κλιμάκωση των αξιών, όλα συνοψίζονται στην κορώνα του.


Όμως, αναπάντητα ερωτήματα και κρυφές αμφιβολίες τον βασανίζουν και οι πεποιθήσεις του δοκιμάζονται όταν το βλέμμα του συναντά τον σταυρωμένο Θεάνθρωπο των χριστιανών. Το ακάνθινο στεφάνι, ο πόνος, η συμπόνοια, το αντίστροφο Βασίλειο του Ουρανού και η ισότητα των ψυχών, τα πάντα αμφισβητούν την φυσική τάξη των πραγμάτων και την ιεράρχηση των διαφορών. Το υπερβατικό επέκεινα υποτιμά κι απαξιώνει την προφανή αλήθεια του φωτός.

Τα δύο στέμματα μαζί σ' έναν αταίριαστο κι ανόσιο συγκερασμό, καθόρισαν το πεπρωμένο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.




Ο πίνακας: The Two Crowns (1900), του Βρετανού ζωγράφου Frank Dicksee (1853-1928).