24/3/11

ΤΑ ΤΑΜΠΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑ

Ο Γρηγόριος Δικαίος, ο επονομαζόμενος Παπαφλέσσας, είχε ήδη διανύσει μια πολυτάραχη πορεία όταν έφτασε η ώρα της τελικής κρίσης. Η ώρα αυτή είναι για τους αληθινούς άντρες η πιό σπουδαία, όταν ή σκυφτός οπισθοχωρείς ή όρθιος περνάς κατευθείαν από το πεδίο της τιμής στο αρχαίο λιβάδι των ασφοδελών. Ο Παπαφλέσσας ήταν από τη φύση του άνθρωπος ανυποχώρητος κι αγύριστο κεφάλι. Στην ώρα της ανάγκης έκανε γρήγορα την επιλογή, έβγαλε την αρχοντική του φορεσιά, έβαλε το σπαθί και τα πιστόλια στο ζωνάρι και διάλεξε με παρρησία τον θάνατο του πολεμιστή.

«Πηγαίνω να πολεμήσω, πατριώτες και ή θα νικήσω τον Μπραϊμη ή θα σκοτωθώ. Και θα μάθετε σκατόβλαχοι πως ξέρει κι άλλος να πολεμάει τους Τούρκους, όχι ο Γέρος μοναχά! ». Κι έτσι έφτασε στο Μανιάκι, να πολεμήσει τους αράπηδες, να πεθάνει και να δοξαστεί. Χωρίς δισταγμούς, χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς ενδοιασμούς. Κι όταν οι δικοί του τον προτρέπανε ν’ ανέβει στα ψηλώματα του βουνού για μεγαλύτερη ασφάλεια τους απαντούσε πως... «εγώ δεν ήρθα εδώ να μετρήσω το στρατό του Μπραϊμη, πόσος είναι από τα ψηλώματα, ήρθα να πολεμήσω... Καθήστε εδώ να πεθάνουμε σαν αρχαίοι Έλληνες! ».


Ο Γρηγόριος Δικαίος ήταν φτιαγμένος από εκείνη την ξεχωριστή στόφα των εκκεντρικών, δανδήδων πολεμιστών, που μανιωδώς στοιχειώνουν την προσωπική μου μυθολογία. Άνθρωπος ασυγκράτητος, ορμητικός και τυχοδιώκτης έγινε μοναχός για λόγους ωφελιμιστικούς, για να μπορεί να απολαμβάνει μεγαλύτερα προνόμια και ελευθερία στο καθεστώς της τουρκοκρατίας. Αλαζόνας, γυναικάς και φίλαρχος, για λόγους προσωπικού συμφέροντος συγκρούστηκε κατά περιόδους τόσο με Έλληνες επισκόπους όσο και με Τούρκους αγάδες και τελικά αναγκάστηκε να φύγει από την Πελοπόννησο όταν εξαιτίας του διαλύθηκε κάποιο σημαντικό συνοικέσιο. Είναι αξιομνημόνευτο το ανέκδοτο που λέει ότι φεύγοντας φώναξε στους Τούρκους διώκτες του πως θα επέστρεφε κάποτε ή σαν δεσπότης ή σαν πασάς...

Μέσω Ζακύνθου έφτασε στην Κωνσταντινούπολη κι εκεί άρχισε να συχνάζει στο Πατριαρχείο προσπαθώντας να ανελιχτεί στην ιεραρχία της Εκκλησίας ενώ ταυτόχρονα ζούσε «κοσμικά» και «προκλητικά». Οι Τουρκικές αρχές τον γνώριζαν όχι ως επαναστάτη και συνωμότη αλλά ως ταραξία και διαφθορέα, που «κάθε νύχτα φέρνει γυναίκας εις το σπίτι του». Αναφέρεται ακόμη και περιστατικό κακομεταχείρισης ενός μουσουλμάνου υπηρέτη του, ο οποίος κατήγγειλε κάποτε στην Τουρκική αστυνομία πως ο Παπαφλέσσας τον χτύπησε γιατί δεν πρόσεξε την σαπουνάδα με την οποία έπλενε κάθε πρωί την γενειάδα του.

Στην Πόλη χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης και τελικά μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία από τον Αναγνωστόπουλο με το συνωμοτικό ψευδώνυμο Αρμόδιος. Στάλθηκε έπειτα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες για να διαδόσει τις ιδέες της Εταιρίας και στο Βουκουρέστι αδερφοποιήθηκε με τους οπλαρχηγούς Γεωργάκη Ολύμπιο και Ιωάννη Φαρμάκη. Σαν επαναστάτης, ο Παπαφλέσας βρήκε τον πραγματικό εαυτό του. Ο ζήλος του για την πατρίδα ήταν υπέρμετρος και τρομερός. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκοπεύει να κηρύξει την επανάσταση δίχως την έγκριση της Φιλικής Εταιρίας, σε συνεργασία με τον Ολύμπιο στη Μολδοβλαχία και τον Φαρμάκη στη Μακεδονία και την Στερεά. Η ηγεσία της Εταιρίας πρόλαβε την τελευταία στιγμή να ματαιώσει το πρόωρο κίνημά του αλλά ήταν φανερό πως με δυσκολία θα τον συγκρατούσαν.

Την εποχή που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης προσπαθούσε να δημιουργήσει τακτικό στρατό με τον Μαύρο Λόχο των εθελοντών της Οδησσού και να διαβεί τον Προύθο, ο Δικαίος έφτασε ως απεσταλμένος του στην Ελλάδα κι αποδείχτηκε ο μεγαλύτερος απόστολος και προφήτης της Ελληνικής Επανάστασης. Καιροσκόπος, ενθουσιώδης και εριστικός, συνηθισμένος να προπαγανδίζει, να υπερβάλει, να μιλάει για πράγματα ανύπαρκτα και φοβερά, κατέπλησσε τα πλήθη και προβλημάτιζε τους διστακτικούς πρόκριτους που ζητούσαν όχι μόνον επαρκείς διαβεβαιώσεις αλλά και εξασφαλισμένα αποτελέσματα. Ο Φωτάκος στην βιογραφία του, γράφει πως «είχε τόσην πειθώ εις τας ομιλίας του ώστε επίστευε πολλάκις και ο ίδιος την απάτη ως πράγμα»...! Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι αναποφάσιστοι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, αν μπορούσαν, θα τον πρόδιδαν και θα τον σκότωναν από την αρχή.

Ο Παπαφλέσσας ήταν πανταχού παρών, λαμβάνοντας συνεχώς μέρος σε σημαντικές πολεμικές επιχειρήσεις, περιοδείες στρατολόγησης και πολιτικές δραστηριότητες. Έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, συμμετείχε στην Α' Συνέλευση της Επιδαύρου και ξανά στην Β' Συνέλευση του Άστρους και εκλέχτηκε υπουργός των Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Παρέμενε ραδιούργος και απείθαρχος με σταθερή ροπή προς τις σαρκικές ηδονές και τον έκλυτο βίο. Τα επίθετα που χρησιμοποιούσαν οι αντίπαλοί του και τον συνόδευαν σε όλη την πορεία του είναι χαρακτηριστικά της ιδιόρρυθμης ιδιοσυγκρασίας του: απατεών και εξωλέστατος, αποπλανημένος παληοκαλόγερος, ασήμαντος Πολιανίτης, κακοπαπαφλέσσας...

Στις εμφύλιες διενέξεις επίσης δεν έκρυβε τις διαθέσεις του. Όταν ξεκίνησε ο δεύτερος εμφύλιος από τους κατοίκους της Αρκαδίας που αρνήθηκαν να καταβάλλουν φόρους, ήταν ο Παπαφλέσσας ο πρώτος που ηγήθηκε της επιχείρησης καταστολής. Αργότερα πάλι αυτός ήταν που ζήτησε την παράδοση των όπλων των Δεληγιανναίων πριν τους φυλακίσει. Ούτε τον Κολοκοτρώνη δίστασε να κυνηγήσει αν και προηγουμένως είχε βρεθεί στην ίδια παράταξη μαζί του ενάντια στους κοτζαμπάσηδες. Όμως, όταν ο Ιμπραήμ άρχισε να καταστρέφει την Πελοπόννησο, ο ίδιος άνθρωπος πήρε το βάρος της ιστορικής ευθύνης στην πλάτη του.

Μέσα σε μια κατάσταση γενικευμένης κατάρρευσης, φυγομαχίας και δειλίας, ο Παπαφλέσσας - εν ενεργεία υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας - στάθηκε άξια στο ύψος των περιστάσεων. Μετά την αποτυχία της εκστρατείας του Κουντουργιώτη και με τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς να αρνούνται να πολεμήσουν, ο Γρηγόριος Δικαίος έφτασε αποφασισμένος με λίγους καπεταναίους και 1500 άντρες στο Μανιάκι. Ενισχύσεις που περίμενε δεν τον υποστήριξαν και επιπλέον υποχώρησε πριν τη μάχη ο δειλός οπλαρχηγός Καπετανάκης μόλις συνειδητοποίησε την μεγάλη δύναμη του εχθρού. Πολλοί άλλοι λιγόψυχοι τον μιμήθηκαν και δεν απέμειναν πάνω από τριακόσιοι - κατ’ άλλους εκατον πενήντα ή εξακόσιοι - αριθμός μάλλον σημαδιακός. Κι έτσι, αυτός που τον αποκάλεσαν και Αλκιβιάδη του νεώτερου Ελληνισμού, στο τέλος συνάντησε μόνος του το πεπρωμένο, όρθιος και στα ίσα. Καθώς μας λέει το δημοτικό τραγούδι, μια μπαταργιά του ρίξανε πικρή, φαρμακωμένη...

Η τοποθεσία του θανάτου του, οι τρείς λόφοι κοντά στο Μανιάκι που αποκαλούνται ταμπούρια του Παπαφλέσσα, είναι ιερός τόπος ψυχικής ανάτασης και περισυλλογής. Ο Παπαφλέσσας ήταν αντιφατικός αλλά και μεγαλειώδης χαρακτήρας κι όπως ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή έτσι δεν χαράμισε και τον θάνατό του.

Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Αμερικανού γιατρού Χάου, που υπήρξε αυτόπτης της Επανάστασης και τον συνάντησε κάτω από εντελώς διαφορετικές περιστάσεις. Ο Χάου εξιστορεί πως ζούσε πολυτελώς ο Παπαφλέσσας σαν υπουργός των Εσωτερικών στο Ναύπλιο με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια και «επανεπαύετο ανακεκλιμένος και εδέχετο ορθίους τους κομίζοντας την υπηρεσίαν υπαλλήλους...». Μας λέει όμως επίσης πως τον είδε το βράδι πριν την τελευταία μάχη, ζωσμένο με το σπαθί και τα πιστόλια «...ωπλισμένον μέχρις οδόντων, καθήμενον παρά την πυράν επί μιας καρπέτας κατά γης εστρωμένης και ρεμβάζοντα επί τη θέα των φλογών... Ήτο δε και τότε τόσον εύθετος, όσον ήτο και ότε ανεπαύετο επί του ανακλίντρου εν Ναυπλίω».

«...Εγώ άπαξ ορκίστηκα να χύσω το αίμα μου για την ανάγκη της πατρίδας και αυτή είναι η ώρα. Εύχομαι δε στο θεό η πρώτη μπάλα του Ιμβραήμ να με πάρει στο κεφάλι διότι σας γράφω να ταχύνετε τον ερχομό σας και σεις μου γράφετε κουραφέξαλα. Νικήτα πρώτη και τελευταία επιστολή μου είναι αυτή. Βάστα τη να την διαβάζεις καμμιά φορά να με θυμάσαι και να κλαίς ». Ανατρέχουμε ακόμη σήμερα στην τελευταία επιστολή που έγραψε στον αδερφό του. Την διαβάζουμε μάλλον παράφωνα κάτω από τη βαριά ντροπή που μας πλακώνει, αλλά τον θυμόμαστε με συγκίνηση και δακρύζουμε από περηφάνεια.

Αϊντε ρε Παπαφλέσσα... που είσαι να δεις την κατάντια μας... Έχουν περάσει 186 χρόνια από τότε που εσύ πέρασες σαν ήρωας τα ταμπούρια των Ιλυσσίων και οι «σκατόβλαχοι» τρέχουν ακόμη να κρυφτούν! Παρηγορήσου όμως εκεί στον Άδη που τριγυρνάς, γιατί τουλάχιστον εμείς μάθαμε την αλήθεια και μετρήσαμε με σεβασμό το μέγεθός σου. Λάμπει η σκιά σου μέσα στο σκοτάδι καθώς με «ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» προετοιμάζουμε μελλοντικές σπονδές.




Στοιχεία, φράσεις και περιστατικά: Όπως συμβαίνει σε όλα τα κείμενα της Πολεμικής Σημαίας, οι αναφορές και τα γεγονότα ελέγχονται με βάση τις ιστορικές πηγές. Το ηθικό δίδαγμα όμως καθώς και η υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων φέρουν την ιδιαίτερη σφραγίδα της προπαγάνδας των ιδεών.
Η εικόνα: Προσωπογραφία του Παπαφλέσσα. Λιθογραφία του Adam Friedel ("The Greeks. Twenty four portraits, (in four parts of six portraits each), of the principal leaders and personages who have made themselves most conspicuous in the Greek Revolution", Λονδίνο, 1826).
Μικρό χρονολόγιο: Ο Γρηγόριος Δικαίος γεννήθηκε στην Πολιανή της Μεσσηνίας το 1788. Φοίτησε από το 1808 στη Σχολή της Δημητσάνας κι έπειτα έγινε Μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς, το 1816. Έφυγε κυνηγημένος από την Πελοπόννησο το 1817. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία το 1818. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο στα τέλη του 1820. Τον Ιούλιο του 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών στη νεοσύστατη κυβέρνηση. Σκοτώθηκε μαχόμενος στο Μανιάκι στις 20 Μαϊου του 1825, σε ηλικία 37 ετών.

1/3/11

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ

Η ηγεσία είναι μια σύνθετη έννοια που περιλαμβάνει όλες τις διαδικασίες καθοδήγησης και επιρροής μιας ομάδας με σκοπό την επίτευξη κοινών, αντικειμενικών στόχων. Βασική προϋπόθεση είναι πάντα η διατήρηση της συνοχής του πνεύματος της ομάδας μέσω της παράλληλης χρήσης κινήτρων αποτροπής και επιβράβευσης. Οι διαδικασίες καθοδήγησης μιας ανθρώπινης κοινωνίας οργανωμένης σε κράτος ορίζουν την ανώτατη μορφή ηγεσίας.

Στις σύγχρονες Δημοκρατίες η ηγετική ομάδα απαρτίζεται από την πολιτική και οικονομική ελίτ του συστήματος συμπεριλαμβάνοντας εκλεγμένους αντιπροσώπους, κεφαλαιοκράτες χρηματοδότες και τεχνοκράτες εκτελεστές. Σε αυτόν τον τύπο πολιτεύματος η συλλογική υπευθυνότητα των πολιτών παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκλογή και τη διατήρηση της ηγεσίας και συνδέεται άμεσα με την ευμάρεια. Στην οικονομοκρατούμενη κοινωνία όταν οι προϋπολογισμοί είναι πλεονασματικοί και επιτυγχάνονται οι στόχοι, όλοι απολαμβάνουν τα οφέλη της επιτυχίας. Τα κέρδη μεταφράζονται σε κατανάλωση στο χαμηλότερο επίπεδο της κοινωνικής βάσης και σε γιγάντωση του πλουτισμού στα υψηλότερα κλιμάκια της ηγεσίας. Όλοι ευημερούν και οι κυβερνήτες απολαμβάνουν ανάλογες τιμές και σεβασμό.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση της αποτυχίας και ιδιαίτερα στην περίπτωση της οικονομικής καταστροφής όπως συμβαίνει στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα στη χώρα μας; Ποιός αναλαμβάνει τότε την ευθύνη; Ποιά είναι η ποινή για τους άρχοντες που απέτυχαν και ποιός θα την επιβάλλει;

Όταν ένα νοσηρό σύστημα οργάνωσης απαξιώνεται, τότε καταρρέουν και οι μορφές της ισχύος του. Δεν υπάρχουν πλέον παροχές ανταμοιβής των υφισταμένων ούτε δυνατότητες καταναγκασμού τους. Στα ιστορικά αδιέξοδα δεν αναγνωρίζεται στην άρχουσα τάξη ούτε η νόμιμη ισχύς ως δικαίωμα λόγω αξιώματος, ούτε η ισχύς αναφοράς ως απόρροια θαυμασμού, ούτε η αυθεντία λόγω εξαιρετικών γνώσεων. Κι όταν κανείς από την ηγεσία δεν αναλαμβάνει την ευθύνη, τότε το αποτέλεσμα είναι γενικευμένη αναρχία, ατιμωρησία και αποσύνθεση.

Στις ωφελιμιστικές κοινωνίες των εμπόρων και των υπαλλήλων που συνήθως στηρίζονται στη διευκόλυνση, το συμβιβασμό και την κερδοσκοπία, κανείς δεν έχει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Το παγωμένο πρόσωπο της Μέδουσας παραμένει στο κέντρο του διεκδικούμενου χώρου, όμως πλέον δεν κατοικούν ήρωες στα περίχωρα και κανείς από μηχανής θεός δεν πρόκειται να δώσει λύση στην τραγωδία.

Ελπίζω πως ο χρόνος παραμένει κυκλικός και στο μεταξύ ασκούμαι στην παθητική αντίσταση, στην περιφρόνηση και την ειρωνία. Λοιδωρώ το σύγχρονο κατεστημένο, συγκρίνοντας το λειψό ηθικό του ανάστημα με τις πάτριες, αριστοκρατικές αξίες του παρελθόντος, όπου οι αληθινοί ηγέτες, άντρες και πολεμιστές αναλάμβαναν την ευθύνη.





Η φωτογραφία: Η Μέδουσα Rondanini, που βρίσκεται στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Πιθανά αντίγραφο του γοργονείου, επισήματος της ασπίδας της χρυσελεφάντινης Αθηνάς του Φειδία.

1/2/11

ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΙΩΑNΝΙΤΗΣ

Ο προορισμός μου αυτή τη φορά ήταν το παλαιό οχυρό των Ιωαννιτών στις όχθες του ποταμού Μολδάβα, στο Μικρό Μέρος της Πράγας. Το οχυρωμένο μοναστήρι που ήλεγχε κάποτε την μεσαιωνική Γέφυρα της Ιουδήθ αποτελούσε έναν ακόμα κρίκο στην σειρά των επισκέψεών μου σε πύργους, μουσεία και ναούς, σε τόπους όπου συγκεντρώνω κομμάτι-κομμάτι τα διάσπαρτα στοιχεία της σκοτεινής μας καταγωγής.


Οι φορτισμένες τοποθεσίες και τα τεχνουργήματα του παρελθόντος ενεργοποιούν απωθημένες αναμνήσεις από την εποχή της πτώσης που ακολούθησε τη Μητέρα των Μαχών. Υπομένω αγόγγυστα τη μοίρα, όμως ακόμη βασανίζομαι τις άναστρες νύχτες από τους εφιάλτες της απρόσμενης ήττας που ανέτρεψε την ισορροπία των κόσμων και μας καταδικάσε στα φοβερά δεσμά του χρόνου και του χώρου.

Οι πιο τυχεροί από εμάς, ενσαρκωμένοι σε σώματα θνητών, διατηρούμε ψήγματα μνήμης και ενοχής. Αν και διαιρεμένοι σε τόπους διαφορετικούς κι ανόμοιες εποχές, φέρουμε ακέραιο το ιερό καθήκον της ανασυγκρότησης της στρατιάς. Προετοιμάζοντας την έξοδο από την ύλη συλλέγουμε κωδικοποιημένες πληροφορίες και ταυτόχρονα διαδίδουμε το προσκλητήριο της επιστράτευσης στους πιο άτυχους συντρόφους... στους σιωπηλούς φυλακισμένους στα αγάλματα και στους πίνακες, στα βιτρό, στους τάπητες και στις προτομές.

Στο παραποτάμιο οχυρό των Ιωαννιτών, στη σιδερένια εξώπορτα συνάντησα έναν από εκείνους, τους στοιχειωμένους αδερφούς. Εκεί, μπροστά στα απαίδευτα μάτια των ανυποψίαστων τουριστών κοινωνήσαμε την έμπυρη ουσία μέσα στη σιωπή.

«Έτσι η Μοίρα το έταξε. Άφθαρτα, δίχως τέλος,
μες των Καιρών συνταιριαστά τη μήτρα να κυλούνε,
το πύρινο στοιχείο μας κ’ η δύναμη δίπλα η θεία.
»

Από κοινού ανανεώσαμε τους όρκους του Ιερού Σπαθιού προσδοκώντας το πλήρωμα του χρόνου, όταν ξανά θα συναντηθούμε στο φλεγόμενο κάστρο του μαύρου Ήλιου.





Η φωτογραφία: Από το τελευταίο ταξίδι μου στην Πράγα. Σχέδιο της εξωτερικής πόρτας ανάμεσα στους δύο πύργους του προστώου του μεσαιωνικού μοναστηριού των Ιωαννιτών ιπποτών, που οδηγεί στην αυλή της Εκκλησίας της Αλυσοδεμένης Παναγίας. Στην αυλή ανάμεσα στους πύργους και την σημερινή εκκλησία βρισκόταν κάποτε το κλίτος της παλαιότερης ρομανικής εκκλησίας που κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα και δόθηκε σαν δώρο στους ιππότες από τον Πρεμυσλίδη βασιλιά Βλαδίσλαο Β΄.
Οι στίχοι στο τέλος: Από το πρώτο βιβλίο του Χριστιανικού Έπους ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ σε μετάφραση Χρ. Γαλατόπουλου.
PARADISE LOST του John Milton (1608-1674).
« …; since by fate the strength of Gods
And this empyreal substance cannot fail;
»

5/1/11

SACRED METAL

Σε έναν κόσμο ανέφικτο και ιδανικό θα έβρεχε αίμα και οι κεραυνοί θα όργωναν τη γη. Οι μαύρες σημαίες θα φούσκωναν από τον εγωισμό μας και οι λόγχες θα υψώνονταν προς τον ουρανό σαν σε προσευχή.
Σε έναν κόσμο αληθινό και υγιή, οι πατρώοι θεοί θα ευλογούσαν την πρώτη μας μάχη και με το ξίφος θα μαθαίναμε να μετράμε τον εαυτό μας. Διά πυρός και σιδήρου θα γινόμασταν άντρες στη δόξα ή στη θανή.
Όμως, εμείς γεννηθήκαμε σε μια άρρωστη εποχή, δίχως αίμα, δίχως τιμή. Για να σωθούμε οφείλαμε να επινοήσουμε νέες τελετές ενηλικίωσης και να πειραματιστούμε με σκιώδη υποκατάστατα και αβέβαιη προοπτική.

Crusader, crusader, please take me with you

The battle lies far to the east

Crusader, crusader, don't leave me alone

I want to ride out on your quest


I'm waiting, I'm waiting, to stand by your side

To fight with you over the sea

They're calling, they're calling, I have to be there

The holy land has to be free

Αναλογίζομαι σήμερα με νοσταλγική διάθεση τη νεανική μας προσπάθεια να αποφύγουμε την εκθήλυνση που αδιάκριτα μας επεφύλασσε η κακή μας μοίρα και η άθλια εποχή. Μακρυμάλληδες έφηβοι, ντυμένοι στα μαύρα και ζωσμένοι με σφαίρες και καρφιά, αποπειραθήκαμε απεγνωσμένα να υποκαταστήσουμε την απουσία της αληθινής μάχης με ψεύτικες προβολές.
Αναμφισβήτητα ήμασταν ρομαντικοί, αμετανόητοι και φανατικοί. Δεν θα τα καταφέρναμε όμως ποτέ δίχως τα εμβατήρια της Ιερής μας Μουσικής. Γιατί η μουσική έχει το πλεονέκτημα να σε μεταφέρει χωρίς την ανάγκη αμφίβολων μεσολαβητών, κατευθείαν στους μυστικούς τόπους των αρχετύπων. Κι εκεί οι θεοί αναγνώρισαν τουλάχιστον τις προθέσεις μας και μας συγχώρεσαν λόγω αμφιβολιών.

Κι έτσι - ευτυχώς - σωθήκαμε οριακά. Με την ακλόνητη πίστη πως ανήκαμε σε κάποια απροσδιόριστη μα ηρωική στρατιά... πολεμώντας σε μια φανταστική σταυροφορία για υπέρτατα ιδανικά...




Η φωτογραφία: Το εξώφυλλο από το άλμπουμ CRUSADER (SAXON, 1984). Έργο του Βρετανού ζωγράφου Paul Raymond Gregory.
Οι στίχοι: Οι πρώτες στροφές από το ομώνυμο τραγούδι.
Χρονολογία μετάβασης: Η δεκαετία του ’80.
Αφιερωμένο εξαιρετικά: Στους Αδερφούς του Σπαθιού και στους «Άγιους Τόπους» της εφηβείας μας. Hail…

22/12/10

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Από μικρός, περίμενα πάντοτε με ανυπομονησία την περίοδο των Χριστουγέννων. Κανένα θρησκευτικό συναίσθημα δεν ένοιωθα, ούτε τους ψεύτικους αγγέλους συμπαθούσα, ούτε ενθουσιαζόμουν με τη φάτνη, το άστρο και τους προσκυνητές. Έλαμπα μόνον από χαρά όταν έφτανε η ώρα να στολίσουμε το καθιερωμένο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο και να παίξουμε με τα «καλά» παιχνίδια.


Το Δέντρο μου ζέσταινε την καρδιά για λόγους, που τότε ακόμη δεν μπορούσα να κατανοήσω. Ξεφύτρωνε χειμωνιάτικα μέσα στο σπίτι μας από το πουθενά καταλύοντας τα διακριτά σύνορα της πόλης με την εξοχή και με συνάρπαζε σαν προβολή και σύμβολο του δάσους.
Η προγονική, παγανιστική λατρεία της άγριας φύσης και τα μυστήρια της ιερής Βαλανιδιάς θα προστίθονταν πολύ αργότερα στα γνωστικά μου ενδιαφέροντα. Εκείνη, η πρώτη αγάπη των δέντρων ήταν έμφυτη και παρορμητική.

Όσο για τα παιχνίδια, αυτά απαγορεύονταν κατά τη διάρκεια της σχολικής περιόδου και μονάχα τέτοια εποχή οι γονείς μας επανεμφάνιζαν τη μεγάλη τους κούτα από την αποθήκη που φυλάσσονταν την υπόλοιπη χρονιά.
Το βράδι της παραμονής της 25ης Δεκεμβρίου ξεσφράγιζα ο ίδιος με λαχτάρα το μαγικό κιβώτιο κι ελευθέρωνα το Πνεύμα των Χριστουγέννων με την αλλοπρόσαλλη ακολουθία του από μηχανικά παιχνίδια. Ο αγαθός, μακρυμάλλης γίγαντας φορούσε ένα βαθυπράσινο μανδύα με μπορντούρα από άσπρη γούνα και είχε στο κεφάλι του στεφάνι από γκυ και παγοκρύσταλλα. Στη μέση του είχε ζωσμένο ένα σκουριασμένο, άδειο θηκάρι και στο χέρι του κρατούσε το Κέρας της Αμάλθειας. Εγώ τον καλωσόριζα με όλη τη δύναμη της παιδικής ψυχής μου κι εκείνος με τη σειρά του άφηνε να ξεπηδήσουν από το κέρας τα θαυμαστά παιχνίδια.

Τα παιχνίδια ήταν κυρίως μεταλλικά, κουρδιστά ή με μπαταρίες και το καθένα είχε την δική του γοητεία: το τραίνο σφύριζε κι έβγαζε τούφες μαύρου καπνού, ο ιπτάμενος δίσκος περιστρεφόταν καθώς αναβόσβηναν τα πολύχρωμα φώτα του, ο εύθυμος καουμπόης σήκωνε στα πίσω πόδια το άλογό του, το ανοιχτό αυτοκίνητο μετέφερε ένα τετραμελές, ποπ συγκρότημα που έπαιζε μουσική κι άλλα πολλά μεταμορφώνονταν στη φαντασία μου κι έπαιρναν κι έδιναν ζωή. Ποτέ δεν τα χόρτασα αυτά τα παιχνίδια κι ας τα ξανάβλεπα κάθε Χριστούγεννα. Πριν προλάβω να τα χαρώ, τέλειωνε η γιορτή κι αυτόματα επέστρεφαν μέσα στο κιβώτιο και πίσω στο σκοτεινό υπόγειο.

Τα χρόνια πέρασαν και τα παλιά παιχνίδια χάθηκαν, όμως ο αγαθός Άγιος με τον βαθυπράσινο μανδύα δεν έπαψε να με επισκέπτεται στα όνειρα και στις αναμνήσεις.
Τιμώ σήμερα με πλήρη συναίσθηση το αρχέγονο Πνεύμα του, γνωρίζοντας πλέον σε βάθος τη σημασία των τελευταίων ημερών στην πορεία του Ήλιου, τον τρόπο που ο άξονας των κόσμων μέσω του ιερού Δέντρου ενώνει τη γη με τον ουρανό αλλά και τον σύνδεσμο των παιχνιδιών με την εποχή της αθωότητας.

Και πέρα απ’ όλα αυτά, γιορτάζω τα Χριστουγέννα σαν καθολικό σύμβολο αργίας ενάντια στην εργασιακή ηθική των κυρίαρχων Προτεσταντών του σύγχρονου κόσμου... σαν σταθερά επαναλαμβανόμενη υπόμνηση πως η καταναγκαστική εργασία δεν αξίζει σε ελεύθερους ανθρώπους.


Βεβαίως, το Δέντρο που στολίζω δεν έχει ούτε φάτνη στη βάση, ούτε αστέρι στην κορυφή... Έχει στις ρίζες του θαμμένη την Βασίλισσα του χιονιού, γκυ από κεραυνό πλεγμένο γύρω απ’ τον κορμό του, έναν χρυσό Ήλιο καρφωμένο στο πιό ψηλό κλαδί και στ' άλλα του κλαδιά μεστούς καρπούς από παιχνίδια...





Το Πνεύμα των Χριστουγέννων: Το Φάντασμα των Φετινών Χριστουγέννων, από το περίφημο A Christmas Carol (1843) του Κάρολου Ντίκενς - εμβληματικό κείμενο της Βικτωριανής εποχής.
Χρονολογία μετάβασης: Η πενταετία 1973 - 1978.
Τα παιχνίδια των Χριστουγέννων: Στην πλειονότητά τους ήταν δώρα του καπετάνιου θείου μου, αγορασμένα σε ταξίδια στα πέρατα του κόσμου. Χάθηκαν στο πέρασμα των χρόνων, εκτός από το Τραίνο και τον Ιπτάμενο Δίσκο, που από τότε που τα ξαναβρήκα καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στη συλλογή μου.
Καταναγκαστική εργασία: Χρησιμοποιώ τον όρο με την κυριολεκτική του σημασία, συμπεριλαμβάνοντας κάθε είδος βιοποριστικής εργασίας.
Οι πίνακες: The Day before Christmas Eve (1892) και Christmas Μorning (1894) του Σουηδού ζωγράφου Carl Larsson.

1/12/10

ΠΥΡΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ

Ο ήρωας βασανιζόταν από αβάσταχτους πόνους, έσκιζε τις σάρκες του και σφάδαζε σαν πληγωμένο ζώο. Οι δικοί του άνθρωποι και ο γιός του Ύλλος τον μετέφεραν στην κορυφή της Οίτης κι εκεί στοίβαξαν ξύλα αγριελιάς και βελανιδιάς σ’ έναν μεγάλο σωρό. Όταν ο ετοιμοθάνατος ζήτησε να τον λυτρώσουν με μιά μεγάλη φωτιά, ο Ύλλος αρνήθηκε, δέχτηκε όμως ένας περαστικός κι άναψε τον σωρό.

Με αυτό τον τρόπο, εξαιτίας της ζήλιας μιας γυναίκας και του μίσους ενός τέρατος, υπέκυψε μέσα σε φοβερά βάσανα ο σπουδαιότερος ήρωας της φυλής μας. Ο μεγάλος πόνος ήταν η τελευταία του δοκιμασία πριν την αιώνια ζωή. Καθώς δυνάμωνε η φλόγα κι άστραφτε και βροντούσε, η εξαγνιστική δύναμη του πυρός απελευθέρωσε το θεϊκό πνεύμα από την θνητή σάρκα και μέσα σ’ ένα σύννεφο ο ημίθεος ανελήφθη στον ουρανό και δίπλα στον Πατέρα του στάθηκε πιά σαν «ήρως και θεός».
Επαληθεύτηκε έτσι για άλλη μια φορά το καθολικό δόγμα του Ευαγγελίου των Μαχών πως η οδύνη προηγείται πάντα της Βασιλείας των Ουρανών.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς νύχτωνε και φυσούσε κι εγώ συνεπαρμένος ακόμη από την φορτισμένη ατμόσφαιρα του μύθου, ψηλάφιζα τις γκρίζες πέτρες που οριοθετούν το sanctum sanctorum των πολεμιστών στον ελλαδικό χώρο.
Στο μαγικό βουνό, εκεί κοντά στη μεγάλη καταβόθρα που οδηγεί στον Άδη, άθεος πάντα και ορθολογιστής, προσευχήθηκα στον Σωτήρα για δύναμη, τραχύτητα και αντοχή. Κι έπειτα έσφιξα τα δόντια και πήρα τον δρόμο της επιστροφής...





Οι φωτογραφίες: Από το πρόσφατο προσκύνημά μου στον ιερό τόπο της Αναλήψεως του Σωτήρος, κοντά στο χωριό Παύλιανη. Στην τοποθεσία διατηρούνται ελάχιστα τμήματα από δωρικό ναό του 3ου αιώνα π.Χ.
Η γυναίκα, το τέρας, ο περαστικός: Η Δηιάνειρα, ο Κένταυρος Νέσσος, ο Φιλοκτήτης. Η ιστορία με τον χιτώνα και το μολυσμένο αίμα είναι ευρύτατα διαδεδομένη και γνωστή. Ο Φιλοκτήτης, σαν δώρο για την πράξη του, πήρε το τόξο και τα βέλη του ήρωα.
Η λατρεία του Ηρακλή: Στρατιωτική λατρεία του Ρωμαϊκού Κόσμου κατά την περίοδο των τεσσάρων πρώτων αιώνων μ.Χ. Ο Έλληνας θεάνθρωπος λατρευόταν επίσημα στη Ρώμη με κέντρο τον Μέγιστο Βωμό από τα τέλη ήδη του τέταρτου αιώνα π.Χ. Στο πρόσωπό του ενσαρκωνόταν η πίστη στον αγώνα τόσο στον πραγματικό κόσμο όσο και στον κόσμο των ιδεών, στο κοσμικό και στο μετακοσμικό επίπεδο. Οι κοινοί άνθρωποι επικαλούνταν τον Ηρακλή σαν πρότυπο και προστάτη και οι αυτοκράτορες - όπως ο Ιουλιανός - ενθάρρυναν την λατρεία του σαν αντίδοτο στην θρησκευτική παρακμή. Ο Ηρακλής ήταν πρότυπο αρετής και σταθερότητας για τους στωικούς και βέβαια συμβόλιζε τις ανθρώπινες δυνατότητες εξομοίωσης προς τους θεούς.

1/11/10

ΘΝΗΣΚΩΝ ΗΡΩΣ

«Όπως όταν από τους ανέμους που σφυρίζουν ξεσπούν οι θύελλες, την ημέρα που πάρα πολλή σκόνη σηκώνεται στους δρόμους και οι άνεμοι όλοι μαζί σηκώνουν σύννεφα μεγάλα από τη σκόνη, έτσι κι αυτοί ανακατώνονταν στη μάχη και λαχταρούσαν βαθιά τους να σκοτώνουν μέσα στο πλήθος ο ένας τον άλλο με μυτερό χαλκό. Η μάχη η θανατηφόρα έδειξε σα φουρτουνιασμένη θάλασσα από τα μακριά δόρατα, τα κοφτερά που βαστούσαν, και τύφλωνε τα μάτια η λάμψη του χαλκού από τις περικεφαλαίες που έλαμπαν, τους θώρακες τους φρεσκογιαλισμένους και τις λαμπερές ασπίδες, καθώς ανακατώνονταν.
Πολύ σκληρόκαρδος θα ήταν εκείνος που βλέποντας αυτή τη μάχη θα χαιρόταν και δε θα πονούσε η ψυχή του.»


Σκληρόκαρδος είμαι γιατί η ψυχή μου χαίρεται κάθε φορά που οραματίζεται τις επικές περιγραφές του Ομήρου. Οι θύελλες, η φουρτουνιασμένη θάλασσα, η εκτυφλωτική λάμψη του χαλκού συνθέτουν ιδανικό σκηνικό για τους ένοπλους άντρες που παίρνουν και δίνουν δόξα, τους ένδοξους εκείνους που αν και θνήσκοντες στη μάχη εντούτοις δεν παύουν να ζούν.
Γνωρίζω πως μάταια προσπαθώ να φανταστώ το λυκόφως των ηρώων ξεφυλλίζοντας βιβλία με κείμενα ή εικόνες καθισμένος στο άνετο γραφείο μου. Όμως επιμένω μέσα από την ιστορία και την τέχνη να αναζητώ σπαράγματα της αλήθειας.

Το ανατολικό αέτωμα του δωρικού ναού της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα κατασκευάστηκε γύρω στο 490 π.Χ. και εικονίζει τον πρώτο Τρωικό Πόλεμο τιμώντας τον Αιγινήτη ήρωα Τελαμώνα που πολέμησε δίπλα στον Ηρακλή. Είναι γνωστό στους μυημένους πως τα γλυπτά της μεγάλης τέχνης της αρχαιότητας φανερώνουν με αποκαλυπτικό τρόπο την αλήθεια εκείνων των ιδεών που σκληρύνθηκαν μέσα στην ύλη. Σε κάποια εικόνα της σύνθεσης αυτού του αετώματος μου αποκαλύφτηκε κάποτε το πρότυπο του ήρωα που πεθαίνει στη μάχη.
Πεσμένος στη βάση του νοητού τριγώνου, με κράνος μόνο και ασπίδα σε ηρωική γυμνότητα, ο θνήσκων οπλίτης ατενίζει τις μαύρες πύλες του Άδη διατηρώντας το περίφημο, αρχαϊκό μειδίαμα στα χείλη. Από τότε που τον ανακάλυψα, διακαώς επιθυμούσα να τον συναντήσω.


Ό καχύποπτος φύλακας του μουσείου με κοίταζε με περιέργεια. Με παρατηρούσε καθώς έφερνα γύρους περιμετρικά του εκθέματος που με συγκλόνιζε. Κι όταν ακούμπησα τα δάχτυλά μου στην οπή του στήθους για να πιστοποιήσω την πληγή από το θανατηφόρο βέλος, τότε μου ζήτησε αυστηρά να μην αγγίζω το άγαλμα. Ψιθύρισα μιά ψεύτικη συγγνώμη, γυάλιζε το μάτι μου, δεν θυμάμαι πόση ώρα στεκόμουν σιωπηλός στο ίδιο σημείο πριν αποχωρήσω. Ένας από τους βασικούς λόγους του ταξιδιού μου στο Μόναχο ήταν η ευλαβής λαχτάρα μου να θαυμάσω από κοντά τον μαρμάρινο, θνήσκοντα πολεμιστή.

Επέστρεψα στην ηρεμία του γραφείου μου και μελετώ ξανά τα ιερά κείμενα. Συνεχώς έκτοτε με στοιχειώνει η μορφή του πληγωμένου ήρωα που γέρνει το κεφάλι του στη μάχη... σαν παπαρούνα μέσα σε κήπο, που βάρυνε από τις ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες...!

«...Κι αυτός σωριάστηκε όπως σωριάζεται βαλανιδιά ή λεύκα ή πεύκο ψηλό που ξυλουργοί το έκοψαν με τα φρεσκοακονισμένα τσεκούρια τους πάνω στα βουνά, για να γίνει ξύλο γιά καράβι...»

«Βρόντησε καθώς έπεσε και το δόρυ έμεινε μπηγμένο στην καρδιά του, που καθώς σπαρταρούσε έκανε να τρέμει και η ουρά του κονταριού.»

«...κι έγειρε το κεφάλι του από τη μια μεριά, σαν παπαρούνα μέσα σε κήπο, που έχει βαρύνει από το σπόρο της και από τις ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες. Έτσι από τη μια μεριά έγειρε το κεφάλι του, καθώς το βάρυνε η περικεφαλαία.»






Οι φωτογραφίες: Από την τελευταία επίσκεψή μου στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Το άγαλμα βρισκόταν αρχικά τοποθετημένο στην αριστερή γωνία του ανατολικού αετώματος του ναού της Αφαίας. Πιθανότατα είναι δημιούργημα του Αιγινήτη γλύπτη Ονάτα.
Ο πρώτος Τρωικός Πόλεμος: Η εκστρατεία του Ηρακλή κατά της Τροίας με σκοπό να εκδικηθεί τον βασιλιά Λαομέδοντα γιατί δεν του έδωσε τα αθάνατα άλογά του σαν ανταμοιβή όταν ο Ηρακλής τον απάλλαξε από το κήτος του Ποσειδώνα.
Τα αποσπάσματα: ΙΛΙΑΣ (Ν 334-344 και Π 482-484, Ν 442-444, Θ 306-308), σε μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή.