24/4/08

ΕΓΚΟΣΜΙΑ ΙΠΠΟΣΥΝΗ

ΙΠΠΟΣΥΝΗ - ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η ικανότητα στα όπλα και το σαρκικό πάθος ορίζουν το πλαίσιο της Εγκόσμιας Ιπποσύνης. Τα πολεμικά παιχνίδια και το κυνήγι της ηδονής στη γη συμπληρώνουν την αναζήτηση της γνώσης και την επιδίωξη της αρετής στον ουρανό.

Αν η Ουράνια Ιπποσύνη προστατεύει τα υψηλά ιδανικά και το Φως του Απόλλωνα, η Επίγεια Ιπποσύνη καλλιεργεί την πολεμική αρετή και το Διονυσιακό Πάθος. Αν το Άγιο Δισκοπότηρο οριοθετεί την ανώτερη διάσταση των χριστιανών milites, το γυναικείο αιδοίο καθορίζει την πίστη των ερωτευμένων ιπποτών. Κι αν ο Γκάλαχαντ, ο Πέρσιβαλ κι ο Μπορς εκπροσωπούν την ιερή φρουρά, οι αντίστοιχοι ανίκητοι ιππότες επί γης είναι ο Λάνσελοτ, ο Τριστάνος και ο Λάμορακ.

Ο Λάνσελοτ, ο Τριστάνος και ο Λάμορακ ήταν οι ικανότεροι μαχητές και οι διασημότεροι παράνομοι εραστές. Ήδη στην αρχή των θρύλων, ο ίδιος ο Αρθούρος ήταν καρπός ενός παρόμοιου έρωτα ... του τυφλού πάθους του Ούθερ Πεντράγκον γιά την Ιγκρέιν, γυναίκα του Δούκα του Τίντατζελ.
Ο Λάνσελοτ ντι-Λέικ, ο λευκός ιππότης, γιός του βασιλιά Μπαν του Μπένγουικ και πατέρας του Γκάλαχαντ, υπήρξε εραστής της βασίλισσας Γκουίνεβιαρ, γυναίκας του καλύτερου φίλου του και ανώτατου βασιλιά.
Ο Τριστάνος ντε-Λιονές δοκίμασε το μαγικό φίλτρο της αγάπης και ερωτεύθηκε την Ιζόλδη, γυναίκα του θείου του βασιλιά Μαρκ της Κορνουάλης, ενώ και παλαιότερα λένε πως ήταν ερωτευμένος με τη σύζυγο του ιππότη Σεγκβάριντες.
Ο Λάμορακ ντε-Γκέιλζ, γιός του βασιλιά Πέλινορ και αδερφός του Πέρσιβαλ, αποκαλούμενος και ιππότης με την κόκκινη ασπίδα, ήταν εραστής της βασίλισσας Μαργκόζ, γυναίκας του βασιλιά Λοτ του Όρκνι.

«Πώς είναι δυνατόν να είσαι άξιος ιππότης και να μην είσαι ερωτευμένος;» αναρωτιόταν ο Τριστάνος συνομιλώντας με τον ιππότη Ντίνανταν. Η ωραία Ιζόλδη συνεχίζοντας την ίδια συζήτηση απορούσε και τον ξαναρωτούσε: «Πώς μπορείς να είσαι ιππότης και να μην είσαι εραστής ; Δεν είναι ντροπή;»
Αυτό ήταν το το μυστικό της ανώτερης δύναμης των αμαρτωλών. Νικούσαν γιά να διατηρούν το θαυμασμό των αγαπημένων κυριών τους και τα κατορθώματά τους ήταν μεγάλα.

Ο Λάνσελοτ ντι-Λέικ ήταν ο απόλυτος ιππότης. Έλαβε μέρος σε αμέτρητες μάχες, σκότωσε γίγαντες και εξόντωσε τον δράκοντα που ξερνούσε φωτιά και κατοικούσε στον βρωμερό τάφο. Στο Νησί της Χαράς νίκησε σε κονταρομαχία πεντακόσιους ιππότες μέσα σε τρείς ημέρες. Οι ιστορίες του δεν έχουν τέλος.
Ο Λάμορακ ντε-Γκέιλζ ήταν ο καλύτερος κονταρομάχος, ανίκητος σχεδόν σε όλους τους αγώνες. Στο Κάμελοτ νίκησε τον Γκάουεϊν και τους αδερφούς του κι άλλους δώδεκα ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης. Στο κάστρο της Μόργκαν λε-Φε νίκησε δώδεκα ιππότες αλλά και τον ιππότη Ντίνανταν και τον σαρακηνό ιππότη Παλόμιντες όταν νόμισε πως τον υποτίμησαν. Στους οκταήμερους αγώνες της χώρας Σούρλουζ, κέρδισε το δεύτερο βραβείο της γιόστρας ενώ καλύτερός του αναδείχτηκε μόνον ο Λάνσελοτ. Κάποτε νίκησε τριάντα ιππότες του βασιλιά Μαρκ κι έπεσε στο τέλος μόνον από τον Τριστάνο. Στο δάσος του κάστρου Πέριλους όμως νίκησε σε κονταρομαχία και τον Τριστάνο κι έπειτα σε ισόπαλη μονομαχία με σπαθιά ορκίστηκαν από αλληλοσεβασμό να μην αναμετρηθούν ποτέ ξανά μεταξύ τους.
Ο Τριστάνος ντε-Λιονές ήταν επίσης απαράμιλλος πολεμιστής, ισάξιος των άλλων δύο στις γιόστρες. Κάποτε, τέσσερις ώρες μονομαχούσαν με τον Λάνσελοτ, αμίλητοι χωρίς κανείς να νικάει και στο τέλος ισόπαλοι, γονατιστοί και ματωμένοι πρόσφεραν ο ένας στον άλλον τα σπαθιά τους. Ο Τριστάνος όμως ήταν και σπουδαίος αρπιστής και πρότυπο των κυνηγών. Διάσημος γιά την ικανότητά του να φυσάει το κυνηγετικό κέρας σε κάθε δυνατό τόνο και ένταση, αυτός πρώτος καθιέρωσε το κυνήγι με γεράκι και αντιστοίχισε τα φυσήματα του βούκινου με τα διαφορετικά κυνηγετικά παραγγέλματα.

Και οι τρείς τους έμειναν αξέχαστοι όχι μόνον γιά τα ανδραγαθήματα αλλά επίσης γιά τα παθήματα του έρωτα.

Ο Λάνσελοτ ξεγελάστηκε με μάγια και απάτη και πλάγιασε με την Ιλέιν, την κόρη του βασιλιά Πέλες του Παράξενου Πύργου, νομίζοντας πως ήταν η Γκουίνεβιαρ. Κι όταν και δεύτερη φορά τον ξεγέλασαν γιά να πλαγιάσει μαζί της και το ανακάλυψε η Γκουίνεβιαρ, η τρέλα που τον κατέλαβε κράτησε δύο χρόνια. Γυρνούσε από τόπο σε τόπο, άοπλος με σαλεμένο μυαλό και χρειάστηκε η παρέμβαση του Γκράαλ γιά να γιατρευτεί.
Παρομοίως, όταν ο Τριστάνος παρεξήγησε την Ιζόλδη γιά απιστία με τον ιππότη Κεχίντιους, έβγαλε την πανοπλία του και τριγυρνούσε μέσα στο δάσος μισόγυμνος, κλαίγοντας και παίζοντας άρπα σαν κυνηγημένος τρελός.
Κι o Λάμορακ είδε την αγαπημένη του να σφάζεται από τον ίδιο της τον γιό και λούστηκε στο αίμα της όταν ο Γκάχερις τους έπιασε γυμνούς, μαζί στο κρεβάτι. Κι από τότε τριγυρνούσε ντροπιασμένος και με τσακισμένη καρδιά.

Τραγικό ήταν και το τέλος τους.
Ο Τριστάνος δολοφονήθηκε από τον βασιλιά Μάρκ καθώς έπαιζε αμέριμνος την άρπα του.
Τον Λάμορακ τον σκότωσαν σε ενέδρα ο Γκάουεϊν, ο Γκάχερις, ο Μόρντρεντ και ο Άγκραβεϊν.
Όσο γιά τον Λάνσελοτ .... είναι γνωστό πως δεν αξιώθηκε τη λύτρωση του Δισκοπότηρου κι όταν τέλειωσε η αναζήτηση, λησμόνησε τις υποσχέσεις του γιά κάθαρση κι ενέδωσε ξανά στον μεγάλο του έρωτα.
Μετά τον θάνατο του Αρθούρου, πήγε και βρήκε την Γκουίνεβιαρ, καλόγρια στο μοναστήρι του Άλμεσμπερι κι ακόμη και τότε της ζήτησε να τον φιλήσει γιά τελευταία φορά. Έπειτα φόρεσε το ράσο στο ξωκλήσι κοντά στο Γκλάστονμπερι κι έμεινε εκεί σαν ασκητής ενώ αργότερα χειροτονήθηκε και πέθανε ιερέας κι όχι πολεμιστής.

Αυτός ήταν ο κόσμος των ονείρων της επίγειας ιπποσύνης, γεμάτος μεγάλα κατορθώματα και πικρή αγάπη.
Αληθινά ήταν τα λόγια του Παλόμιντες προς τον Τριστάνο....πως η αγάπη είναι ελεύθερη γιά όλους τους ανθρώπους και πως ακόμη κι αν η Ιζόλδη δεν τον θέλει αυτός θα την αγαπά ως την τελευταία του πνοή ...
Αληθινό ήταν και το μαγικό κύπελλο της Μόργκαν λε-Φε, που αποκάλυπτε τις άπιστες κυρίες στους άνδρες τους, αυτό που το δοκίμασαν εκατό στην αυλή του βασιλιά Μαρκ και μόνον τέσσερις βρέθηκαν πιστές ...

Τι κι αν οι ιππότες ορκίζονταν στο σταυρό του ξίφους τους. Όταν ξύπναγε μέσα τους αβάσταχτος ο έρωτας έχαναν την επαφή τους με τον κόσμο. Ερωτομαγεμένοι ξεπέζευαν, ξαρματώνονταν και τριγυρνούσαν στα αδιαπέραστα δάση με σαλεμένα τα λογικά ... Η αγνότητα παρέμενε άπιαστο προνόμιο της ουράνιας ιπποσύνης.
Ο αγαθός Πέρσιβαλ μπορεί να ελευθέρωσε τον Τριστάνο από το κάστρο που τον είχε φυλακίσει ο Μάρκ, αλλά ήταν πολύ τίμιος γιά να πιστέψει πως ο φίλος του είχε ερωμένη τη γυναίκα του θείου του.
Ο Λάνσελοτ μόνον είχε επίγνωση της αμαρτίας κι ας μην μπορούσε να της αντισταθεί. Όταν ζούσε στο Νησί της Χαράς αποκαλούσε τον εαυτό του «ιππότη που αμάρτησε». Μπορεί να μετανόησε τελικά και να πέθανε ιερωμένος και άγγελοι να τον συνόδευαν όταν περνούσε τις πύλες του ουρανού, όμως άφησε πίσω του κληρονομιά το πιό διάσημο από τα όπλα του.

Γιατί η μαύρη ασπίδα του με την ασημένια εστεμμένη βασίλισσα και τον ιππότη που γονατίζει στα πόδια της είναι το σύμβολο της εγκόσμιας ιπποσύνης.


Ουράνια και επίγεια ιπποσύνη θα ξανασυναντηθούν στο Βασίλειο του Καλοκαιριού.
Βαθιά μέσα στο φοβερό βουνό, στον άξονα του κόσμου, κοιμάται ο Βασιλιάς του Καλοκαιριού και περιμένει να σημάνει η ώρα της μεγάλης μάχης. Τότε, στην ώρα της ανάγκης θα καλέσει στα όπλα την παλαιά φρουρά.
Και στην τελευταία μάχη η Ιπποσύνη θα ξαναγίνει μία και η μαύρη ασπίδα του Λάνσελοτ θα πάρει τη θέση της δίπλα στην λευκή ασπίδα του Γκάλαχαντ με τον κόκκινο σταυρό. Και πατέρας και γιός θα καλπάζουν δεξιά και αριστερά του Αρθούρου κάτω από την ιερή, πολεμική μας σημαία.

Και στη σημαία, ο Ανίκητος Ήλιος θα δοξάζει το κάλλος του Αισθητού Κόσμου και θα ενώνει την αμαρτωλή Γη με τον άσπιλο Ουρανό.




Οι πίνακες: Before the Battle - Tristram and Isolde drinking the Love Portion - Arthur’s Tomb (The last meeting of Lancelot). Έργa του Dante Gabriel Rossetti.
Συγγένειες με σημασία: Ο Λάνσελοτ είναι πατέρας του Γκάλαχαντ και θείος του Μπορς. Ο Λάμορακ είναι αδερφός του Πέρσιβαλ.
Η απάντηση του Ντίνανταν στην Ιζόλδη: «Η χαρά του έρωτα είναι εξαιρετικά σύντομη και τα λυπηρά που ακολουθούν διαρκούν πάρα πολύ».
Ο Παλόμιντες προς τον Τριστάνο: «Τολμώ να πω ότι αγαπώ ακόμη και τους εραστές της ωραίας Ιζόλδης, διότι είναι η κυρία που λατρεύω πάνω απ’ όλες...»
Ο Κεχίντιους: Ιππότης που πέθανε από το μαράζι του γιά την αγάπη της Ιζόλδης.
Morte d’Arthur: Του ιππότη Thomas Malory. Το αρχείο των θρύλων του Ιπποτισμού που εκδόθηκε γιά πρώτη φορά στα 1485.
Η ιστορική ιπποσύνη: Εμφανίζεται στις αρχές του 11ου αιώνα.
Αφιερωμένο: Από έναν φιλότεχνο - εμένα - προς όλους τους πλανημένους, φίλους μου «εραστές». Προσοχή στις υποσχέσεις γιατί κρύβουν πίσω τους αυθάδεια ...

16/4/08

ΠΡΟΜΑΧΟΣ

Είναι οργισμένος μάγος, αρχιερέας της αλήθειας και κυανός πολεμιστής.
Είναι φύλακας των ονείρων, άγγελος της μελαγχολίας και πρόμαχος άγνωστων ιδανικών.

Δαίμονες τον καθοδηγούν και διλήμματα τον καθορίζουν.
Μεθυσμένος από φίλτρα και δεμένος με ξόρκια, στις θάλασσες της μοίρας ταξιδεύει.
Γνώση και γαλήνη αναζητά κι όμως πίσω από το ωχρό πρόσωπο και τα πορφυρά μάτια, μαύρος όλεθρος παραμονεύει.
Στο στενό μονοπάτι ισορροπεί, ανάμεσα στον Νόμο και στο Χάος.

Το τέλος του Κόσμου φέρνει μαζί του.


Στο τέλος του Κόσμου, στο τελευταίο μαγικό ηλιοβασίλεμα, μακάρι να μπορούσα κι εγώ τους πολύχρωμους πύργους της Ίμριρ ν’ ατενίσω ...

Αχ... Πόσο τον ζηλεύω τον ασπρομάλλη με το αναιμικό κορμί !
Πόσο θα ήθελα, έστω γιά μιά φορά, να κρατήσω στα χέρια μου το μαύρο σπαθί των ψυχών !

Πρόθυμα έπειτα, θα δεχόμουν να πληρώσω το τίμημα ...

" Σοφός αρχιερέας της αλήθειας,
Κρυστάλλινη φωνή, όπου κατοικεί του θεού η παγωμένη πνοή,
Οργισμένος μάγος,
Που κάτω από τον φλεγόμενο μανδύα του αντηχεί η κυανή πανοπλία του πολεμιστή
''




Ο πίνακας: Sailor on the Seas of Fate του Michael Whelan.
Ο πολεμιστής: Έλρικ, τετρακοσιοστός εικοστός όγδοος, μάγος αυτοκράτορας του Μελνιμπονέ.
Ο ποιητής: Ο Αυστριακός Georg Trakl (1887-1914). Εθισμένος στα ναρκωτικά, πέθανε από υπερβολική δόση σε ηλικία 27 χρονών.
Το ποίημα: KARL KRAUS, από την ποιητική του συλλογή Ο SEBASTIAN ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ, σε μετάφραση της Ελ. Νούσια.

6/4/08

ΛΥΤΡΩΣΗ ΣΤΟ ΞΑΝΑΝΤΟΥ

Ο ποιητής ήταν εθισμένος στο όπιο. Το ναρκωτικό ανακούφιζε τους πόνους και τα πρώτα χρόνια τον βοηθούσε να ονειρεύεται ενώ αργότερα του προκαλούσε άγριους εφιάλτες. Η ακατέργαστη ουσία των θαυμαστών ποιημάτων του πήγαζε από τις παραστάσεις αυτών των ονείρων. Η τεχνική δεινότητα και η δημιουργική του φαντασία μετέτρεπαν την μαγική ύλη των ονειρικών παραστάσεων σε υψηλή λογοτεχνική δημιουργία.

Περιπλανώμενος ιππότης μέσα στο δάσος των ψευδαισθήσεων, ψάχνοντας το παραμυθένιο βασίλειο, διασταυρώθηκα αναπόφευκτα κι εγώ με τα όνειρά του.
Το μυστικιστικό δέος που τα ποιήματα μου προκαλούσαν, την υποτιθέμενη καταγωγή της ποίησης από την μαγική παράδοση επιβεβαίωσε. Πρώτα η Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού μου έμαθε τι να περιμένω κι έπειτα ο Κούμπλα Χαν μου έδειξε το μυστικό δρόμο προς την ανύπαρκτη χώρα.


Έτσι ανικανοποίητος και θλιμένος, αναζητώντας καταφύγιο πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, βρήκα τη λύτρωση στο Ξαναντού.

Το όνομα είχε από μόνο του μιά μουσική ποιότητα που με γοήτευε πριν ακόμη την ανάγνωση του ποιήματος. Κι αν οι μεγάλοι ρομαντικοί ποιητές της Δύσης ταξίδευαν στη μακρυνή Ανατολή, εγώ αντίθετα τον μύθο έψαχνα στους ομιχλότοπους της Δύσης. Ο μαγεμένος Αλφ κυλούσε στα νησιά των Κελτών κι ο Κούμπλα Χαν ήταν γιά μένα βασιλιάς των Τουάθα ντε Ντανάαν.

Ακολουθώντας το ιερό ποτάμι Αλφ, πριν χρόνια στο παλάτι βρέθηκα του Νουάντα με το ασημένιο χέρι. Η ηχώ της μουσικής των ξωτικών με συνεπήρε στα έγκατα των ιερών λόφων. Στο περιστρεφόμενο κάστρο της Αρίανρχοντ, στο καθαρτήριο της Λευκής Θεάς της ζωής και του θανάτου περίμενα την αναγέννηση. Προσδοκούσα μυστική θέαση της φύσης στα επικίνδυνα σύνορα των φανταστικών κόσμων, μακρυά από τον πλασματικο κόσμο της συνήθειας και της συμβατικής πραγματικότητας.

Μπροστά στα μάτια μου παρέλασαν οι τέσσερις καβαλάρηδες των Sidhe μεταφέροντας τα ιερά σύμβολα της παράδοσης: Ο πρώτος το δένδρο της ζωής, ο δεύτερος το δισκοπότηρο της αγάπης, ο τρίτος το σπαθί της δύναμης κι ο τέταρτος τον κρύσταλλο της αποκάλυψης του χρόνου.

Όμως στις ερωτήσεις δεν απάντησα σωστά, τίποτα δεν κατάλαβα από σύμβολα και αλληγορίες, σοφία και έρωτα, ελπίδα και υπομονή. Οι πολεμόχαρες, προγονικές φωνές τρόμαξαν τις φασματικές μορφές και σαν σκιά χάθηκε το Ξαναντού πριν καν προλάβω την Ωραία Κυρία ν' αντικρύσω.


Ο ΚΟΥΜΠΛΑ ΧΑΝ

Ο Κούμπλα Χαν στο Ξαναδού είχε κάμει
παλάτι αρχοντικό και του έρωτα φωλιές,
εκεί που ο Αλφ κυλούσε, το ιερό ποτάμι
μέσ’ από θεόρατες σπηλιές
σε ανήλιες κάτω ακρογιαλιές.
Δυό φορές πέντε μίλια γης παχιά
ζωσμένη ήταν με πύργους και τοιχιά
και μέσα ρυάκια φιδωτά σε κήπους λαμπιρίζαν,
όπου μυριστικών δεντρών μεθούσ’ η ανθοβολή·
και μέσα λόγγοι εδώ κ’ εκεί στον ήλιο πρασινίζαν,
σαν τα βουνά, τόσο παλιοί.
Μα ω! η ρομαντική χαράδρα, η βουλιαγμένη
κάτω απ’ των κέδρων τη σκεπή, στην πράσινη πλαγιά!
τι αγριοτοπιά ! ιερή και μαγεμένη,
λες κ’ είναι από γυναίκας θρήνο στοιχειωμένη,
που κλαίει γι’ αγάπη ξωτικού σε χασοφεγγαριά!
Κι απ’ τη χαράδρα με άπαυτην αντάρα χοχλακώντας,
σαν η ίδια η γης να ξεφυσά με κόπο αγκομαχώντας,
μεγάλη ανάβρα ορμητικά τινάζει τα νερά της·
και στο ανεβοκατεβαστό γοργό ξεπέταμά της
πελώρια βράχια αναπηδούν, στην πλάκα όπως χαλάζι,

ή όπως διράβδι τα σπειριά στο άχυρο αναταράζει:
και μες στο χοροπήδημα των κοτρωνιών, ολοένα
ξεχύνει ξάφνου ο ποταμός με ορμή νερά αφρισμένα.
Όλο μαιάντρους το ιερό ποτάμι πέντε μίλια
σε λόγγους και σε λαγκαδιές κλωθοκυλά,
στα θεόρατα έφτανε από κεί τα σπήλια
και με βροντή βούλιαζε πια σε πέλαγα σιωπηλά:
Και στη βροντή του ο Κούμπλας γρίκαε μακρινές
προγονικές και πολεμόχαρες φωνές

Ο ίσκιος τού παλατιού ως αλάργα
στα κύματα έπλεχε, κ’ εκεί
απ’ τις σπηλιές κι’ απ’ την ανάβρα
σμιχτή γρικιόταν μουσική.
Μαστοριάς σπάνιας ήταν θάμα,
λιοπάλατο και κρουσταλλοσπηλιές αντάμα!

Μιά αρχοντοπούλα με τη λύρα
στ’ όνειρό μου είδα μιά φορά !
της Αβησσύνιας ήταν κόρη
κι έψελνε της Αβόρας τα όρη,
κρούοντας τα τέλια τ’αργυρά.
Να ξανακούσω μέσα μου αν μπορούσα
και τη φωνή και το σκοπό,
απ’ αναγάλια τόσο θα σκιρτούσα,
που με πλατύν αχό και χαρωπό
θά ’σταινα το παλάτι στον αέρα,
λιοπάλατο και κρουσταλλοσπηλιές!
κι όσοι γρικούσαν, θα τα βλέπαν εδωπέρα
κι όλοι θα κράζαν: Κάντε πέρα! πέρα!
τα μάτια του πετούν φωτιές
κ’ η κόμη του είν’ ανεμιστή!
Ζώστε τον τρίδιπλα μπρος πίσω
και κλείστε μ’ ιερό δέος τα μάτια ευτύς,
τι αυτός το μάννα έχει γευτεί
κι έπινε γάλα παραδείσιο.


Κάθε φορά που με απόγνωση σκέφτομαι τις μάταιες απαιτήσεις και το αδιέξοδο των ευθυνών, μιά νοσηρή νοσταλγία με κυριεύει γιά την μακρυνή κοιλάδα των θαυμάτων και του πεπρωμένου.
Ακολουθώντας το ιερό ποτάμι Αλφ κάποτε στους πύργους θα ξαναβρεθώ του Ξαναντού. Εκεί στο γύαλινο Κάιρ Αρίανρχοντ, στον αστερισμό Corona Borealis, θα συναντήσω την αρχοντοπούλα με τη λύρα, που εξουσιάζει τους ποιητές. Από τη δέσποινα, πρώτα συγχώρεση θα ζητήσω κι έπειτα λήθη και πόθους σαρκικούς.

Λαγνεία κι όχι αγάπη θ’ απαιτήσω,
ακόμη και τον ήλιο θ’ αρνηθώ
και μέσα στη νύχτα της ψυχής,
προσμένοντας θα ονειρευτώ.



Ο ποιητής
: Samuel Taylor Coleridge, κορυφαίος Άγγλος ρομαντικός.
Το ποίημα: Kubla Khan (1798), σε μετάφραση του Γ. Ν. Πολίτη.
Οι πίνακες: The Riders of the Sidhe (1911) και Head of a Goddess του Σκωτσέζου συμβολιστή ζωγράφου John Dunkan.
Η εικόνα: Dagda and the Woman of Uinnius (1981) του Ιρλανδού ζωγράφου Jim Fitzpatrick.
Η Λευκή Θεά: Η Μεγάλη Θεά. Επίσης, τίτλος βασικού βιβλίου μυθολογίας του Ρόμπερτ Γκρέϊβς.

30/3/08

ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΜΑΧΩΝ

« Καί εγένετο πόλεμος έν τώ ουρανώ, ό Μιχαήλ καί οί άγγελοι αυτού τού πολεμήσαι μετά τού δράκοντος. Καί ό δράκων επολέμησεν καί οί άγγελοι αυτού, καί ούκ ίσχυσεν, ουδέ τόπος ευρέθη αυτών έτι έν τώ ουρανώ.»


Ήταν όλοι τους αθάνατοι και ωραίοι. Πολεμιστές με αστραφτερές πανοπλίες και πολύχρωμα φωτοστέφανα, που συγκρούονταν ακατάπαυστα στους έμπυρους κύκλους του διαστήματος.

Σύμφωνα με την Κοσμολογία, πριν από 14 δισεκατομμύρια χρόνια ο Κόσμος γεννήθηκε μέσα σε μιά ανεξήγητη έκρηξη φωτός. Όλη η ύλη και η ενέργεια, που ήταν συγκεντρωμένες σε μιά απειροελάχιστη σφαίρα σε κατάσταση μέγιστης ομοιομορφίας και τάξης, απελευθερώθηκαν και δημιούργησαν τον διαστελλόμενο χωρόχρονο. Στο αρχικό υπέρθερμο και πυκνό σύμπαν, η ενέργεια της φωτεινής ακτινοβολίας υπερτερούσε της σταθερής ενέργειας των σωματιδίων της ύλης. Οι μονάδες φωτός, τα φωτόνια συγκρούονταν συνεχώς με τα υλικά σωματίδια, δεν διαχέονταν και έτσι το πρώτο Σύμπαν παρέμενε αδιαφανές.



Στους ουράνιους θόλους συγκρούονταν οι πολεμιστές της αυγής, σε αιθερικές μάχες δίχως τέλος, δίχως νικητές. Ο πόλεμος ήταν παιχνίδι και οι μάχες χορογραφίες. Οι πληγές έκλειναν με την ίδια ευκολία που άνοιγαν και η ένταση της προσπάθειας πλημμύριζε το σύμπαν. Όμως η χαρά ήταν ουδέτερη, δεν επαρκούσε, δεν ήταν η μέθη της νίκης που συνεπαίρνει. Πώς μπορείς άραγε να γιορτάσεις τη νίκη αν δεν έχεις φοβηθεί την ήττα. Η ήττα πρέπει να οδηγεί σε τιμωρία όπως η νίκη σε ανταμοιβή. Οι ουράνιοι ιππότες έπαιζαν χωρίς φόβο και πάθος και γι’ αυτό δεν απολάμβαναν τα ενδεχόμενα.

Τότε αποφάσισαν πως έπρεπε να μεγιστοποιήσουν την ένταση της μάχης αλλάζοντας τα δεδομένα. Το παιχνίδι συναρπάζει μόνον όταν διαφορετικές προθέσεις και σκοποί αντιμάχονται. Ο ύψιστος σκοπός θα ήταν κυριαρχία στο σύμπαν, η μέγιστη ποινή στέρηση της ελευθερίας. Η ανελευθερία πάντα επιφέρει υλική δέσμευση και αισθητική κατάπτωση, φθορά και μεταμόρφωση σε ασχήμια.
Έτσι τα επίπεδα του παιχνιδιού ανανεώθηκαν, νέες προοπτικές ανοίχθηκαν και οι πίστες αναβαθμίστηκαν.

Οι πρώην σύντροφοι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις γιά να διεκδικήσουν το νεοσύστατο άπειρο. Αρχάγγελοι των δυνάμεων και παντοδύναμοι Θρόνοι κατέθεσαν αντίθετες προθέσεις, προσδοκώντας λύτρωση και συναρτώντας το μέλλον με την έκβαση του παιχνιδιού. Η δύναμη της θέλησης θα μεταμόρφωνε τις προσδοκίες. Αρχηγοί πρωτοστάτησαν: ο πιστός και προβλέψιμος Μιχαήλ, στεγανά θωρακισμένος μέσα στην χρυσοκάστανη πανοπλία του και ο άπιστος κι απρόβλεπτος Εωσφόρος, απατηλά εύθραυστος στην πορφυροκόκκινη δική του. Οι πανοπλίες έλαμπαν και τα μακριά δόρατα τύφλωναν σαν αστραπές μέσα στις γιόστρες του διαστήματος. Ωραίοι και Δυνατοί σαν τη θύελλα, σαν φοβεροί άνεμοι, θέριζαν στα ουράνια χωράφια μέσα σε χρώματα ερυθρά, κυανά, χρυσά και ιώδη.
Αρχές και Κυριότητες, Δυνάμεις και Εξουσίες έσπαγαν τα κρυστάλλινα οχυρά. Πύκνωναν οι φάλαγγες των ιπποτών και έσμιγαν οι ασπίδες, χτύπαγαν οι περικεφαλαίες και ανέμιζαν οι φοβερές φούντες. Τα φλόγινα σπαθιά στα χέρια των Χερουβείμ και των Σεραφείμ έβαζαν φωτιά στα όρια των πιθανοτήτων.


Και τότε, είδα το σπαθί του Μιχαήλ να πέφτει με δύναμη στο κεφάλι του Σατάν και από το χτύπημα, το πράσινο σμαράγδι να αποσπάται από το κράνος του και να χάνεται στο χάσμα του διαστήματος.
Τελικά, 400 χιλιάδες χρόνια μετά την αρχέγονη έκρηξη, η σταθερή ενέργεια των υλικών σωματιδίων υπερίσχυσε της ενέργειας της φωτεινής ακτινοβολίας. Τα φωτόνια έχαναν ενέργεια κρυώνοντας και έτσι η ύλη κυριάρχησε. Καθώς όμως σχηματίζονταν τα ουδέτερα άτομα, τα φωτόνια απελευθερώθηκαν και άρχισαν να διαχέονται παντού κάνοντας το σύμπαν διαφανές. Το φως αποδεσμεύτηκε από την ύλη.

Μεγαλείο και συντριβή, λάμψη και σκοτεινιά, Φως και Ύλη. Τη στιγμή της διαφάνειας η ωραία στρατιά με τα σιδερένια χέρια πλήρωσε το τίμημα της ήττας και μεταμορφώθηκε στα σιχαμερά όντα της Κόλασης. Είδα τους νικημένους θεούς με τα λαμπερά μάτια να μετατρέπονται μέσα σε κούφια βογγητά σε σκοτεινούς δαίμονες, με ξεδοντιάρικα στόματα γεμάτα αφρούς και κόκκινα σαγόνια. Τέλεια κορμιά σάπιζαν βρωμώντας θειάφι και αποκρουστικά πρόσωπα στην χαλκοπράσινη φωτιά ξερνούσαν μαύρο αίμα. Μεταμορφώνονταν σε όρνια και ακρίδες, δράκους και θηρία με καμπουριαστές μύτες και νύχια γαμψά, στρεβλά κέρατα και φιδίσιες ουρές.
Στην πύρινη άβυσσο γκρεμίστηκαν έτσι οι κρατερές φάλαγγες, σε μαυροκίτρινες φλόγες.


Σε εκείνη την υπέρτατη μάχη θαύμαζα την ομορφιά των συντρόφων, αναποφάσιστος και απορημένος, αδιάφορος γιά το αποτέλεσμα. Αρνήθηκα να λάβω μέρος κι έμεινα να παρακολουθώ σαν ουδέτερος κι ανάξιος παρατηρητής. Καταραμένος έπειτα ανάμεσα στους ανθρώπους είχα άπλετο χρόνο να επαναξιολογήσω τα δεδομένα.

Η ταχύτητα του φωτός οδηγεί πιά το διαστελλόμενο σύμπαν. Το φως προηγείται της ύλης στις αχανείς εκτάσεις του απείρου. Όμως δεν υπάρχει πραγματική χαρά χωρίς επιθυμητό, ανανεωμένο παιχνίδι. Ο Ουριήλ αισιόδοξα μηνύματα μου μεταφέρει, πως ένας νέος κύκλος σύντομα πρόκειται να αρχίσει, ο μετρητής θα μηδενίσει και τους παλιούς συντρόφους μου θα ξαναβρώ.
Πίστευα κι εξακολουθώ να πιστεύω πως το σύμπαν δικαιώνεται μόνον σαν αισθητικό φαινόμενο. Άραγε, αυτή τη φορά με ποιά παράταξη θα συνταχθώ ... ;



Οι εικόνες: Το αριστούργημα του Πίτερ Μπρέγκελ “Η Πτώση των Επαναστατημένων Αγγέλων” (1562). Σε μεγέθυνση ο Αρχάγγελος Μιχαήλ από το κέντρο του πίνακα και δύο σκοτεινοί άγγελοι. Ο ένας σαλπίζει γιά τελευταία φορά στον ουρανό καθώς ολοκληρώνεται η μεταμόρφωσή του.
Το εισαγωγικό απόσπασμα: Από την Αποκάλυψη του Ιωάννη.
Η σκηνή της μάχης: Σταθερός κανόνας οι ανυπέρβλητες περιγραφές της Ιλιάδας. Ο Χαμένος Παράδεισος επίσης.
Τα φωτόνια: Οι ελάχιστες ποσότητες φωτός.
Τα αρχικά φωτόνια: Σήμερα έχουν μετατραπεί σε ακτινοβολία συχνότητας μικροκυμάτων και δεν είναι πιά ορατό φως. Αρχέγονη, διάχυτη ακτινοβολία μικροκυμάτων που ανιχνεύτηκε το 1965.
Ουριήλ: Άγγελος, ο φύλακας της σφαίρας του Ήλιου.
Το πράσινο σμαράγδι: Σύμφωνα με μία εκδοχή, το αληθινό Γκράαλ.

23/3/08

MOBILIS IN MOBILE

Κινούμενος μέσα στα κινούμενα....o πλοίαρχος ταξιδεύει στις θάλασσες του χρόνου. Ταξιδεύει και ονειρεύεται ιδανικούς προορισμούς και ανύπαρκτα λιμάνια, αχαρτογράφητα μέρη που η ανθρωπότητα ευημερεί, η δικαιοσύνη βασιλεύει και το πνεύμα κυριαρχεί. Ο πλοίαρχος ταξιδεύει σε θάλασσες από ιδέες και χαρτί και πέφτοντας από τις άκρες των σελίδων συνεχίζει την πορεία του στην φαντασία συνεπαρμένων, έφηβων αναγνωστών, που ονειρεύονται όπως αυτός ανύπαρκτους προορισμούς και ιδανικά λιμάνια ...ελευθερία και αρετή.

Έτσι τον γνώρισα τον πλοίαρχο, παιδί με καθαρά μάτια και ενοχλητικές απορίες. Τον πίστεψα και μπάρκαρα μαζί του στο πολεμικό του υποβρύχιο να μυηθώ στα μυστικά της αληθινής αριστοκρατίας και να βυθομετρήσω την άβυσσο. Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά και με θολά μάτια, επανέρχομαι, τον θυμάμαι και τον τιμώ γιατί αυτός ήταν ο πρώτος μου πνευματικός πατέρας ... ο πλοίαρχος Νέμο.


Η πρώτη του εικόνα που στη μνήμη μου ανακαλώ είναι σε ένα ασπρόμαυρο λυκόφως, στα πέρατα της γης, στο Νότιο Πόλο. Στην ενενηκοστή μοίρα, καρφώνει τη μαύρη σημαία με το χρυσό Ν, διεκδικεί γιά βασίλειό του τον Πόλο και με υψωμένο το δεξί του χέρι χαιρετά τον Ήλιο που δύει.
Έπειτα οι αναμνήσεις συμπλέκονται και αποκτούν χρώμα και μουσική: Ο Πλοίαρχος σκυμμένος στο αρμόνιό του, βυθίζεται στους μελαγχολικούς ήχους μιάς μουσικής ονειροπόλησης και τα δάχτυλά του χτυπούν μόνο τα μαύρα πλήκτρα. Στα φωτισμένα από τον ηφαιστειακό πυρσό, ερείπια της καταποντισμένης Ατλαντίδας δίπλα σε μιά χορταριασμένη στήλη, αναπολεί τον αρχαίο κόσμο. Μέσα στην καταιγίδα, στην καταρρακτώδη βροχή και τα πελώρια κύματα, δεμένος στο κατάστρωμα κοιτάζει κατάματα τις αστραπές και προκαλεί τα στοιχεία της φύσης.

Αυτός είναι ο δαίμονας των βυθών, ο Κανένας, που σαν άλλος Οδυσσέας θέλει ανώνυμος να ξεφεύγει από τους Κύκλωπες, με τη διαφορά πως γι’ αυτόν φυλή των Κυκλώπων αποτελεί ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Μισάνθρωπος αλλά κι ανθρωπιστής, σκληροτράχηλος κι όμως ευαίσθητος ονειρευτής, ο πλοίαρχος διχάζεται ανάμεσα στο μίσος του γιά την άδικη ανθρωπότητα και τον οίκτο του γιά τους αδικημένους. Μπορεί να έχει διαρρήξει τους δεσμούς του με την κοινωνία, όμως δακρύζει γιά τους σκοτωμένους συντρόφους του, παλεύει σώμα με σώμα με καρχαρία γιά να σώσει κάποιον εξαθλιωμένο βουτηχτή και ενισχύει με χρυσάφι τον αγώνα των Ελλήνων της Κρήτης κατά των Τούρκων.


Ο Νέμο δεν είναι «πολιτισμένος άνθρωπος», δεν υπακούει στους κανόνες της κοινωνίας, δεν λογαριάζει τους ανθρώπινους νόμους. Όπως ο ίδιος λέει ... δεν χρειάζονται καινούριες ήπειροι στη γη, αλλά καινούριοι άνθρωποι! ... γιατί έχει συναντήσει παντού αγρίους ...
Κι όμως μέσα στο θυμό και την περιφρόνηση που τον χαρακτηριζει, ο Νέμο δεν είναι αναρχικός. Αντιθέτως είναι ιδεαλιστής και αριστοκράτης, εκδικητής και τιμωρός, πολεμιστής κι επαναστάτης ... γιά έναν κόσμο τάξης στα δικά του μέτρα και σταθμά.

Ηγέτης, μαχητής και παράλληλα συλλέκτης, φιλότεχνος, ερευνητής και μηχανικός. Μηχανικός και κατασκευαστής του ηλεκτροκίνητου, υποβρύχιου πλοίου του, ο Νέμο συνδυάζει την επιστημονική κατάρτιση και την προσήλωση στην τεχνολογία με την αγάπη των καλών τεχνών. Χρησιμοποιεί τις γνώσεις του γιά να θωρακίσει την αυτονομία του, μετατρέποντας τον Ναυτίλο σε απρόσβλητο θύλακα ανεξαρτησίας. Μέσα στον Ναυτίλο, ο μηχανικός γίνεται μύστης και ιερέας των μυστικών της ελευθερίας. Η σιδερόφραχτη μηχανή προστατεύει το εσωτερικό ιερό από τον βέβηλο εξωτερικό κόσμο και υπηρετεί την βαθιά ανάγκη γιά απομόνωση και φυγή.

Ο Νέμο δεν εγκαταλείπει τον πολιτισμένο κόσμο της επιφάνειας γιά να ζήσει πρωτόγονα επιστρέφοντας στην φύση. Αντιθέτως, απολαμβάνει προστατευμένος την ανωτερότητα ενός επιπέδου ζωής, που εξασφαλίζει ο συνδυασμός τεχνολογίας και τέχνης. Θυμάμαι τον θαυμασμό που έτρεφα μικρός γιά τα προσωπικά διαμερίσματα του πλοιάρχου. Σήμερα μπορώ να αποτιμήσω την ασυνείδητη επίδρασή του τόσο στην ιδεολογία όσο και στην αισθητική μου. Η διαμόρφωση του δικού μου, προσωπικού ασύλου οφείλει πολλά στην μεγάλη βιβλιοθήκη με τους δώδεκα χιλιάδες τόμους, τους δερμάτινους καναπέδες και τα κινητά αναλόγια. Το ίδιο ισχύει και γιά το σαλόνι του - μουσείο με τους πίνακες του Ραφαήλ, του Λεονάρντο, του Τιτσιανού και του Ντελακρουά, με τις πανοπλίες και τα αγάλματα από μάρμαρο και μπρούντζο, με τις παρτιτούρες του Μπετόβεν, του Βάγκνερ και του Χάιντν, με το μεγάλο εκκλησιαστικό όργανο και τις βιτρίνες με τα σπάνια δείγματα ειδών του φυσικού κόσμου.

Τέχνη, γνώση κι ελευθερία προστατεύονται στον πυρήνα του Ναυτίλου, που γίνεται κιβωτός μιάς ανώτερης διαθήκης. Κι εγώ σαν φύλακας αυτής της διαθήκης, προς τον συντάκτη της μπορώ να απευθύνομαι.

Πλοίαρχε Νέμο, γνωρίζω πως δεν είσαι Ινδός πρίγκιπας αλλά Πολωνός άρχοντας. Γνωρίζω επίσης πως τα τελευταία σου λόγια δεν ήταν «Θεός και Πατρίδα» αλλά «Ανεξαρτησία». Έτσι κι αλλοιώς δεν έχει σημασία.
Βασιλιά του Νότιου Πόλου, ακράδαντα πιστεύω πως δεν πέθανες στο βυθό της σπηλιάς κάτω από τα βραχώδη απομεινάρια της μυστηριώδους νήσου, αλλά πως σαν τον βασιλιά Αρθούρο κοιμάσαι και ονειρεύεσαι. Ερμητικά προστατευμένος στο Ναυτίλο, ανάμεσα σε βιβλία, πανοπλίες και έργα τέχνης, αναπαύεσαι και περιμένεις στα βάθη του Ειρηνικού ωκεανού το κάλεσμα της επιστροφής.

Αγαπημένε μου πλοίαρχε, εσύ στις πλούσιες θάλασσες της ουτοπίας ταξιδεύεις κι εμένα με ξέχασες στην άγονη γη της σκληρής πραγματικότητας. Όμως εγώ, πιστός σε σένα δεν πρόκειται ποτέ να αλλαξοπιστήσω και σίγουρος είμαι πως κάποτε στην τελική ευθεία θα σε ξαναβρώ ... και τα λόγια σου τότε θα σου θυμίσω:


Είχα το δίκιο με το μέρος μου!
Έκανα παντού όσο καλό μπόρεσα κι επίσης το κακό που χρωστούσα.




Mobilis in mobile: Το έμβλημα του Ναυτίλου.
Οι εικόνες: Η πρώτη και η δεύτερη, σχέδια του Νεβίλ, από το μυθιστόρημα «Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τις θάλασσες» (1869). Η τρίτη, σχέδιο του Φερά, από το μυθιστόρημα «Η μυστηριώδης νήσος» (1875).
Ο συγγραφέας: Ο διαχρονικός Ιούλιος Βερν.
Στο υπνοδωμάτιο του Νέμο: Ανάμεσα σε άλλες χαλκογραφίες μεγάλων επαναστατών ξεχωρίζει το πορτραίτο του Μπότσαρη.
Εγώ γνωρίζω πως... : Ο Πιέρ-Ζυλ Ετζέλ, εκδότης των βιβλίων του Βερν, έκανε παρεμβάσεις στα κείμενα. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της εθνικότητας και των τελευταίων λόγων του Νέμο.
Το κόμικ: The League of Extraordinary Gentlemen των Alan Moore και Kevin O’ Neill. Εξαιρετική ιστορία που όμως δεν κολακεύει ούτε τον Νέμο, ούτε τον Ναυτίλο.

14/3/08

ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΜΟΥ ΩΡΑ

Μαύρο σύννεφο με καλύπτει σαν πηχτό σκοτάδι. Το πρόσωπό μου είναι ωχρό και διάφανο. Κεραυνοί εκτοξεύονται από τα μάτια μου. Δηλητήριο στάζει από τις άκρες των δαχτύλων μου. Αθέατα ξίφη κόβουν τον αιθέρα και τεμαχίζουν το διάστημα γύρω μου. Μαύρα φτερά ξεπροβάλλουν από τις πλάτες μου και καθώς πάλλονται, ανοίγουν γύρω μου πύρινη δίνη. Νοιώθω πως μπορώ να συντρίψω τη γη και να εξαρθρώσω τον ουρανό, να σβήσω τα αστέρια και να βάλω φωτιά στο φεγγάρι.

Στην πιό σκοτεινή μου ώρα δεν υπάρχουν δεσμοί, δεν ανήκω πουθενά, είμαι μόνος μου στο χρόνο και ο εγωισμός μου οριοθετεί τις διαστάσεις του χώρου. Αβάσταχτη οδύνη με πνίγει και με κυριεύει απέραντο θράσος. Με γλείφουν οι φλόγες της κόλασης. Είμαι καρφωμένος στον άξονα του κόσμου. Αν εκραγώ θα διαλύσω το σύμπαν.

Στην πιό σκοτεινή μου ώρα, την τυφλή οργή ακολουθεί μελαγχολία. Απόγνωση γιά την ματαιότητα των πραγμάτων και την πρόσκαιρη ανθρώπινη φύση. Θλίψη γιά τις φευγαλέες εντυπώσεις και το τέλος των ψευδαισθήσεων.
Η μελαγχολία πηγάζει από την ευγένεια των απαισιόδοξων στοχασμών. Οι λεπτοί κόκκοι της κλεψύδρας κάποτε θα τελειώσουν, το καμπανάκι θα χτυπήσει και η ζυγαριά θα μετρήσει με ακρίβεια το οφειλόμενο υπόλοιπο.

Πατέρα, συγχώρεσέ με γιά την οδύνη και το θράσος, γιά την κατάχρηση και την ασέβεια. Συγχώρεσέ με γιά την ύβρη.
Στην πιό σκοτεινή μου ώρα, ίσως να θυμηθώ και να γνωρίσω την αλήθεια . . .



Η γκραβούρα: Melencolia I. Διάσημο και συμβολικό έργο του Ντύρερ. Αριστούργημα της τέχνης στο πέρασμα από τον θεοκρατικό Μεσαίωνα στην ανθρωποκεντρική Αναγέννηση.

7/3/08

ΛΕΟΝΤΟΚΕΦΑΛΗ

Ρωμαϊκή, μαρμάρινη υδρορροή 1ου-2ου μ.Χ. αιώνα και τελευταίο απόκτημα της μικρής μου συλλογής αρχαίων αντικειμένων και νομισμάτων.
Την εντόπισα πρόσφατα σε γνωστό κατάστημα αρχαιοτήτων και έργων τέχνης, μιά συνοφρυωμένη λεοντοκεφαλή, που στην αρχή παρανόησα γιά μεσαιωνικό gargoyle. Την περιεργάστηκα και συνειδητοποίησα πως η τεχνοτροπία της ήταν πολύ αρχαιότερη. Την έπιασα με τα χέρια μου και η αίσθηση της αφής πάνω στο κρύο και φθαρμένο μάρμαρο με συγκίνησε. Όπως κάθε φορά σε ανάλογες περιπτώσεις, ένοιωσα τη χαρά της επανεύρεσης χαμένου, προσωπικού μου αντικειμένου, αυτή την ανεξήγητη οικειότητα, που με σπρώχνει επίμονα στις σήραγγες του χρόνου.
Όπως κάθε φορά, ταξίδεψα βαθιά στο παρελθόν. Εντυπώσεις από επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους συγχωνεύτηκαν με κινηματογραφικές εικόνες. Η αγάπη μου γιά την ιστορία έπλασε ένα ακόμη υποθετικό σενάριο στην πρόθυμη φαντασία μου: Αρχές του 2ου αιώνα . . .


Iustum et tenacem propositi virum
non civium ardor prava iubentium,
non voltus instantis tyranni
mente quatit solida neque Auster,
dux inquieti turbidus Hadriae,
nec fulminantis magna manus Iovis :
si fractus inlabatur orbis,
inpavidum ferient ruinae.


(Τον άντρα τον δίκαιο και σταθερό στην απόφασή του ούτε το πάθος των πολιτών που φαύλα προστάζουν, ούτε η όψη απειλητικού τυράννου τον μετακινεί από τη στέρεη βούλησή του, ούτε ο Νότος, ο ταραχώδης ηγεμόνας της ανήσυχης Αδριατικής, ούτε το μεγάλο χέρι του κεραυνοβόλου Δία. Αν συντριβεί και καταπέσει ο κόσμος, χωρίς να τον τρομάξουν θα τον πλήξουν τα συντρίμια.)

Βρίσκομαι στο αγρόκτημά μου, βόρεια της πόλης, κοντά στον Τίβερη. Περιμένω πρόσκληση από τον αυτοκράτορα γιά να επιστρέψω στη λεγεώνα, διαβάζω ποίηση και συλλογίζομαι. Κοιτάζω τις τέσσερεις υδρορροές που περιβάλλουν το κτίριο σαν τρόπαια από κυνήγι λιονταριών, σαν πετρωμένοι φύλακες που κρατούν τους κακοποιούς δαίμονες μακρυά. Συλλογίζομαι τη θεμελίωση του ρωμαϊκού μεγαλείου και τις τέσσερεις αρετές του ηγεμόνος: Virtus, Clementia, Justitia, Pietas.
Απαγγέλω σιγανά τις ωδές του Ορατίου και στοχάζομαι την εποχή του Οκταβιανού Imperator Caesar Divi Filius Augustus. Έχουν περάσει 87 χρόνια από τον θάνατό του και μπροστά μας ανοίγεται ξανά ο κόσμος λαμπρός. Ο Μάρκος Ούλπιος Τραϊανός θα οδηγήσει τους αετούς μας ενάντια στους Δάκες. Κανείς βάρβαρος δεν μπορεί να μας σταματήσει. Θα διευρύνουμε τα σύνορα, θα επιβάλλουμε τη ρωμαϊκή ειρήνη, θα προστατέψουμε τον πολιτισμό.


Virtus, recludens inmeritis mori
caelum, negate temptat iter via
coetusque volgaris et udam
spernit humum fugiente penna.


(Η αρετή που ανοίγει τον ουρανό σε όσους είναι άξιοι να γίνουν αθάνατοι, πορεύεται τον δρόμο που αρνούνται να βαδίσουν οι άλλοι και γοργόφτερα πετώντας περιφρονεί τις συγκεντρώσεις του όχλου και την υγρή γή.)


Επιστροφή στην σύγχρονη πραγματικότητα. Είμαι στο γραφείο μου, διαβάζω ξανά τις ωδές και τοποθετώ την υδρορροή δίπλα σε μιά χάλκινη πόρπη της ίδιας περιόδου. Σπαράγματα του αρχαίου κόσμου, που απέναντί τους νοιώθω θλίψη και θαυμασμό. Αν και άψυχα αντικείμενα, με βοηθούν να διασχίζω τα χορταριασμένα μονοπάτια του χρόνου και να αναπολώ την εποχή των ειδώλων.
Κοιτάζω στα τυφλά μάτια της υδρορροής και έχω την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να είναι ένα από τα κεφάλια της μυθικής Χίμαιρας. Η εξωφρενική μου εικασία υπογραμμίζει την ανώφελη φαντασίωσή μου ...

Να πάρει ο διάολος!! Πώς βρέθηκα σε αυτόν τον καταραμένο κόσμο ;!
Ο κεραυνοβόλος Δίας ας με λυπηθεί ... κι αν δεν μπορεί να με γυρίσει στο οικείο παρελθόν ας με οδηγήσει τουλάχιστον στο άδηλο μέλλον ...



Λατινικά, 1ο και 2ο απόσπασμα: Από την 3η και την 2η ωδή αντίστοιχα του 3ου βιβλίου των Ωδών (Carmina) του Ορατίου, σε μετάφραση του Αλέξ. Μπαλτά.
Οράτιος: Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (Quintus Horatius Flaccus). Ρωμαίος, λυρικός ποιητής του 1ου π.Χ. αιώνα, προστατευόμενος του Οκταβιανού.
2ος μ.Χ. αιώνας: Ο δεύτερος χρυσός αιώνας του αρχαίου κόσμου.
Άδεια κατοχής: Έχω βέβαια από το ειδικό τμήμα της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού. Υποβάλλω σε τακτά χρονικά διαστήματα, δήλωση κατοχής στην Εφορεία Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχ/κών Συλλογών.